H Θέμιδα κλαδεύει το… λεφτόδεντρο της κυβέρνησης

Μπορεί ο προϋπολογισμός να ψηφίστηκε αλλά ουδείς μπορεί να ορκισθεί ότι θα εφαρμοσθεί χωρίς εκτροχιασμούς, εάν η Κυβέρνηση αποφασίσει τελικά να συμμορφωθεί με τις «επιταγές» του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου που έχει κρίνει αντισυνταγματικό το ψαλίδισμα σε μισθούς, συντάξεις, δώρα κλπ

Πίσω στο μακρινό 1986 κυκλοφορούσε στους ελληνικούς κινηματογράφους η ταινία του Δήμου Αβδελιώτη «Το δέντρο που πληγώναμε». Αν και ο Έλληνας σκηνοθέτης αναφέρεται στα μαστιχόδεντρα που τρυπιούνται για να τρέξει το δάκρυ της μαστίχας, η κυβερνητική πλειοψηφία με δυσκολία συγκρατεί τα δάκρυά της βλέποντας το… λεφτόδεντρό της να κλαδεύεται από τις δικαστικές αποφάσεις που κατά ριπάς εκδίδει το Συμβούλιο της Επικρατείας και οι οποίες δικαιώνουν τους πολίτες είτε για μια σειρά άδικων πράξεων της δημόσιας Διοίκησης σε βάρος τους είτε για το ψαλίδισμα των μισθών και των συντάξεών τους που κρίθηκε αντισυνταγματικό.

Του Νίκου Τσαγκατάκη

Μπορεί ο προϋπολογισμός να ψηφίστηκε εν μέσω αλληλοκατηγοριών και διθυράμβων, αλλά δεν προβλέπεται να εφαρμοσθεί, εάν η Κυβέρνηση αποφασίσει τελικά να συμμορφωθεί με τις «επιταγές» του ΣτΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά από την πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου περί πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων του Δημοσίου από ΦΠΑ, περίπτωση που ενδιαφέρει χιλιάδες επιχειρήσεις και έχει ήδη εγγράψει λογιστικά στα δημόσια ταμεία αρκετά εκατομμύρια ευρώ, αναμένεται και η απόφαση της πρότυπης δίκης με αντικείμενο τη 15ετή παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου για τον φόρο εισοδήματος των πολιτών, απόφαση που αν τελικά δικαιώσει τους φορολογούμενος ανοίγει ακόμα μια τρύπα στον πολύπαθο δημόσιο κορβανά. Και για να μην… ξεχνιόμαστε: επίκειται και η έκδοση απόφασης για τον ασφαλιστικό νόμο Κατρούγκαλου (ν.4387/2016), που αν ακυρωθεί όχι μόνο θα αυξήσει τις συντάξεις των παλαιών συνταξιούχων περισσότερο από όσο κρίθηκε με την περίφημη απόφαση του 2015, αλλά οι νέοι συνταξιούχοι θα «απαιτήσουν» να ευθυγραμμιστούν οικονομικά με τους παλαιούς!

Η απόφαση, όμως, που αναμένεται να επιφέρει ισχυρό πλήγμα στον εγκεκριμένο από τις Βρυξέλλες οικονομικό σχεδιασμό του Ευκλείδη Τσακαλώτου και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήρθε μια ημέρα πριν από την ψήφιση, καθώς με απόφασή του το ΣΤ’ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές στα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων αλλά και του επιδόματος αδείας σε εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους μετά το 2012.

Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια για οριστική κρίση και εάν επικυρωθεί και από αυτήν, τότε εγγράφεται ένα επιπρόσθετο ετήσιο κόστος 1,6 δισ. ευρώ, δεδομένο γνωστό στον υπουργό Οικονομικών, ο οποίος σε συνάντησή του λίγους μήνες πριν είχε δηλώσει στο προεδρείο της ΑΔΕΔΥ πως «ένα τέτοιο μέτρο κοστίζει 1,6 δισ. ευρώ, ενώ ο δημοσιονομικός χώρος για το 2018 είναι της τάξης των 800 εκατ. ευρώ».

Στιγμιότυπο από την άκαρπη προ διμήνου συνάντηση των εκπροσώπων της ΑΔΕΔΥ με τον ΥΠ.ΟΙΚ., Ευκλείδη Τσακαλώτο
Το σκεπτικό των δικαστών

Με γνώμονα την μνημειώδη σειρά αποφάσεων της Ολομελείας του ΣτΕ του 2015 κρίθηκαν μη ανεκτές από την συνταγματική μας τάξη οι περικοπές σε δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας μετά το 2012 και άνοιξε ακόμα ένα κεφάλαιο οικονομικών διεκδικήσεων σε κρατικούς λειτουργούς, ένστολους, δικαστικούς αλλά και άλλες κατηγορίες εργαζομένων που έχουν εγείρει αξιώσεις βασιζόμενοι στην απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ. Έχοντας δικαστεί σε πρώτο βαθμό αυτές οι υποθέσεις από τα διοικητικά δικαστήρια, το Δημόσιο ασκεί εφέσεις προκειμένου να αποφύγει τις άμεσες πληρωμές και τελική κρίση εκδίδει το Συμβούλιο της Επικρατείας. Βάση της σκέψης των δικαστών αποτέλεσε το γεγονός ότι οι διαρκείς περικοπές έχουν σχεδόν απαξιώσει τη δυνατότητα των εργαζομένων να ανταποκρίνονται σε βασικές τους ανάγκες και «ο νομοθέτης δεν δικαιολογείται πλέον να προχωρήσει στην υιοθέτηση του επίμαχου καταργητικού μέτρου, χωρίς προηγουμένως να έχει εκτιμήσει την προσφορότητά του ενόψει και της διαπίστωσης ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει έως τότε (2012) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα, και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις».

 

Κρίνεται το «από πότε» και το «σε ποιους»

Ωστόσο, τα σημαντικά ζητήματα που θα απασχολήσουν περαιτέρω την Ολομέλεια του ΣτΕ είναι περισσότερο πρακτικής εφαρμογής, καθώς αναμένεται να διασαφηνιστεί το ακριβές χρονικό σημείο που δικαιούνται αναδρομικών οι εν ενεργεία υπάλληλοι και συνταξιούχοι: είτε από το 2012 που έχουν κριθεί ήδη αντισυνταγματικές οι περικοπές ή από το 2015, από την έκδοση δηλαδή της κομβικής απόφασης της Ολομέλειας, η οποία όμως δεν αναγνώρισε αναδρομικότητα προκειμένου να μην επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο το δημόσιο ταμείο. Σημαντικό επίσης θέμα αποτελεί και ποιους θα περιλαμβάνει η υπό έκδοση απόφαση, καθώς τα οικονομικά μεγέθη διογκώνονται αν αναγνωριστούν ως δικαιούχοι όχι μόνο όσοι προσέφυγαν στην Δικαιοσύνη, αλλά όλοι όσοι πληρούν τις προδιαγραφές, παράγοντα που θα λάβει υπ’ όψιν της κατά την κρίση η Ολομέλεια των δικαστών.

Με όλες αυτές τις αποφάσεις που δραστικά και άμεσα επηρεάζουν τον προϋπολογισμό και ήταν σε γνώση της Κυβέρνησης εδώ και μεγάλο διάστημα, πολλοί είναι αυτοί που διακρίνουν πολιτικό σχεδιασμό ασφαλούς διέλευσής της από τα ταραγμένα νερά του ΣτΕ, αφήνοντας τις λύσεις για «μετά». Κάποιοι βλέπουν ακόμα και συμφωνία με τους θεσμούς κατά την δική τους έγκριση του προϋπολογισμού προ διμήνου, ώστε με τις επικείμενες ευρωεκλογές που θα αλλάξει η ευρωπαϊκή φρουρά -και ειδικά εάν συνδυαστεί με τις φημολογούμενες εθνικές μας εκλογές- να είναι οι εκατέρωθεν «επόμενοι» αυτοί που θα κληθούν να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, καταβάλλοντας ή όχι τα χρωστούμενα στους πολίτες.

Η ίδια η υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Έφη Αχτσιόγλου, υπολόγισε σε 4,5 δις ευρώ κάθε έτος το σύνολο των αναδρομικών αξιώσεων που έχουν κριθεί αντισυνταγματικές από το 2015 και εάν προσμετρηθούν και οι λοιπές αξιώσεις τριπλασιάζονται οι προβλέψεις των θεσμών στις εκθέσεις τους, αφού το κόστος του Δημοσίου αναμένεται να ανέλθει ακόμα και στα 10 δισ. ευρώ ετησίως, πιθανότητα που τους οδήγησε να τονίσουν με σημασία ότι η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να λάβει ξανά άλλα ισοδύναμα νέα μέτρα λιτότητας, προκειμένου να καλυφθεί το κόστος συμμόρφωσης στις δικαστικές αποφάσεις.

 

Δημιουργική Ευκλείδεια λογιστική

Παραδεχόμενος μέσα στην Βουλή ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος ότι η πρόβλεψη για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ «είναι too much» εξέθεσε την κυβερνητική οικονομική στρατηγική για το ερχόμενο οικονομικό έτος, και παρότι στηρίζεται σε οικονομοτεχνικά τερτίπια οι ίδιοι οι αριθμοί την διαψεύδουν:

 

 

 

 >>Μισθοί: Σε αντίθεση με τις κυβερνητικές εξαγγελίες για προσλήψεις στον δημόσιο τομέα μέσα στον επόμενο χρόνο, έχουν προϋπολογιστεί πληρωμές μισθών δημοσίων υπαλλήλων ύψους 13 δις. ευρώ, ενώ το 2018 δαπανήθηκαν αντίστοιχα 13,5 δισ. ευρώ και το 2017 πληρώθηκαν μισθοί ύψους 12,5 δις ευρώ.

>>Συντάξεις: Αντίθετα με τις όποιες κυβερνητικές εξαγγελίες περί ακύρωσης των ύψους 2,8 δις ευρώ περικοπών των συντάξεων στους παλιούς συνταξιούχους που θα γίνονταν το 2019 και τις προαναγγελίας αύξησης σε 620.000 συντάξεις, ο νέος Προϋπολογισμός καταγράφει πληρωμές συντάξεων 28,5 δις ευρώ για το έτος 2019 (από 28,8 δις ευρώ που πληρώθηκαν το έτος 2018 και από 29 δισ. ευρώ που καταβλήθηκαν το 2017).

>>Ασφαλιστικές εισφορές: Καταγράφεται καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στα Ταμεία ύψους 21,6 δις ευρώ για το έτος 2019, αυξημένες σε σχέση με το έτος 2018 (21,4 δις ευρώ) και το έτος 2017 (20,7 δις ευρώ). Η αύξηση μάλιστα συνοδεύεται από την κατά 30% μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών και την οριστική απώλεια των 400 εκ. ευρώ από το Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ). Πώς θα επιτευχθεί τελικά η είσπραξη των αυξημένων ασφαλιστικών εισφορών; Μα, από την μείωση της ανεργίας και την αύξηση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα σύμφωνα με τις νέες συλλογικές συμβάσεις, γεγονός που σημαίνει ότι για κάθε ευρώ που θα λαμβάνει ο μισθωτός από τον ιδιώτη εργοδότη του το κράτος θα εισπράττει την αναλογία του, χαντακώνοντας ακόμα περισσότερο τα εισοδήματα των πολιτών και την αγοραστική τους δυνατότητα ώστε να ανακάμψει και η αγορά.

>>Φόροι: Αναμενόμενα έσοδα από φόρους εγγράφηκαν στον προϋπολογισμό 46,4 δις ευρώ, κατά ένα δις αυξημένα σε σχέση με το έτος 2018 (45,4 δις ευρώ) και κατά δύο δις αντίστοιχα από το έτος 2017 (44 δις ευρώ).

>>Ανάπτυξη: Σε αντίθεση με την αύξηση των φόρων το πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από τον αναγκαίο στόχο 3,5% του ΑΕΠ μειώνεται διαρκώς, από 4,2 δις που ήταν το 2017, σε 885 εκατ. φέτος και σε μόλις 199 εκατ. ευρώ το 2019. Αισιόδοξοι ωστόσο είναι οι ρυθμοί ανάπτυξης, καθώς οι προβλέψεις μιλούν για +1,5% το 2017, σε +2,1% το 2018 και +2,5% του ΑΕΠ το 2019. Βασική προϋπόθεση όμως αποτελεί η αύξηση των συνολικών επενδύσεων, όπου το προσδόκιμο για το 2018 προέβλεπε αύξηση 11,4% αλλά ο νέος Προϋπολογισμός διαπιστώνει ότι δεν αυξήθηκαν φέτος ούτε 1% (μόλις 0,8% για την ακρίβεια). Αλλά για το 2019 προβλέπει «άλμα» +11,9%, να πραγματοποιηθούν δηλαδή σωρευτικά οι επενδύσεις των δύο αυτών ετών μαζεμένες! Τέλος, για το 2019 δεν προβλέπεται καμία αύξηση στις δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις, οπότε το βάρος θα κληθούν να σηκώσουν οι ιδιώτες, παρά τις κυβερνητικές δεσμεύσεις στο τελευταίο Μεσοπρόθεσμο όπου προϋπολογίστηκε ότι το 2019 οι δαπάνες Δημοσίων Επενδύσεων θα αυξηθούν από τα 6,75 δις ευρώ στα 7,3 δισ. Ευρώ, αύξηση που θυσιάστηκε προκειμένου να βγεί ο λογαριασμός στο πλεόνασμα! Και το κερασάκι στην τούρτα: μέχρι και τον Νοέμβριο 2018 είχαν απορροφηθεί από το ΠΔΕ μόνον 2,495 δις ευρώ, εναπομείναντος υπολοίπου προς απορρόφηση για τον τρέχοντα μήνα Δεκέμβριο 4,25 δις ευρώ, ποσό που ουδέποτε μέχρι σήμερα δεν διοχετεύτηκε στις δημόσιες επενδύσεις συνολικά!

 

Η υπόθεση της αντισυνταγματικότητας των περικοπών στα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, αλλά και του επιδόματος αδείας σε εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους μετά το 2012 παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια για οριστική κρίση και εάν επικυρωθεί και από αυτήν, τότε εγγράφεται στον προϋπολογισμό ένα επιπρόσθετο ετήσιο κόστος 1,6 δισ. ευρώ, δεδομένο γνωστό στον υπουργό Οικονομικών, ο οποίος σε συνάντησή του λίγους μήνες πριν είχε δηλώσει στο προεδρείο της ΑΔΕΔΥ πως «ένα τέτοιο μέτρο κοστίζει 1,6 δισ. ευρώ, ενώ ο δημοσιονομικός χώρος για το 2018 είναι της τάξης των 800 εκατ. ευρώ».

 

 

Διαβάστε επίσης