Η ανομία σκοτώνει την ήδη… ετοιμοθάνατη σχέση πολιτών-κράτους

Γιατί ο σπουδαίος Γάλλος κοινωνιολόγος του 19ου αιώνα Εμίλ Ντιρκέμ παραμένει επίκαιρος στην Ελλάδα του σήμερα

Λίγο πριν από τη δύση του 2025, κάπου στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου, είδε το φως της δημοσιότητας μία έρευνα της UNICEF που προκάλεσε έντονο προβληματισμό στην κοινή γνώμη, καθώς αποκάλυψε ότι 1 στους 6 νέους αυτοτραυματίζεται.

Του Μιχάλη Μπαρσάκη

Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι συχνότεροι λόγοι που οδηγούν σε τέτοιες πρακτικές σχετίζονται με το έντονο άγχος, τον θυμό είτε στραμμένο προς τον εαυτό είτε προς τους άλλους, καθώς και με την ανάγκη ψυχικής αποφόρτισης. Ακριβώς έναν χρόνο νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 2024, είχε δημοσιοποιηθεί μία άλλη έρευνα από το Global Burden of Disease σε συνεργασία με το Institute for Health Metrics & Evaluation (IHME) τα στοιχεία της οποίας κατέτασσαν την Ελλάδα στη δεύτερη θέση παγκοσμίως ως προς τα ποσοστά κατάθλιψης.

Τα δεδομένα των δύο ερευνών δεν μπορούν να θεωρηθούν αποκομμένα από το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Αντίθετα, αντανακλούν μια κατάσταση βαθιάς κοινωνικής απορρύθμισης, με την σχέση πολίτη και κράτους να διέρχεται μια κρίση νομιμοποίησης. Ζητήματα θεσμικής δυσλειτουργίας και πολιτικής διαχείρισης, όπως το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ή η τραγωδία των Τεμπών, ενισχύουν την αίσθηση ότι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ισότιμα. Το αποτέλεσμα είναι η διάβρωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η καλλιέργεια ενός γενικευμένου κλίματος αποστασιοποίησης από την ενεργό πολιτική συμμετοχή. Την ίδια στιγμή, η μακροχρόνια οικονομική κρίση, η επισφαλής εργασία, οι χαμηλοί μισθοί, οι συνεχείς ανατιμήσεις βασικών αγαθών, η στεγαστική κρίση, καθώς και η ολοένα αυξανόμενη ψηφιοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων, οδηγούν την κοινωνία σε κατακερματισμό.

Η σταδιακή αποδυνάμωση των συλλογικών μορφών ζωής και η ρήξη στη σχέση κράτους-πολίτη διαμορφώνουν έναν νέο τύπο ανθρώπου, δηλαδή κοινωνικά απομονωμένο και θεσμικά απροστάτευτο. Αυτή ακριβώς η κατάσταση, όπου οι κοινωνικοί κανόνες χάνουν τη δεσμευτική τους ισχύ και το άτομο αδυνατεί να ενταχθεί σε σταθερά πλαίσια αλληλεγγύης, προσεγγίζει με ακρίβεια την έννοια της «ανομίας», όπως την περιέγραψε ο σπουδαίος Γάλλος κοινωνιολόγος του 19ου αιώνα Εμίλ Ντιρκέμ.

Πώς ο Θουκυδίδης συνέδεσε τις κρίσεις με την ανομία

Η έννοια της ανομίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θεωρητικούς άξονες της επιστήμης της Κοινωνιολογίας και χρησιμοποιείται για να περιγράψει καταστάσεις κοινωνικής δυσλειτουργίας, ηθικής ασάφειας και διάρρηξης των δεσμών που συγκρατούν μια κοινωνία ενιαία.

Η συγκεκριμένη έννοια συναντάται από την κλασική αρχαιότητα, καθώς ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας τον λοιμό της Αθήνας, συνέδεσε τη νόσο με την κατάρρευση των ηθικών αξιών, την ασέβεια και την απουσία κανόνων. Η επιδημία κατά τον Θουκυδίδη, δεν μόλυνε μόνο τα σώματα των ανθρώπων, αλλά και τους θεσμούς, τις παραδόσεις και την αίσθηση της κοινωνικής ασφάλειας.

Αυτή η παρατήρηση προαναγγέλλει, την ντιρκεμιανή ιδέα ότι οι κρίσεις είτε είναι υγειονομικές, είτε οικονομικές είτε κοινωνικές, μπορούν να διαρρήξουν τον ηθικό ιστό μιας κοινωνίας και να την οδηγήσουν σε κατάσταση ανομίας.

Για τον Ντιρκέμ η κοινωνική συνοχή δεν είναι δεδομένη. Αντίθετα θεμελιώνεται σε μορφές αλληλεγγύης, τις οποίες διακρίνει σε μηχανική και οργανική. Στις παραδοσιακές κοινωνίες της λεγόμενης «μηχανικής αλληλεγγύης» –των προ-νεωτερικών και προ-βιομηχανικών κοινωνιών–, τα άτομα μοιάζουν μεταξύ τους, μοιράζονται κοινές εμπειρίες και μια ισχυρή συλλογική συνείδηση, συχνά θρησκευτικού χαρακτήρα.

Η κοινωνική τάξη διατηρείται μέσω της ομοιομορφίας και της αυστηρής ηθικής επιβολής. Αντίθετα, στις σύγχρονες κοινωνίες οργανικής αλληλεγγύης (νεωτερικών και βιομηχανικών κοινωνιών) η συνοχή προκύπτει από τη διαφοροποίηση και την αλληλεξάρτηση. Πιο συγκεκριμένα, ο καταμερισμός της εργασίας οδηγεί σε εξειδίκευση ρόλων, επαγγελμάτων και γνώσεων.

Το άτομο αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία, αλλά ταυτόχρονα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τους άλλους. Στο πλαίσιο αυτής της μετάβασης, η συλλογική συνείδηση αποδυναμώνεται και γίνεται λιγότερο επιβεβλημένη. Εδώ ακριβώς εντοπίζει ο Ντιρκέμ τον κίνδυνο της ανομίας, δηλαδή όταν οι κοινωνικοί κανόνες δεν προσαρμόζονται στον νέο καταμερισμό της εργασίας, η κοινωνία αδυνατεί να ρυθμίσει τις επιθυμίες και τις προσδοκίες των ατόμων.

Η ύπαρξη δίκαιων και κατανοητών κανόνων, αποτελούν σύμφωνα με τον Ντιρκέμ βασικές προϋποθέσεις για τη μείωση και εν γένει για την αντιμετώπιση των φαινομένων ανομίας

Στο εμβληματικό έργο του «Ο Καταμερισμός της Εργασίας στην Κοινωνία» (1893) ο Ντιρκέμ περιγράφει την ανομία ως μια παθολογική μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Δεν πρόκειται για πλήρη απουσία κανόνων, αλλά για ανεπαρκή κοινωνική ρύθμιση. Πιο αναλυτικά οι ρόλοι δεν συντονίζονται, η συνεργασία υποχωρεί μπροστά στον ανταγωνισμό και οι συλλογικοί στόχοι αντικαθίστανται από ατομικές επιδιώξεις. Για παράδειγμα, ο επιστήμονας απομονώνεται στην υπερεξειδίκευσή του, ο εργάτης περιορίζεται στα στενά του καθήκοντα, ενώ η οικονομική παραγωγή παύει να καθοδηγείται από κοινωνικά αναγνωρίσιμες ανάγκες και μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Το αποτέλεσμα είναι κρίσεις, συγκρούσεις και αποδυνάμωση των κοινωνικών δεσμών.

Η ανομία δεν περιορίζεται μόνο στο κομμάτι της οικονομίας, αντίθετα διαχέεται και στις κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις. Η μοναξιά, η κοινωνική αποσύνδεση και η αίσθηση έλλειψης νοήματος αποτελούν διάχυτα βιώματα.

Ο «άλλος δρόμος» για τη μείωση της ανομίας

Όπως υπογραμμίζει ο Ντιρκέμ στο επίσης πολύ γνωστό έργο του «Η Αυτοκτονία» (1897», όταν η κοινωνία παύει να ρυθμίζει τις επιθυμίες, τα άτομα αφήνονται μόνα απέναντι σε απεριόριστες φιλοδοξίες και διαρκή ματαίωση. «Δεν γνωρίζει κανείς πια τι είναι δυνατό και τι όχι, τι είναι δίκαιο και τι άδικο», γράφει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την ανομική κατάσταση. Η ντιρκεμιανή τυπολογία φωτίζει αυτή τη δυναμική. Η λεγόμενη «ανομική αυτοκτονία» που εισήγαγε ο κοινωνιολόγος, συνδέεται με περιόδους έντονων κοινωνικών μεταβολών, οικονομικής αστάθειας και απορρύθμισης.

Παράλληλα, η «εγωιστική αυτοκτονία», μία άλλη μορφή αυτοκτονίας, αναδεικνύει σύμφωνα με τον Γάλλο κοινωνικό επιστήμονα τον κίνδυνο του υπερβολικού ατομικισμού και της αποδυνάμωσης των κοινωνικών δεσμών. Αν και τα φαινόμενα αυτά δεν μπορούν να εξηγηθούν μονοδιάστατα, η σκέψη του Ντιρκέμ μας βοηθά να δούμε πώς οι κοινωνικές συνθήκες επηρεάζουν βαθιά την ψυχική υγεία και την αίσθηση του ανήκειν.

Ωστόσο, ο Ντιρκέμ δεν αντιμετωπίζει την ανομία μοιρολατρικά. Η ανάλυσή του υποδηλώνει ότι η λύση δεν βρίσκεται στην επιστροφή παρελθοντικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης θρησκευτικού τύπου, αλλά στην οικοδόμηση νέων μορφών κοινωνικής ρύθμισης και αλληλεγγύης, προσαρμοσμένων στις σύγχρονες συνθήκες. Επομένως κατά τον Ντιρκέμ, η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, η αναγνώριση της αξίας των σχέσεων, της οικογένειας και της κοινότητας, καθώς και η ύπαρξη δίκαιων και κατανοητών κανόνων, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη μείωση και εν γένει για την αντιμετώπιση των φαινομένων ανομίας.

Διαβάστε επίσης

Χρησιμοποιούμε cookies για λόγους στατιστικών & επισκεψιμότητας Συμφωνώ Περισσότερα