Η ώρα του μπρα ντε φερ με τους Θεσμούς

Η δύσκολη εξίσωση του Χρήστου Σταϊκούρα με την κατάθεση του προσχεδίου του προϋπολογισμού στην Κομισιόν

Επί τάπητος τίθεται η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων σε όλες τις επαφές με τους εκπροσώπους των δανειστών

Του Μιχάλη Κάσση

Η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη από το Βερολίνο ότι «πρώτα θα κερδίσουμε αξιοπιστία και μετά θα συζητήσουμε τα ζητήματα των πλεονασμάτων και του χρέους, τα θέματα αυτά θα τα δούμε εν καιρώ και την κατάλληλη στιγμή με τους θεσμούς», έκανε πολλούς να σκεφθούν ότι η Νέα Δημοκρατία ξέχασε τις προεκλογικές της δεσμεύσεις. Όμως, όπως λένε στο υπουργείο Οικονομικών, η διαπραγμάτευση τώρα ξεκινά.

Προχθές Πέμπτη, η χώρα στο πλαίσιο της συνόδου του EuroWorking Group έθεσε το θέμα μέσω του νέου προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ) Μιχάλη Αργυρού στους επιτελείς των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης και στους εκπροσώπους των Θεσμών. Οι πολιτικές επαφές ουσιαστικά έχουν ξεκινήσει εδώ και καιρό, ενώ στα κέντρα των θεσμών ολοκληρώνεται η προετοιμασία και οι νέοι υπολογισμοί για την επίσκεψη που θα έχουν στην Αθήνα μετά τις 16 Σεπτεμβρίου με στόχο να ολοκληρωθεί το ταχύτερο δυνατόν η τέταρτη αξιολόγηση.

Θα προηγηθεί στις 13 Σεπτεμβρίου η πρώτη σύνοδος του Eurogroup με τη συμμετοχή του Χρήστου Σταϊκούρα. Το τελικό ορόσημο είναι μία πολιτική συμφωνία στο Eurogroup του Δεκεμβρίου. Μία πρώτη εικόνα επιχειρείται να υπάρξει όμως πολύ νωρίτερα, με στόχο την κατάθεση (σε συμφωνία με τους θεσμούς) τον Οκτώβριο του νέου Προϋπολογισμού, αλλά και του 2ου φορολογικού νομοσχεδίου (με τον πολιτικό σχεδιασμό 4ετίας στο πεδίο των φοροελαφρύνσεων).

Στο θέμα των πλεονασμάτων, σύμφωνα με πληροφορίες, η συζήτηση κινείται σε δύο στάδια: ένα βραχυπρόθεσμο και ένα μακροπρόθεσμο. Το βραχυπρόθεσμο στάδιο συνδέεται με την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των κερδών ομολόγων, ενώ το μακροπρόθεσμο συνδέεται με την αλλαγή του στόχου (σήμερα υπάρχει δέσμευση για 3,5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα έως το 2022 και για σταδιακή απομείωση του στη συνέχεια προς το 2,2% του ΑΕΠ).

Η αλλαγή στόχου

Η εν λόγω παραμετρική αλλαγή στον στόχο των πλεονασμάτων δεν μπορεί να καταστεί εφικτή –όπως έχει ξεκαθαρίσει και η ίδια η κυβέρνηση– το νωρίτερο πριν από τα μέσα του 2020 για να τεθεί σε ισχύ από το 2021. Συνδέεται με νέα ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, η οποία θα λαμβάνει υπόψη το πολύ πιο χαμηλό πλέον κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου. Τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ δείχνουν ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους έχει υποχωρήσει στο 1,4%, δημιουργώντας έναν δημοσιονομικό χώρο της τάξης τουλάχιστον του 0,5% του ΑΕΠ. Αυτή η δημοσιονομική ελάφρυνση μάλιστα ισχύει από τώρα, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερα περιθώρια μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων όταν θα υπάρξει η σχετική πολιτική απόφαση στο μέλλον.

Το βραχυπρόθεσμο ωστόσο βήμα, δηλαδή η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των πλεονασμάτων, επιχειρείται να γίνει άμεσα, δηλαδή να συνδεθεί με την τέταρτη αξιολόγηση. Το βήμα συνδέεται με την αλλαγή του τρόπου που υπολογίζονται τα κέρδη ομολόγων (ANFA και SNP). Στην εποχή του δευτέρου μνημονίου λογίζονταν ως έσοδα και προσμετρούνταν στα πλεονάσματα.

Ωστόσο, στο τρίτο μνημόνιο ο ορισμός αυτός άλλαξε, τα κέρδη εξαιρέθηκαν (δηλαδή, αφαιρούνται για να προκύψει το τελικό πρωτογενές πλεόνασμα). Αυτή η εξαίρεση διατηρήθηκε και στο καθεστώς της Ενισχυμένης Εποπτείας. Η ελληνική πλευρά φέρεται να ζητά μία εκ νέου αλλαγή του ορισμού. Ουσιαστικά, δηλαδή, ζητά μία επιστροφή στην παλαιότερη κατάσταση.

Ένα εναλλακτικό σχέδιο που έχει επίσης τεθεί στο τραπέζι είναι η σύνδεση των εν λόγω εσόδων με δαπάνες για επενδύσεις, όπως αναφέρεται και στην απόφαση του Eurogroup του 2018 (αναφέρεται ότι τα κέρδη μπορούν να οδεύουν είτε για μείωση του χρέους είτε για επενδύσεις μετά από έγκριση των ΥΠΟΙΚ). Η εν λόγω εκδοχή προϋποθέτει ότι θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός που θα ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω δαπάνες για επενδύσεις θα εξαιρούνται από το πρωτογενή πλεονάσματα.

Ο προϋπολογισμός

Πλέον το κρίσιμο ζήτημα για τον υπουργό Οικονομικών είναι ότι από τις μετρήσεις που έχουν κάνει οι θεσμοί και λόγω της ακύρωσης του μέτρου μείωσης του αφορολόγητου ορίου, που θα απέδιδε πρόσθετα έσοδα 1,6 δισ. ευρώ, προκύπτει σημαντικό δημοσιονομικό κενό για τη νέα χρονιά προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος για πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ (6,3 δισ. ευρώ).

Το κενό υπολογιζόταν σε 700 εκατ. ευρώ κατά τον τελευταίο έλεγχο του Μαΐου από τους θεσμούς και πλέον υπερβαίνει το 1,1 δισ. ευρώ, αν συνυπολογιστούν οι απώλειες εσόδων από τη μείωση του ΕΝΦΙΑ (205 εκατ. ευρώ) και την υπεσχημένη μείωση του συντελεστή φορολογίας των κερδών κατά 4 μονάδες (200 εκατ. ευρώ) από τη Ν.Δ.

Η επίλυση της εξίσωσης του νέου προϋπολογισμού είναι δύσκολη και θα εξαρτηθεί από τις προβλέψεις για τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας το επόμενο έτος. Σε αυτό το στενό δημοσιονομικό πλαίσιο η κυβέρνηση, προκειμένου να προχωρήσει στην αλλαγή της φορολογικής κλίμακας και να διατηρήσει το αφορολόγητο όριο στα σημερινά επίπεδα των 9.500 ευρώ το 2020 χωρίς να χάσει άλλα έσοδα, ανασύρει μια ξεχασμένη ιδέα από τις συζητήσεις με τους θεσμούς.

Το σενάριο είναι να συνδεθεί το αφορολόγητο όριο με σημαντικά μεγαλύτερο ύψος δαπανών που γίνονται με κάρτες, ηλεκτρονικά ή μέσω τραπέζης, ώστε να μην υπάρχουν απώλειες από τον ΦΠΑ και, το κυριότερο, να εμφανίσουν και οι άλλοι (επαγγελματίες) υποχρεωτικά υψηλότερο εισόδημα.  Είναι βέβαιο ότι στις αλλαγές που έρχονται θα αυξηθούν τα όρια των απαιτούμενων συναλλαγών μέσω τραπέζης για τη διασφάλιση της έκπτωσης φόρου που ισχύει σήμερα και είναι από 10% έως 30%, ανάλογα με το εισόδημα και την αποφυγή προστίμου.

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι τα σημερινά όρια έχουν ξεπεραστεί ήδη από τις εξελίξεις στην αγορά. Στην πράξη, τα σημερινά όρια δυσκολεύουν ελάχιστους φορολογουμένους προκειμένου να «χτίσουν», όπως λέγεται στην αργκό των εφοριακών, το αφορολόγητο όριο.

Οι συναλλαγές που καταγράφει η Εφορία μέσω της φορολοταρίας ξεπερνούν τα 30 δισ. ευρώ ετησίως και αντιστοιχούν περίπου στο 40% των δηλωθέντων εισοδημάτων.

Ωστόσο, η Εφορία δεν ζητεί παρά το 10%-15% των δηλωθέντων εισοδημάτων για να μην κόψει πρόστιμο, και μάλιστα εξαιρώντας πολυπληθέστατες κατηγορίες φορολογουμένων, όπως είναι οι συνταξιούχοι άνω των 65 ετών.

Σύμφωνα με κορυφαίες πηγές του υπουργείου Οικονομικών, αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι η κατάρτιση του προσχεδίου του προϋπολογισμού του 2020 που θα πρέπει να υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 15 Σεπτεμβρίου, σεβόμενο τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ και το επόμενο έτος, και αυτό θα γίνει ανεξάρτητα από την έκβαση των σύνθετων πολιτικά διαπραγματεύσεων για τη μείωση του στόχου για τα πλεονάσματα.

 

Διαβάστε επίσης