
Η ψήφος στο AfD δεν είναι (μόνο) γερμανικό πρόβλημα
Εκτός από μία εκκωφαντική εκλογική νίκη, η ακροδεξιά στη Γερμανία κατάφερε να διεκδικεί τη διακυβέρνηση της χώρας που αποτελεί την ατμομηχανή της Ευρώπης
Του Νίκου Τσαγκατάκη
Η εκλογική επικράτηση του κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν αποτελεί απλώς ακόμη έναν σταθμό στην ανοδική πορεία της γερμανικής ακροδεξιάς. Είναι ένα πολιτικό καμπανάκι που ηχεί πλέον σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Για χρόνια το κόμμα AfD (Alternative für Deutschland) αντιμετωπιζόταν από το γερμανικό πολιτικό σύστημα ως ένα κόμμα διαμαρτυρίας, ένας χώρος όπου… αποστραγγιζόταν η κοινωνική οργής απέναντι στην πολιτική ελίτ της Γερμανίας, χωρίς όπως να προκύπτει και πραγματική προοπτική συμμετοχής στην εξουσία. Δυστυχώς για τους Γερμανούς αλλά και την υπόλοιπη Ευρώπη αυτή η ιδιότυπη «ανεμελιά» έπαψε να υφίσταται την περασμένη Κυριακή όταν η «Εναλλακτική για τη Γερμανία», με επικεφαλής τον 35χρονο Ούλριχ Ζίγκμουντ πέτυχε εκλογικό θρίαμβο στην κάλπη της Σαξονίας-Άνχαλτ κερδίζοντας το αδιανόητο μέχρι πριν από λίγα χρόνια ποσοστό του 43,8%.
Με αυτή την επίδοση η AfD υπερδιπλασίασε την εκλογική δύναμή της και κατέλαβε 39 από τις 83 έδρες του τοπικού Κοινοβουλίου, μένοντας μόλις τρεις έδρες μακριά από την απόλυτη πλειοψηφία.
Στην απέναντι πλευρά, η εικόνα για τους Χριστιανοδημοκράτες είναι συντριπτική. Το CDU του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς περιορίστηκε στο 17,2%, χάνοντας περισσότερο από το μισό της προηγούμενης εκλογικής της δύναμης. Και αυτό είναι ίσως το δεύτερο –εξίσου σημαντικό– μήνυμα της κάλπης που λέει ότι η εκτίναξη της AfD δεν συντελείται πλέον στις παρυφές του πολιτικού συστήματος αλλά σιτίζεται από την αποσύνθεση παραδοσιακών κομματικών μηχανισμών εκπροσώπησης. Οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις ακολούθησαν από μεγάλη απόσταση. Το σοσιαλδημοκρατικό SPD έλαβε 9,3%, οι Πράσινοι 8,9%, η Αριστερά 8,6%, ενώ η Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ μπήκε στο τοπικό Κοινοβούλιο με 5,3%.
Χωρίς αυτοδυναμία, αλλά καβάλα στο (παρ)άλογο…
Η αριθμητική αφήνει, για την ώρα τουλάχιστον, την ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» εκτός αυτοδύναμης διακυβέρνησης, πολιτικά, όμως, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Κι αυτό διότι η συζήτηση δεν περιστρέφεται πλέον γύρω από το ερώτημα πώς θα μείνει η AfD έξω από μια κυβέρνηση. Το κρίσιμο ζήτημα που πρέπει να… διαλευκανθεί είναι γιατί σχεδόν ένας στους δύο ψηφοφόρους επέλεξε να οδηγήσει το ακροδεξιό κόμμα στο χολάκι της εξουσίας.
Πίσω από την υποτιθέμενη αντισυστημική ψήφο είναι προφανές ότι βρίσκεται ένας πολυπαραγοντικός μαγνήτης προσέκλυσης πολιτών στην κάλπη της γερμανικής ακροδεξιάς. Το κόμμα που κάποτε θεωρούνταν καταφύγιο ενός σκληρού ultra right πυρήνα μετατράπηκε σε πολιτική στέγη ενός πολύ ευρύτερου ακροατήριου στο οποίο συναθροίζονται λ.χ. εργαζόμενοι που αισθάνονται ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν τους αφορά ή και μικρομεσαίοι που πιέζονται από το κόστος ζωής. Είναι, επίσης, νέοι που δεν βλέπουν προοπτική, πολίτες της πρώην ανατολικής Γερμανίας που εξακολουθούν να αισθάνονται ότι αποτελούν τη «δεύτερη ταχύτητα» της χώρας. Είναι τέλος κι εκείνοι που δυσανασχετούν με την επιδείνωση των μεταναστευτικών ροών έστω κι αν η Σαξωνία στην οποία έχουν στραφεί τα φώτα έχει μικρό πληθυσμό μεταναστών. Κοινός τόπος όλων των παραπάνω κοινωνικών ομάδων είναι η ολοένα βαθύτερη πεποίθηση ότι το Βερολίνο, δηλαδή η κεντρική εξουσία, δεν ακούει, δεν καταλαβαίνει και κυρίως δεν απαντά στα προβλήματα της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Θα αντέξει το… τείχος;
Με τις μνήμες του ναζισμού να πονάνε ακόμη τη γερμανική κοινωνία, οι ελπίδες να στηθεί ένα πρώτο πολιτικό ανάχωμα στη ακροδεξιά επέλαση του AfD στρέφονται στο «Brandmauer». Δεν πρόκειται για πρόσωπο ή για φορέα, αλλά για το λεγόμενο «πυροτείχος» (σ.σ. κατ΄ αντιστοιχία του γαλλικού «cordon sanitaire»), που αποτέλεσε έναν από τους βασικούς κανόνες πολιτικής λειτουργίας της γερμανικής δημοκρατίας στα μεταπολεμικά χρόνια, ο οποίος χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει την απόλυτη άρνηση συνεργασίας των παραδοσιακών δημοκρατικών κομμάτων με το AfD.
Τι επιτάσσει η αρχή του Brandmauer; Μια τρόπον τινά ρητή απαγόρευση να δημιουργηθεί κυβερνητικός συνασπισμός ή να υπάρξει συμφωνία στήριξης και συνεννόηση για κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες με ακροδεξιό κόμμα. Mόνο που αυτό το «τείχος» τελεί πλέον υπό πολιορκία, καθώς το AfD μπορεί να αντιμετωπίζεται από τις γερμανικές υπηρεσίες ασφαλείας ως ακροδεξιά εξτρεμιστική οργάνωση, αλλά όταν 44% των ψηφοφόρων την νομιμοποιεί πολιτικά δια της κάλπης, είναι εξαιρετικά αμφίβολο πώς θα βρεθεί στην απομόνωση δίχως… παρατράγουδα και με την ηγετική ομάδα της να πιπιλίζει την καραμέλα ότι «όλοι μας φοβούνται επειδή λέμε αυτά που οι άλλοι δεν τολμούν».
Το «φιλικό» πρόσωπο του γερμανικού ακροδεξιού λαϊκισμού
Το πρόσωπο που κρύβεται πίσω από τον θρίαμβο του AfD στις εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ είναι ο Ούλριχ Ζίγκμουντ, τον οποίο το γνωστό γερμανικό περιοδικό Spiegel αποκάλεσε προεκλογικά στο εξώφυλλό του «τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο της Γερμανίας».
Όπως εξήγησε ο αρχισυντάκτης του περιοδικού, ο Ζίγκμουντ εμφανίζεται φιλικός και πειστικός ακόμη και σε πολίτες που δεν έχουν ακροδεξιές πεποιθήσεις επιθυμούν ωστόσο μεγάλες πολιτικές αλλαγές, ενώ τα σχέδιά του για τη Σαξονία-Άνχαλτ συνιστούν επίθεση κατά της φιλελεύθερης δημοκρατίας, με τις μειονότητες να είναι οι πρώτες που θα το αισθανθούν. Σημειωτέον, ο Ζίγκμουντ έχει βρεθεί στο επίκεντρο αποκαλύψεων που τον θέλουν να συμμετείχε στη μυστική συνάντηση ακροδεξιών υποστηρικτών και στελεχών της AfD στο Πότσνταμ τον Νοέμβριο του 2023. Πρόκειται για το ραντεβού που είχε δοθεί στη βίλα Λάντχαους Άντλον κοντά στη λίμνη Λάινιτς στο Πότσνταμ, όπου ο Αυστριακός ακροδεξιός ακτιβιστής Μάρτιν Σέλνερ παρουσίασε ένα «μάστερ πλαν» για τη λεγόμενη «απέλαση/επαναπατρισμό» εκατομμυρίων ανθρώπων από τη Γερμανία. Το εν λόγω σχέδιο αφορούσε αιτούντες άσυλο, αλλοδαπούς με άδεια παραμονής, αλλά και Γερμανούς πολίτες αλλοδαπής καταγωγής που θεωρήθηκε ότι «δεν έχουν ενσωματωθεί». Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι ήδη από το 2023 η Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος της Σαξονίας-Άνχαλτ έχει χαρακτηρίσει το τοπικό παράρτημα της AfD ως «βεβαίως ακροδεξιό εξτρεμιστικό», αλλά ο Ζίγκμουντ απορρίπτει τον χαρακτηρισμό ως πολιτικά υποκινούμενο και δεν είναι τυχαίο ότι έκτοτε παίζει συχνά το επικοινωνιακό χαρτί της δήθεν θυματοποίησης. Απόδειξη ότι στο πολιτικό πρόγραμμα του νεαρού πολιτικού περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και η αποχώρηση της Σαξονίας-Άνχαλτ από τις νομοθετικές προβλέψεις για στήριξη του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού συστήματος της Γερμανίας. Το προτεινόμενο μέτρο απορρίφθηκε στο τοπικό κοινοβούλιο, αλλά ο Ζίγκμουντ μετέτρεψε το «όχι» σε ένα ισχυρό αφήγημα κατά των κατεστημένων ΜΜΕ.
Αυτός, λοιπόν, ο συνδυασμός της προσηνούς εικόνας με τον ακραίο πολιτικό λόγο, αποτελεί τον πυρήνα της στρατηγικής «κανονικοποίησης» της ακροδεξιάς που ακολουθεί ο Ζίγκμουντ κι όπως όλα δείχνουν αποτέλεσε το κατάλληλο λίπασμα να μετατραπεί η κοινωνική δυσφορία σε πολιτικό κεφάλαιο για τον ίδιο και το κόμμα του.