
Η εκβιαστική στρακαστρούκα Μητσοτάκη για το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, αλλά αφού ξαναεκλεγεί ο ίδιος πρωθυπουργός
Ο Κυριάκος δεν βγήκε μεγαλοδευτεριάτικα στο γυαλί για να ενημερώσει για τη σοβαρότητα των γεγονότων αλλά για να δώσει δήθεν θεσμική βαρύτητα στη λιωμένη καραμέλα ότι αυτά, δηλαδή τα ρουσφέτια και οι ρεμούλες, είναι παθογένειες δεκαετιών
Όπως είχε προαναγγελθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης βγήκε το πρωί της Δευτέρας (6/4) σε πανελλήνια τηλεοπτική σύνδεση προκειμένουν να διευκρινίσει την κυβερνητική θέση αναφορικά με τις καυτές εξελίξεις που έχουν «τρέξει» τις τελευταίες ημέρες σε σχέση με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Αν και ξεκίνησε το μίνι «διάγγελμά» του υπογραμμίζοντας ότι απευθύνεται στους πολίτες «χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές» ο πρωθυπουργός δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αντιθέτως αναλώθηκε σε ένα κατ’ ουσία αναμάσημα όλων όσα έχουν ειπωθεί τα προηγούμενα 24ωρα από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη. Τρανό παράδειγμα η ατάκα του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι «η αποστολή δικογραφίας στη Βουλή με αίτημα την άρση της ασυλίας 11 Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας συνιστά σοβαρή εξέλιξη».
Βεβαίως, το πόσο σοβαρή εξέλιξη συνιστά η επίμαχη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ είναι αυτονότητο γεγονός και δεν χρειαζόταν το πρωθυπουργικό διάγγελμα για να το αντιληφθεί ο μέσος πολίτης. Αλλά ο Μητσοτάκης δεν βγήκε μεγαλοδευτεριάτικα στο γυαλί για να ενημερώσει για τη σοβαρότητα των γεγονότων αλλά για να δώσει δήθεν θεσμική βαρύτητα στο αφήγημα-λιωμένη καραμέλα ότι αυτά, δηλαδή τα ρουσφέτια, είναι παθογένειες δεκαετιών, επομένως δεν έχει γίνει και τίποτα περισσότερο από μια συνήθη παλαιοκομματική πρακτική ΟΛΩΝ όσοι «διακονούν» εδώ και δεκαετίες το εγχώριο πολιτικό σύστημα.
Υπάρχει ωστόσο και κάτι που ειπώθηκε σήμερα για πρώτη φορά από το στόμα του πρωθυπουργού και δεν μπορεί να περάσει αδιάφορα. Αυτό ήταν η δημοσιοποίηση της πρόθεσής του να εισηγηθεί προς συζήτηση στον δημόσιο διάλογο το μέτρο της θέσπισης ασυμβίβαστου ανάμεσα στις ιδιότητες του υπουργού και του βουλευτή.

Όπως πρόχειρα εξήγησε, η θέση ενός υπουργού στη Βουλή θα αντικαθίσταται από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο, και με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή.
Το παράξενο στην πρόταση Μητσοτάκη δεν είναι τόσο το ότι παραμένει εξαιρετικά νεφελώδες πώς αυτό το μέτρο θα εφαρμοστεί στην πράξη (τι θα γίνει άραγε αν ενας υπουργός ανασχηματιστεί; Θα πάρει η θέση του επιλαχόντα;) και με ποιο τρίοπο θα κόψει τα ρουσφέτια, που για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας μια χαρά συνεχίζουν να «διαπράττονται» παρά την ψηφιοποίηση αρκετών γραναζιών της κρατικής μηχάνης.
Είναι κυρίως η τρόπον τινά εκβιαστική και εν πολλοίς ρουσφετολογική στρατηγική του Κυριάκου ότι η συγκεκριμένη πρόταση θα τεθεί σε διαβούλευση με την κοινωνία ώστε να υλοποιηθει μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές, αλλά εφόσον ξαναγίνει ο ίδιος πρωθυπουργός!!!
Στη διαγγελματική δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη που ακολουθεί, όσο κι αν ψάξει κάποιος δεν πρόκειται να βρεί λέξη που να εξηγεί γιατί αυτή η σπουδαία(;) πρόταση δεν μπορεί να νομοθετηθεί και να γίνει πράξη στους επόμενους 12 μήνες που σύμφωνα με τον πρωθυπουργό θα είναι ακόμη κυβέρνηση η Ν.Δ. εξαντλώντας το συνταγματικό όριο της θητείας της.
Και δεν υπάρχει τέτοια εξήγηση διότι για να γίνει πράξη η πολιτική φαντασίωση του Κυριάκου απαιτείται το «ΝΑΙ» 180 βουλευτών είτε σε αυτην είτε στην επόμενη βουλή, πράγμα που μόνο στο… σινεμά μπορεί να το δει η μητσοτακική Ν.Δ.,
Όσοι, δε, αναρωτιούνται γιατί έριξε την πρόταση στο τραπέζι ο Κυριάκος, η απάντηση είναι απλή: Πέταξε μια πασχαλινή επικοινωνιακή κροτίδα για να εμφανιστεί ως δήθεν μεταρρυθμιστής που θέλει -λέει- να στερήσει «από το ρουσφέτι το πολιτικό του “οξυγόνο”», υποσχόμενος κάτι που δεν μπορεί να εφαρμόσει.
Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που ο Κυριάκος «συλλαμβάνεται» ανακόλουθος ως προς τις δεσμέυσεις του.
ΔΗΛΩΣΗ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ
«Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, σας απευθύνομαι σήμερα χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές.
Αυτή είναι η ευθύνη μου, ως Πρωθυπουργός αλλά και ως Πρόεδρος μιας μεγάλης παράταξης της οποίας η ιστορία ταυτίζεται με τη διαδρομή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, με τις καλές και λιγότερο καλές στιγμές της.
Θέλω να κάνω τρεις επισημάνσεις. Πρώτον, η αποστολή δικογραφίας στη Βουλή με αίτημα την άρση της ασυλίας 11 Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας συνιστά σοβαρή εξέλιξη, για την οποία οφείλω να τοποθετηθώ αναλυτικά. Θυμίζω ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεσμοθετήθηκε το 2020 και στηρίχθηκε πλήρως από την κυβέρνησή μας. Το δε υλικό πάνω στο οποίο εδράζει τα αιτήματά της είναι προϊόν νόμιμων επισυνδέσεων που έγιναν από τις διωκτικές αρχές και πάλι αυτής της κυβέρνησης. Χωρίς να υπάρξει, προφανώς, καμία παρέμβαση στο έργο τους. Αφορώντας, βέβαια, συμβάντα όχι σημερινά, αλλά του 2021.
Τα μέλη της κυβέρνησης που αναφέρονται στην υπόθεση υπέβαλαν αμέσως την παραίτηση τους. Τα δε αιτήματα ασυλίας θα συζητηθούν αύριο στην Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής. Ήταν, άλλωστε, η Νέα Δημοκρατία που τροποποίησε το Σύνταγμα ώστε η άρση της ασυλίας των Βουλευτών να γίνει ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Τιμά τους Βουλευτές μας η απόφαση τους να ζητήσουν την άρση της κοινοβουλευτικής τους προστασίας. Όμως, από την πρώτη επεξεργασία των στοιχείων είναι σαφές πως δεν έχουν όλες οι υποθέσεις την ίδια βαρύτητα. Ένα, όμως, είναι βέβαιο: κανείς από τους Βουλευτές μας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος.
Με δεδομένο ότι ο δυτικός νομικός πολιτισμός έχει δώσει αγώνες για να κατακτηθεί το τεκμήριο της αθωότητας, τονίζω ότι θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να το υπερασπιστώ. Γι’ αυτό και ζητώ από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μετά την άρση της ασυλίας των Βουλευτών μας, να προχωρήσει ταχύτατα σε όλες τις ανακριτικές ενέργειες και να αποφανθεί αν, σε πόσους και σε ποιους προτίθεται να ασκήσει διώξεις. Και όταν λέω ταχύτατα, το εννοώ. Γιατί μιλάμε για Βουλευτές μας οι οποίοι έχουν ήδη υποστεί προσωπικό αλλά και πολιτικό πλήγμα. Έχουν, συνεπώς, το ελάχιστο δικαίωμα να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους.
Η δεύτερη επισήμανσή μου για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αφορά τη μάστιγα των πελατειακών σχέσεων, που επί δεκαετίες περνούσαν, σαν παλαιοκομματική «σκυτάλη», από τα χέρια της μιας κυβέρνησης προς την επόμενη. Απέναντί της έχω σταθεί αυτοκριτικά πολλές φορές, όπως και για το γεγονός ότι δεν έκανα νωρίτερα δραστικές παρεμβάσεις για να σπάσει το “απόστημα”. Όμως, η μεγάλη μεταρρύθμιση τώρα υλοποιείται: ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως τον ξέραμε, δεν υπάρχει πια. Η ευθύνη του προσδιορισμού και αποπληρωμής των αγροτικών ενισχύσεων μεταβιβάστηκε στην ΑΑΔΕ. Και όπως σήμερα δεν ζητάμε διευκολύνσεις από την ΑΑΔΕ για φορολογικά θέματα, το ίδιο θα ισχύει στο εξής και για τις επιδοτήσεις. Είναι μία μεγάλη αλλαγή, που θα ωφελήσει πολύ κάθε έντιμο αγρότη και κτηνοτρόφο.
Εδώ επιτρέψτε μου έναν πιο προσωπικό τόνο. Φτάνει πια με τους υποκριτές που “ανακάλυψαν” ξαφνικά ότι τα ρουσφέτια στον τόπο ξεκίνησαν το 2019. Τέτοιες πελατειακές σχέσεις συνοδεύουν το ελληνικό κράτος από τη σύσταση του. Είναι από τους βασικούς λόγους της εθνικής μας υστέρησης σε σχέση με την Ευρώπη. Σας μιλώ από καρδιάς. Προφανώς, δεν προέκυψα από πολιτική “παρθενογένεση”. Όποιος Βουλευτής εκλέγεται με σταυρό, διατηρεί πολιτικό γραφείο και ισχυρίζεται πως δεν έχει κάνει ποτέ κάποια εξυπηρέτηση, είναι απλώς ψεύτης. Όμως, από το 2019 αγωνίζομαι να μετατρέψω την Ελλάδα σε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, στο οποίο δεν θα χρειάζεται να γνωρίζεις προσωπικά τον Βουλευτή προκειμένου να αντιμετωπιστείς με αξιοπρέπεια από το Δημόσιο. Το μεγάλο στοίχημα του ψηφιακού εκσυγχρονισμού που κερδίζουμε ημέρα με την ημέρα δεν στοχεύει μόνο σε μία καλύτερη καθημερινότητα για όλους, αλλά στην αντιμετώπιση της μικρής ή μεγαλύτερης διαφθοράς που μπορεί να κρύβεται σε κάθε διαδικασία στην οποία υπεισέρχεται ανθρώπινος παράγοντας. Οι νοοτροπίες αιώνων, βλέπετε, δεν αλλάζουν, δυστυχώς, απ’ τη μία στιγμή στην άλλη. Γι’ αυτό και πρέπει να στερήσουμε από το ρουσφέτι το πολιτικό του “οξυγόνο”.
Πώς; Σήμερα οι συντάξεις βγαίνουν σε σύντομο διάστημα και όχι σε τρία χρόνια. Άρα, γιατί να πάρεις τον Βουλευτή για να ζητήσεις να βγει πιο γρήγορα η δική σου; Στη χώρα, όταν υπάρχουν αρκετά κρεβάτια Εντατικής, ποιος ο λόγος να απαιτεί κάποιος προνομιακή μεταχείριση; Από τη στιγμή που οι κλήσεις της Τροχαίας επιδίδονται αυτόματα και ψηφιακά, ποιος θα μπορεί μετά να θέλει να σβηστεί η δική του; Τώρα που η θητεία εκσυγχρονίζεται και όλοι υπηρετούν στον Στρατό Ξηράς με τους ίδιους όρους, χάνει πλέον το νόημά του το στρατολογικό ρουσφέτι. Κι όταν, όπως δρομολογούμε, δορυφόροι καταγράφουν τις καλλιέργειες και όλα τα ζώα έχουν ηλεκτρονική σήμανση, τελειώνουμε οριστικά με τα ανύπαρκτα κοπάδια και τα εικονικά βοσκοτόπια. Όλες αυτές είναι πολιτικές που υλοποιούνται ήδη και αλλάζουν το “βαθύ κράτος”. Για να το πω διαφορετικά: μόνο ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός και η διαφάνεια μπορούν να μας απαλλάξουν από ξεπερασμένες πρακτικές που δεν χωρούν στον 21ο αιώνα.
Τέλος, το τρίτο μου σχόλιο αφορά το πολιτικό σύστημα συνολικά. Κανείς -και πρώτος εγώ- δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του στην κρίση εμπιστοσύνης, η οποία απευθύνεται όχι μόνο στους θεσμούς αλλά και στο πολιτικό προσωπικό της χώρας συνολικά. Μία πρόκληση, βέβαια, που απασχολεί όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Εμείς, ωστόσο, έχουμε χρέος να ασχοληθούμε με τα “του οίκου μας”. Έχουμε φτάσει, νομίζω, σε ένα σημείο καμπής. Ως πρωθυπουργός, λοιπόν, αλλά και ως Πρόεδρος ενός κόμματος που εγγυάται τη σταθερότητα και την ασφάλεια, οφείλω να αξιολογήσω τη συγκυρία, όχι μόνο ως δίδαγμα μιας αρνητικής εμπειρίας αλλά και ως μία νέα αφετηρία μάχης με το “βαθύ κράτος”. Με πρώτη τη δική μου παράταξη να γίνεται δύναμη ρήξης με τα κακώς κείμενα και να αναμετριέται, με ειλικρίνεια και γενναιότητα, με τις δικές της αδυναμίες.
Έτσι, θα εισηγηθώ προς συζήτηση στον δημόσιο διάλογο μια νέα δέσμη θεσμικών τομών, πέραν των προτάσεών μας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Ανάμεσά τους, το ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή, με αντικατάσταση του Υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο, και με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του Βουλευτή. Προφανώς, οι παραπάνω προτάσεις θα τεθούν σε διαβούλευση με την κοινωνία, ώστε να υλοποιηθούν μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές. Θα αποτελέσουν, επίσης, μέρος των δεσμεύσεων τις οποίες θα αναλάβουμε, εφόσον ο λαός μας εμπιστευθεί ξανά. Και πάντως, σίγουρα σηματοδοτούν την προσωπική μου απόφαση η πατρίδα να κερδίσει οριστικά τον πόλεμο με τα δεσμά του παρελθόντος της.
Με άλλα λόγια, βαδίζοντας προς το ορόσημο του 2030 και τους δύο αιώνες από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, καλούμαστε να αναμετρηθούμε με όλες εκείνες τις διαχρονικές παθογένειες που δεν ξεριζώσαμε ακόμα. Και παρά τις δυσκολίες, παρά τις αντιδράσεις, είμαι σίγουρος ότι Ελληνίδες και οι Έλληνες θα στηρίξουν αυτή την προσπάθεια. Προσπάθεια εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης της δημόσιας ζωής. Η χώρα θα νικήσει ό,τι έρχεται από το χθες και την κρατά πίσω. Και η πορεία της στο εξής θα είναι μόνο μπροστά, με πρώτο και καθοριστικό σταθμό τις εκλογές του 2027».