
Η «βουβή» ψήφος «τρομάζει» το Μαξίμου
Κρίσιμη παράμετρος για το εκλογικό αποτέλεσμα είναι το ποσοστό δυσαρέσκειας των πολιτών για την κυβέρνηση που ξεπερνάει το 70%
Επισήμως ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκλεισε όλα τα σενάρια για την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες το Φθινόπωρο, τονίζοντας τουλάχιστον τρεις φορές το τελευταίο επταήμερο ότι οι ερχόμενες εκλογές θα διεξαχθούν την Άνοιξη του 2027. Αυτό που δεν άλλαξε ο κ. Μητσοτάκης είναι ότι το αφήγημα για 3η αυτοδύναμη θητεία της Νέας Δημοκρατίας. Κάτι που δεν τεκμαίρεται από καμία δημοσκόπηση.
Του Μιχάλη Κωτσάκου
Στο Μαξίμου δεν είναι χαζοί για να λένε διάφορα πράγματα του αέρα απλά για να τα πούνε. Με κάθε τρόπο προσπαθούν να «εκβιάσουν» το εκλογικό σώμα. Και αυτό διότι το δίλλημα «Μητσοτάκης ή χάος» δεν πιάνει. Οπότε αναζητούν διάφορους τρόπους για να ισχυρίζονται ότι εάν δεν εκλεγεί πρωθυπουργός ο Μητσοτάκης θα καταστραφεί η χώρα. Κάτι που δεν πιστεύει ουδείς Έλληνας.
Όμως στο Μαξίμου φέρονται αποφασισμένοι να φτάσουν στα άκρα επιμένοντας σε αυτό το αφήγημα. Και μάλιστα σύμφωνα με διαρροές από το πρωθυπουργικό μέγαρο υπάρχουν σκέψεις οι εκλογές να διεξαχθούν τον ερχόμενο Μάιο, μετά το Πάσχα (το 2027 θα το εορτάσουμε στις 2 Μαΐου), αναφέροντας ως πιθανές ημερομηνίες τις Κυριακές 23, ή 30 Μαΐου. Δηλαδή προσπαθούν να εργαλειοποιήσουν το γεγονός ότι από την 1η Ιουνίου του 2027 και για έξι μήνες η Ελλάδα θα προεδρεύει της Ε.Ε. Επειδή μία χώρα θα προεδρεύει της Ε.Ε. δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται από κάποιοι κοινοτικό κανονισμό στο διάστημα της προεδρίας να υπάρχουν πολιτικές εξελίξεις σε αυτή. Απλά το Μαξίμου θέλει να «παίξει» με αυτή την προεδρία σε μία ακόμη προσπάθεια «εκβιασμού» του εκλογικού σώματος.
Η… βουφή ψήφος
Αυτό όμως που δεν υπολογίζουν ως φαίνεται τα… σαΐνια του Μαξίμου είναι η λεγόμενη «βουβή» ψήφος. Κι όμως τα στοιχεία που υπάρχουν δείχνουν ότι αυτή η «βουβή» ψήφος θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στο εκλογικό αποτέλεσμα.
Σε όλες τις δημοσκοπήσεις αυτοί που δηλώνουν ικανοποιημένοι από το κυβερνητικό έργο κυμαίνεται μεταξύ του 25-30%. Τουναντίον υπάρχει ένα ποσοστό που είναι κινείται σταθερά πάνω από το 70%, το οποίο εκφράζει όχι μόνο την δυσαρέσκεια του για τα επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη, αλλά ζητάει και πολιτική αλλαγή. Το ποσοστό των ευχαριστημένων από την κυβέρνηση Μητσοτάκη εκλαμβάνεται από το Μαξίμου ως η βάση για να επιτευχθεί ο στόχος της 3ης αυτοδύναμης κυβερνητικής θητείας.
Αρνούνται, όμως να μιλήσουν για το υπόλοιπο 70% που έχει σαφώς αποδοκιμαστική διάθεση. Και αυτοί που αποδοκιμάζουν την κυβέρνηση δεν είναι απαραίτητα το λεγόμενο κεντροαριστερό κοινό. Τουναντίον το τελευταίο διάστημα πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο οι δυσαρεστημένοι δεξιοί. Μάλιστα κάποιοι εξ’ αυτών δεν είναι περιστασιακοί ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας. Είναι άνθρωποι που ψηφίζουν μία ζωή Νέα Δημοκρατία, ανεξάρτητα το ποιος είναι πρόεδρος. Τώρα αυτοί νιώθουν ότι η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι κάτι μακρινό από τις δικές τους πεποιθήσεις.
Προφανώς οι δυσαρεστημένοι αθροίζονται σε πολλές και διάφορες ομάδες, με ετερόκλητη πολιτική ή και ιδεολογική προέλευση, οι οποίες καταμερίζονται στην πρόθεση ψήφου σε διάφορα κόμματα. Υπάρχει όμως ένα ενδεχόμενο αυτό το ποσοστό να εμφανίσει τάσεις συσπείρωσης, αν υποτεθεί ότι κάποιο από τα αντιπολιτευόμενα κόμματα κατορθώσει να προτάξει με πειστικό τρόπο το, μηδενιστικό έστω, ζητούμενο «να φύγει ο Μητσοτάκης». Αυτό δεν απίθανο να συμβεί. Και να διαμορφωθεί ένα τέτοιο αντιπαραθετικό σκηνικό. Και ήδη διαπιστώνει κάποιος σε συζητήσεις ότι υπάρχουν ομάδες πολιτών, οι οποίοι δεν αποδέχονται το δίλημμα «σταθερότητα ή χάος», όχι με την έννοια ότι θα προτιμήσουν το χάος, αλλά με το σκεπτικό ότι η σταθερότητα δεν ταυτίζεται με ένα και μόνο πολιτικό πρόσωπο. Το αν θα αναπτυχθούν δυναμικές που θα κατορθώσουν να συσπειρώσουν μεγαλύτερο κομμάτι της κατακερματισμένης ψήφου αποδοκιμασίας κατά της κυβέρνησης, είναι ζήτημα στρατηγικής. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι μια τέτοια στρατηγική θα είναι επιτυχής, και αυτό εξαρτάται από πολλά.
Η παράμετρος αποχή
Υπάρχει μια κρίσιμη παράμετρος, η οποία εκδηλώθηκε με διαφορετικούς τρόπους στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2023 και στις ευρωεκλογές του 2024. Είναι η αποχή των πολιτών από την κάλπη και η σύνθεσή της. Το 2023 φάνηκε ότι η αποχή διαμορφώθηκε κατά μείζονα λόγο από πολίτες που δεν ήθελαν να ψηφίσουν την κυβέρνηση, αλλά δεν είχαν και καμία διάθεση να στηρίξουν κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης.
Στις εκλογές του Μαΐου 2023 η αποχή ήταν σχεδόν 39%, στη δεύτερη αναμέτρηση του Ιουνίου αυξήθηκε και έφτασε περίπου το 47%. Δεν συνέβη το ίδιο στις ευρωεκλογές του 2024, όπου φάνηκε ότι ένα μεγάλο κομμάτι της αποχής ήταν απογοητευμένοι ψηφοφόροι του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η αποχή σε αυτές τις εκλογές πλησίασε το 60%. Όσο και αν κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο σε εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είναι σαφές ότι αυτή η συμπεριφορά των ψηφοφόρων κόστισε στην κυβέρνηση.
Ο τρόπος που θα διαμορφωθούν τα αντίστοιχα ποσοστά συμμετοχής/αποχής στις προσεχείς εκλογές είναι ίσως η κρισιμότερη παράμετρος. Δεν θα πρέπει να αποκλειστεί βιαστικά και επιδερμικά το ενδεχόμενο τα ποσοστά αποδοκιμασίας της κυβέρνησης στις δημοσκοπήσεις να είναι προς το παρόν μια «βουβή» ψήφος, που μπορεί όμως να μην παραμείνει βουβή στις εκλογές.
Η «Ελλάδα του 2030»
Και το άσχημο για το κυβερνών κόμμα είναι ότι δεν πείθουν πλέον τα αφηγήματα που θέτει ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τον ορίζοντα του 2030. Ο πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η χώρα χρειάζεται να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, να αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και να προσελκύσει νέες επενδύσεις. Παράλληλα, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις προκλήσεις που δημιουργούν η τεχνητή νοημοσύνη, οι δημογραφικές εξελίξεις, η ενεργειακή μετάβαση και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, υποστηρίζοντας ότι απαιτείται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τη διαχείρισή τους.
Όμως την ίδια ώρα οι πολίτες αρνούνται να πιστέψουν το αφήγημα του 2030, καθώς έχουν δει ότι το «Ελλάδα 2.0», δηλαδή τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης πήγαν σε λίγους και δεν διοχετεύθηκαν στους μικρομεσαίους. Κάτι που σημαίνει ότι η κοινωνία έμεινε εκτός σημαντικών πόρων. Οπότε πολύ λογικά υπάρχει η δυσπιστία για ότι και εάν υπόσχεται ο πρωθυπουργός για τα επόμενα χρόνια.
Το μήνυμα ενόψει των εκλογών
Σε κάθε περίπτωση, ο πρωθυπουργός δημοσίως εμφανίζεται αισιόδοξος ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να εξασφαλίσει τρίτη συνεχόμενη εκλογική νίκη με στόχο την αυτοδυναμία. Όπως υποστηρίζει, η κυβερνητική παράταξη διαθέτει το μοναδικό ολοκληρωμένο σχέδιο για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας, επισημαίνοντας ότι η αξιοπιστία της ενισχύεται από την υλοποίηση της μεγάλης πλειονότητας των προεκλογικών δεσμεύσεων του 2023.
«Τον τελικό λόγο έχουν οι πολίτες» επαναλαμβάνουν στο Μέγαρο Μαξίμου, υπογραμμίζοντας ότι οι εκλογές του 2027 θα κρίνουν ποια κυβέρνηση μπορεί να οδηγήσει τη χώρα με ασφάλεια στις προκλήσεις της νέας εποχής.