
Ισορροπία σε δύο άξονες για την κυβέρνηση
Το Μαξίμου θέλει να αναδείξει τα αφηγήματα της υπευθυνότητας και της πόλωσης ποντάροντας στις αδυναμίες της αντιπολίτευσης
Σε ένα παιχνίδι ισορροπιών, με το βλέμμα σταθερά στραμμένο στις εκλογές του επόμενου έτους, το Μαξίμου αναζητά τον τρόπο να κάνει την υπέρβαση και να ανέβουν τα δημοσκοπικά ποσοστά της Ν.Δ. από τα σημερινά επίπεδα, που σε καμία περίπτωση δεν δείχνουν ότι η αυτοδυναμία που είναι ο στόχος της κυβέρνησης για τις επόμενες εθνικές εκλογές είναι εφικτός.
Του Μιχάλη Κωτσάκου
Σε αυτό το παιχνίδι ισορροπίας εντάσσονται και η πρωτοβουλία που πήρε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με το διάγγελμα για την Συνταγματική Αναθέωρηση, όπως και η αλλαγή του αφηγήματος «Μητσοτάκης ή χάος». Αν κρίνουμε από τις πρώτες αντιδράσεις για την πρωτοβουλία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, τότε το πιθανότερο είναι στην επόμενη τηλεοπτική του συνέντευξη ο πρωθυπουργός να αλλάξει εκ νέου το τροπάριο. Κι αυτό διότι το «γάντι» της συναίνεσης για το Σύνταγμα που πέταξε ο κ. Μητσοτάκης, ουδείς έσπευσε να το σηκώσει. Τουναντίον δέχθηκε σκληρή κριτική, από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, από τους δύο πρώην πρωθυπουργούς (Καραμανλή, Σαμαρά)από τον πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ (Βενιζέλο) και πληθώρα πανεπιστημιακών.
Έχοντας το μυαλό στην Συνταγματική Αναθεώρηση ο κ. Μητσοτάκης εμφανίστηκε πολύ πιο ήπιος στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Αλέξη Παπαχελά, αρνήθηκε το σύνθημα που διακινούσε το Μαξίμου «Μητσοτάκης ή χάος», υποστηρίζοντας ότι στις εκλογές θα ζυγιστεί ο ίδιος έναντι του κ. Ανδρουλάκη, της κ. Κωνσταντοπούλου, του κ. Βελόπουλου. Ναι μεν οι περισσότεροι έκριναν ότι με τα όσα είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε ως αντίπαλο το ΠΑΣΟΚ, όμως από τη στιγμή που έβαλε στην ίδια ζυγαριά το Νίκο Ανδρουλάκη και το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή ένα οργανωμένο συστημικό κόμμα, με τον Βελόπουλο και την Κωνσταντοπούλου, που είναι ηγούνται δύο καθαρά προσωποπαγών κομμάτων, επί της ουσίας υποβίβασε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Αν δεν αλλάξει κάτι στο επόμενο διάστημα, δηλαδή η νέα δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, η στρατηγική του πρωθυπουργού και του Μαξίμου θα κινηθεί σε δύο άξονες. Θα επιχειρηθεί, όπως είπαμε και πιο πάνω, μία ισορροπία σε ένα τεντωμένο σχοινί. Δηλαδή μεταξύ της θεσμικής συναίνεσης και της πολιτικής σύγκρουσης. Πρόκειται για μια τακτική, η οποία υπηρετεί ταυτόχρονα τα αφηγήματα της υπευθυνότητας και της πόλωσης, με ζητούμενο τη δεύτερη κατά σειρά ανανέωση της εμπιστοσύνης των πολιτών, μετά το 2023.
Η κυβέρνηση φαίνεται αποφασισμένη το επόμενο διάστημα να ακολουθήσει το συγκεκριμένο μοτίβο:
- Από τη μια πλευρά, επιλέγει να «πετάξει την μπάλα» στα κόμματα της μειοψηφίας σε μείζονα θεσμικά ζητήματα, επιδιώκοντας ευρύτερες συμφωνίες. Έτσι, προσδοκά να εμφανιστεί ως δύναμη λογικής και μετριοπάθειας σε αντίθεση στο «όχι σε όλα» -όπως υποστηρίζει- των κομμάτων της μειοψηφίας.
- Από την άλλη, σε κάθε ευκαιρία ασκεί δριμεία κριτική στην αντιπολίτευση, στοχεύοντας κι εδώ σε μια καθαρή σύγκριση ανάμεσα στην πολιτική σταθερότητα αφενός και στο κατακερματισμένο και, κατά την κυβερνητική εκτίμηση, εναλλακτικά μη αξιόπιστο πολιτικό σκηνικό αφετέρου. Επί της ουσίας, η κλιμακούμενη επιθετική ρητορική του Μεγάρου Μαξίμου θέλει να παγιώσει τα εκλογικά διλήμματα ενώπιον των πολιτών και να πείσει για την ορθότητα του αφηγήματός του.
Οι απόδημοι
Το πρώτο κρας τεστ που θα αναδείξουν τα περιθώρια διακομματικής συνεννόησης κατά το επόμενο διάστημα θεωρείται το θέμα της επιστολικής ψήφου των αποδήμων. Το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών για τους αποδήμους τέθηκε ήδη σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση, η οποία θα παραμείνει ανοιχτή έως τις 16 Φεβρουαρίου, ενώ προ ολίγων ημερών πραγματοποιήθηκε η πρώτη διακομματική ενημερωτική σύσκεψη υπό τον υπουργό Θοδωρή Λιβάνιο. Το νομοσχέδιο προβλέπει τη θεσμική κατοχύρωση ειδικής εκλογικής περιφέρειας για τον Απόδημο Ελληνισμό, καθώς και την καθιέρωση της επιστολικής ψήφου, με στόχο τη διευκόλυνση της συμμετοχής των Ελλήνων του εξωτερικού στις εθνικές εκλογές, όπως έγινε στις ευρωεκλογές. Από την πρώτη συνεδρίαση της διακομματικής επιτροπής προέκυψε ότι το ΠΑΣΟΚ δεν δείχνει αρνητικό επί της αρχής.
Όμως το δεύτερο κρας τεστ μάλλον είναι αποτυχημένο με το καλημέρα. Ο λόγος για την Συνταγματική Αναθεώρηση, όπου ο Νίκος Ανδρουλάκης ορθά-κοφτά είπε ότι δεν πρόκειται να υπερψηφίσει την πρόταση της κυβέρνησης, οπότε για να επιτευχθεί η αλλαγή των άρθρων του Συντάγματος στην επόμενη Βουλή θα απαιτούνται 180 ψήφους, κάτι που ήθελε να το αποφύγει το Μαξίμου.
Τα νέα κόμματα
Μπορεί στο Μαξίμου να κάνουν λόγο ότι «ασχολούμαστε μόνο με υπαρκτά κόμματα», όμως υπάρχει εγρήγορση και συνεχή παρακολούθηση των κινήσεων του Αλέξη Τσίπρα, της Μαρίας Καρυστιανού, αλλά και του Αντώνη Σαμαρά. Για τον Αλέξη Τσίπρα δεν υπάρχει μεγάλη ανησυχία, καθώς εκτιμούν ότι δεν μπορεί να συνενώσει όλη την κεντροαριστερά, διότι όπως λένε «έχει πολλές νεκροκεφαλές στη ντουλάπα του».
Όσο για το κόμμα της κ. Καρυστιανού εκτιμούν πως θα κάνει ζημιά σε άλλα προσωποπαγή αντισυστημικά κόμματα (Ελληνική Λύση, Πλεύση Ελευθερίας, Νίκη, Φωνή Λογικής), καθώς οι πρώτες δηλώσεις της δείχνουν ότι κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Άρα δεν την θεωρούν κάποια απειλή για τη Νέα Δημοκρατία. Τουναντίον παρά το γεγονός ότι αποφεύγουν να μιλήσουν ανοιχτά στο Μαξίμου υπολογίζουν πολύ τις κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά. Κι αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι ο πρώην πρωθυπουργός έχει καταφέρει να θεωρείται η ψυχή της παράταξης. Και δεύτερον ο Κώστας Καραμανλης, όπως έδειξε και στην Καλαμάτα δεν πρόκειται επ’ ουδενί λόγο να αδειάσει τον Αντώνη Σαμαρά όποια απόφαση κι εάν λάβει.
Επίσης στο Μαξίμου τρίβουν τα χέρια τους με την εσωστρέφεια που υπάρχει στο ΠΑΣΟΚ και όλα τα φιλικά ΜΜΕ προς την κυβέρνηση ξαφνικά θυμήθηκαν τον Χάρη Δούκα και προβάλλουν τις αντιρρήσεις του έναντι της στρατηγικής Ανδρουλάκη. Στο Μαξίμου ξέρουν ότι ένα οργανωμένο κόμμα, μπορεί ανά πάσα στιγμή να κάνει το ξεπέταγμα που θα τους δημιουργήσει πρόβλημα κι έτσι δίνουν τα ρέστα τους να υποδαυλίζουν την έκρυθμη κατάσταση εντός του ΠΑΣΟΚ. Κάπου έχει καταντήσει και αηδία η εμμονή του Μαξίμου και της Πειραιώς να καλούν τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ να ορίσουν τον «προοδευτικό χώρο», αλλά και να τοποθετηθούν σχετικά με το τι θα κάνει το κόμμα τους την επομένη των εκλογών, στην περίπτωση που δεν υπάρχει αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Σε γενικές γραμμές, η τρέχουσα στρατηγική που φαίνεται να υιοθετεί η κυβέρνηση είναι να αξιοποιεί τις «αδυναμίες» των αντιπάλων της, αλλά και τη γενικότερη πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης, προκειμένου να προβάλλει ως μια λύση που – παρά τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει – μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα και προβλεψιμότητα σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το αφήγημα της σταθερότητας και της προοπτικής είναι κυρίαρχο στη ρητορική της κυβέρνησης, από τον πρωθυπουργό μέχρι το τελευταίο «γαλάζιο» στέλεχος.


