
Κεντροδεξιά χωρίς σπίτι! Πρέπει να ξαναχτιστεί…
Μοναδική ελπίδα πολιτικής επανίδρυσης ο Αντώνης Σαμαράς
Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)

Η Νέα Δημοκρατία του 2025 δεν θυμίζει πια το κόμμα που κάποτε εξέφραζε την κεντροδεξιά. Έχει χάσει τον ιδεολογικό της κορμό, εγκλωβισμένη στη λογική της επικοινωνίας και της εξουσίας. Μέσα σε αυτό το πολιτικό κενό, η φωνή του Αντώνη Σαμαρά αναδεικνύεται ως σημείο αναφοράς και πρόταση επανίδρυσης. Αν η κεντροδεξιά θέλει να επιβιώσει, πρέπει πρώτα να ξαναβρεί την ψυχή της.
Η κόπωση μιας παράταξης που ξέχασε ποια είναι
Η πολιτική σκηνή του 2025 θυμίζει κουρασμένο μηχανισμό. Οι πολίτες, απογοητευμένοι και καχύποπτοι, παρακολουθούν μια κυβέρνηση που μοιάζει περισσότερο με γραφείο δημοσίων σχέσεων παρά με ηγεσία. Η Νέα Δημοκρατία, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, δεν εμπνέει ούτε διοικεί· επιβιώνει.
Η φθορά της δεν είναι απλώς πολιτική – είναι υπαρξιακή. Το παράταξη, που κάποτε υπήρξε θεματοφύλακας της αστικής σταθερότητας, έχει μετατραπεί σε ένα πολύχρωμο, αλλά άχρωμο μωσαϊκό χωρίς ιδεολογικό πυρήνα. Η αποξένωση της βάσης είναι πλέον μόνιμο φαινόμενο: το 43% των Ελλήνων αυτοπροσδιορίζεται ως κεντροδεξιό ή κεντρώο, η Ν.Δ. δεν καταφέρνει να συγκρατήσει ούτε το ένα τρίτο αυτής της δεξαμενής. Το υπόλοιπο ρεύμα διαρρέει – προς την αποχή, προς την αδιαφορία ή προς πιο ακραίες επιλογές.
Ανάμεσα στις «παραστάσεις» επικοινωνίας, τις φωτογραφίες στα social media και τις προσεκτικά σκηνοθετημένες δηλώσεις, χάθηκε η ουσία. Η παράταξη δεν παράγει πολιτική· παράγει εντυπώσεις. Δεν υπερασπίζεται αρχές· δεν υπηρετεί αξίες· διαχειρίζεται ισορροπίες. Και όταν η ισορροπία γίνεται αυτοσκοπός, η ιδεολογία εξαφανίζεται.
Από την Κεντροδεξιά στην αποϊδεολογικοποίηση
Η ΝΔ δεν είναι πια κόμμα με πυξίδα· είναι κόμμα με ραντάρ. Ανιχνεύει πού φυσάει ο άνεμος και κινείται προς τα εκεί. Η «διεύρυνση προς το κέντρο» μετατράπηκε σε διάλυση ταυτότητας. Η συνύπαρξη πολιτικών με εντελώς διαφορετικές αφετηρίες –από τη δεξιά πατριωτική παράδοση έως τους πρώην κεντροαριστερούς τεχνοκράτες– δεν παράγει σύνθεση, αλλά σύγχυση.
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι στρατηγική επιλογή: η πολυσυλλεκτικότητα ως εργαλείο ελέγχου. Όταν δεν υπάρχει ιδεολογικός κορμός, δεν υπάρχει και εσωτερική αντιπολίτευση. Όταν όλα τα ρεύματα «ανήκουν» στην κορυφή, κανένα δεν μπορεί να την αμφισβητήσει. Το κόμμα γίνεται εταιρεία με διευθύνοντα σύμβουλο και όχι πολιτική κοινότητα με ιδέες.
Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη λειτουργεί σαν πολυκατάστημα πολιτικών ταυτοτήτων. Όλοι χωράνε, κανείς δεν ξεχωρίζει. Ο φιλελεύθερος, ο συντηρητικός, ο πράσινος, ο τεχνοκράτης –όλοι μπαίνουν κάτω από την ίδια στέγη, αρκεί να μην διαφωνούν δημόσια. Όλοι συνυπάρχουν, αρκεί να μην αμφισβητούν την κορυφή.
Αυτή η λογική της «ευρείας στέγης» φαίνεται ανεκτική, αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί σε αδράνεια. Όταν όλα επιτρέπονται, τίποτα δεν σημαίνει κάτι ουσιαστικά τελικά. Η συνέπεια μετατρέπεται σε μειονέκτημα, η διαφωνία σε απειλή.
Και εκεί ακριβώς γεννιέται το πρόβλημα: ένα κόμμα χωρίς αξίες καταλήγει να κυβερνά χωρίς κατεύθυνση.
Το «Επιτελικό Κράτος» που παράλυσε
Αυτό το μοντέλο εξουσίας –συγκεντρωτικό, τεχνοκρατικό, επικοινωνιακό– γέννησε ένα κράτος αντίδρασης. Η κυβέρνηση δεν προλαμβάνει, απλώς σχολιάζει. Όταν συμβαίνει μια κρίση, το πρώτο ερώτημα δεν είναι «τι φταίει;», αλλά «τι θα πούμε;». Η πολιτική πράξη υποκαθίσταται από τη ρητορική πράξη. Και έτσι, το ίδιο το νόημα της ευθύνης διαλύεται μέσα στο σύννεφο της επικοινωνίας.
Οι υπουργοί περιμένουν «έγκριση» για να υπογράψουν, οι αποφάσεις καθυστερούν, η πρωτοβουλία εξαφανίζεται. Το λεγόμενο «Επιτελικό Κράτος» μετατράπηκε σε κράτος-φάντασμα.
Από τα Τέμπη μέχρι την ακρίβεια και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το μοτίβο είναι ίδιο: καμία πρόληψη, καμία λογοδοσία, μόνο επικοινωνιακή διαχείριση. Το κράτος λειτουργεί για να προστατεύει την εικόνα του, όχι τους πολίτες. Η συγκέντρωση όλων των αποφάσεων στο Μαξίμου, η ακύρωση της πολιτικής πρωτοβουλίας των υπουργών, η εμμονή στον έλεγχο της εικόνας, οδήγησαν σε μια μορφή παράλυσης που μοιάζει με ακυβερνησία.
Κι όμως, αυτή η εικόνα καταρρέει. Γιατί καμία φωτογραφία, κανένα hashtag, καμία «ατάκα» δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ουσία. Όταν η διακυβέρνηση γίνεται προϊόν επικοινωνίας, η χώρα μένει ακυβέρνητη.
Η Κεντροδεξιά που ΔΕΝ εκπροσωπείται
Το μεγαλύτερο πολιτικό παράδοξο είναι ότι ενώ ο χώρος της κεντροδεξιάς παραμένει δημογραφικά και ιδεολογικά ο πιο πολυπληθής, δεν έχει πια πολιτική έκφραση. Οι πολίτες που πιστεύουν στη σταθερότητα, στη φιλελεύθερη οικονομία, στην εθνική αξιοπρέπεια και στη θεσμική τάξη, δεν νιώθουν ότι εκπροσωπούνται.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ξεκάθαρα τη δίψα για κάτι νέο. Μισοί σχεδόν από όσους αυτοπροσδιορίζονται ως κεντροδεξιοί δηλώνουν ότι θέλουν έναν νέο φορέα. Δεν μιλούν για ένα κόμμα-καταγγελία, αλλά για ένα κόμμα-επαναθεμελίωση. Ένα κόμμα που θα θυμίσει ότι η ευθύνη, η αξιοπρέπεια και η λογοδοσία δεν είναι παρωχημένες έννοιες, αλλά οι βάσεις μιας υγιούς πολιτείας.
Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια απλή αλήθεια: η βάση υπάρχει, αλλά δεν βρίσκει σπίτι. Η ΝΔ δεν την εμπνέει, οι λαϊκιστές τη φοβίζουν. Ένα πολιτικό κενό έχει ανοίξει και η ιστορία δείχνει ότι τέτοια κενά δεν μένουν ποτέ κενά για πολύ.
Η Νέα Δημοκρατία, στην τωρινή της μορφή, δεν μπορεί να καλύψει αυτό το κενό. Έχει εγκλωβιστεί σε μια λογική διαχείρισης εξουσίας και όχι παραγωγής πολιτικής. Όταν ένα κόμμα κυβερνά για να διατηρείται ο αρχηγός του στην εξουσία και όχι για να αλλάζει τη χώρα, παύει να είναι παράταξη.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία της αναγέννησης
Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Σε όλη την Ευρώπη, η κεντροδεξιά βρέθηκε αντιμέτωπη με τον ίδιο υπαρξιακό κίνδυνο: τη διάλυση της ταυτότητας. Στην Ιταλία, η αναγέννηση ήρθε μέσα από τη Τζόρτζια Μελόνι, που κατάφερε να παντρέψει πατριωτισμό και θεσμικό ρεαλισμό, δίνοντας ξανά προσανατολισμό σε έναν διαλυμένο χώρο.
Στην Ισπανία, το Λαϊκό Κόμμα αναδιοργανώθηκε μετά από χρόνια κρίσης, επιμένοντας σε αξίες και όχι σε προσωπολατρία. Στη Γαλλία, οι Républicains προσπαθούν ακόμα να βρουν ισορροπία ανάμεσα στη φιλελεύθερη οικονομία και την κοινωνική συνοχή.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η αναγέννηση δεν προήλθε από «επικοινωνιακά επιτελεία», αλλά από πρόσωπα που εξέφρασαν συνέπεια και ιδεολογική καθαρότητα. Αυτό είναι το παράδειγμα που μπορεί να εμπνεύσει και την ελληνική κεντροδεξιά. Γιατί, τελικά, η ταυτότητα δεν ανατίθεται· κερδίζεται ξανά.
Ο Αντώνης Σαμαράς: Η συνέπεια ως πολιτική επανάσταση
Μέσα σε αυτή τη θεσμική κόπωση και μέσα σε αυτό το σκηνικό απώλειας ταυτότητας, η φωνή του Αντώνη Σαμαρά επανέρχεται με δύναμη και ακούγεται διαφορετικά. Όχι γιατί υψώνει τους τόνους, αλλά γιατί επιμένει στις αρχές. Όχι ως προσωπική φιλοδοξία, αλλά ως σταθερό σημείο αναφοράς. Ο Σαμαράς δεν αλλάζει με το ρεύμα. Μιλά για αρχές, όχι για δημοσκοπήσεις. Είναι ο φορέας μιας συνέπειας, που λείπει από τη δημόσια ζωή.
Η κριτική του προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι ουσιαστική, όχι συναισθηματική, ούτε προσωπική. Μιλά για ιδιοκτησιακή νοοτροπία, για εγκατάλειψη του εθνικού ρεαλισμού, για αλλοίωση της φιλελεύθερης ταυτότητας. Όταν τονίζει ότι «άλλο διεύρυνση και άλλο μετάλλαξη», δεν υπερασπίζεται τη Νέα Δημοκρατία του χθες, αλλά προτείνει ένα νέο πολιτικό ήθος για το αύριο. Ένα κόμμα μπορεί να εξελίσσεται, αλλά όχι να απαρνείται τον εαυτό του. Ο Σαμαράς περιγράφει την απόσταση ανάμεσα στη στρατηγική και την πίστη.
Ο πρώην Πρωθυπουργός αντιπροσωπεύει μια πολιτική σχολή που δεν προσαρμόζεται για να επιβιώσει, αλλά αντέχει, γιατί έχει ρίζες. Στα εθνικά θέματα, στα ζητήματα θεσμών, στην οικονομία, παραμένει σταθερός σε αξίες που δεν φθείρονται με την επικαιρότητα. Ο Σαμαράς υπήρξε πάντα υπέρ της εθνικής συνέπειας – από το Μακεδονικό έως τα ελληνοτουρκικά. Δεν είναι τυχαίο ότι η κριτική του για τη «σιωπηρή υποχώρηση» της εξωτερικής πολιτικής βρίσκει απήχηση σε όσους αισθάνονται ότι η Ελλάδα μικραίνει εν μέσω «ήρεμων νερών». Ο Σαμαράς δεν είναι «παρελθόν», αλλά υπόμνηση συνέπειας.
Η πολιτική ως ζήτημα αξιοπρέπειας
Η επανίδρυση της κεντροδεξιάς δεν είναι ζήτημα εκλογικής στρατηγικής. Είναι ζήτημα ηθικής και αυτοσεβασμού. Ένα κόμμα που πιστεύει στη φιλελεύθερη οικονομία δεν μπορεί να ανέχεται καρτέλ. Ένα κόμμα που επικαλείται το κράτος δικαίου δεν μπορεί να παρακολουθεί τους δικούς του βουλευτές. Ένα κόμμα που διατείνεται ότι είναι πατριωτικό δεν μπορεί να υποχωρεί στα εθνικά ζητήματα στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης «ηρεμίας».
Ο Σαμαράς έχει δίκιο όταν λέει πως η Ελλάδα χρειάζεται πολιτική πρόληψη, όχι πολιτική επικοινωνία. Χρειάζεται διακυβέρνηση, όχι διαχείριση. Και κυρίως, χρειάζεται ιδεολογικό οξυγόνο – γιατί χωρίς αυτό, κανένα κράτος δεν αναπνέει.
Η πολιτική πρέπει να ξαναγίνει πράξη ευθύνης, όχι αντίδρασης. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από «διαχείριση», αλλά από διακυβέρνηση. Και αυτή η διακυβέρνηση απαιτεί συνέπεια – όχι σλόγκαν.
Ένα νέο πολιτικό ξεκίνημα
Η δημιουργία ενός νέου κεντροδεξιού κόμματος δεν είναι πράξη ρήξης, αλλά πράξη συνέχειας. Συνέχειας με την ιστορική αποστολή της παράταξης: να είναι η φωνή της ευθύνης, της σταθερότητας, της δημιουργικής Ελλάδας.
Ένα τέτοιο εγχείρημα δεν είναι «αντιμητσοτακικό». Είναι ένα πρόταγμα του πώς μπορεί να κυβερνηθεί μια χώρα χωρίς να υποκαθίσταται η πολιτική από το μάρκετινγκ, χωρίς να ταυτίζεται η εξουσία με την επικοινωνία.
Ο νέος φορέας δεν θα χτιστεί με συνθήματα, τύπου Ελλάδα 2.0, αλλά με αρχές, με ανθρώπους που πιστεύουν ότι το κράτος δεν είναι λάφυρο, ότι η Ευρώπη δεν είναι τιμωρός και ότι η πατρίδα δεν είναι λέξη ντροπής.
Η φιλελεύθερη πολιτική χρειάζεται ξανά νόημα: μείωση φόρων, παραγωγή, επένδυση στην ενέργεια και στην παιδεία, πάταξη των μονοπωλίων. Όχι για να ευχαριστήσει αγορές, αλλά για να δώσει προοπτική στους πολίτες.
Έχουμε ανάγκη από μία νέα κεντροδεξιά δημιουργική και γενναία, που θα ξαναδώσει στους πολίτες λόγο να πιστέψουν ότι η πολιτική δεν είναι παιχνίδι εξουσίας, αλλά εργαλείο αλλαγής.
Από την κρίση στην αναγέννηση
Κάθε κρίση κρύβει μέσα της μια ευκαιρία και η αποδόμηση της ΝΔ είναι μία πραγματική πολιτική φθορά.
Κάθε φθορά, αν διαβαστεί σωστά, κρύβει μια αναγκαιότητα: την ανάγκη να ξαναμιλήσουμε για τις αξίες που θεμελίωσαν το φιλελεύθερο, πατριωτικό και κοινωνικά υπεύθυνο ρεύμα.
Αυτό δεν σημαίνει επιστροφή στο παρελθόν. Σημαίνει επιστροφή στις ρίζες, για να ξαναχτιστεί το μέλλον. Κάθε παράταξη που έχασε το νόημά της είχε δύο επιλογές: να συρρικνωθεί ή να ξαναγεννηθεί. Η δεύτερη είναι πάντα η δυσκολότερη, αλλά και η μόνη που έχει ελπίδα.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από πολιτική που παράγει, όχι που ανακυκλώνει. Από ένα κράτος που υπηρετεί, όχι που ελέγχει. Από πολιτικούς που λογοδοτούν, όχι που επιπλέουν. Χρειάζεται καθαρότητα. Μια καθαρότητα που πηγάζει από τη συνείδηση ότι η αλήθεια, όσο κι αν κοστίζει, είναι πάντα πιο αποτελεσματική από την προπαγάνδα.Και η κεντροδεξιά μπορεί να το προσφέρει αυτό — αν ξαναγεννηθεί.
Η Ελλάδα του 2025 δεν χρειάζεται απλά άλλο ένα κόμμα • χρειάζεται μια νέα πίστη στην πολιτική. Μια πίστη ότι η πολιτική δεν είναι προϊόν διαχείρισης, αλλά πράξη δημιουργίας. Μια πίστη ότι η αλήθεια, η συνέπεια και η αξιοπρέπεια μπορούν ακόμη να νικούν τον κυνισμό.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι το παλιό, αλλά το νέο που χρειάζεται το πολιτικό σκηνικό. Είναι η υπόμνηση της συνέπειας. Και αυτή η συνέπεια, σε μια εποχή αποπροσανατολισμού, μπορεί να γίνει πυξίδα, μπορεί να γίνει ο καταλύτης αυτής της αναγέννησης. Όχι γιατί διεκδικεί κάτι, αλλά γιατί εκπροσωπεί κάτι που λείπει: σταθερότητα, αρχές, ευθύνη.
Η πολιτική δεν χάνεται, επειδή οι άνθρωποι απογοητεύονται. Χάνεται, όταν οι ιδέες παύουν να γεννιούνται. Κι αν κάτι αξίζει σήμερα να επανιδρυθεί είναι η ίδια η πίστη μας στη δημοκρατική ευθύνη.
Η κεντροδεξιά δεν έπαψε να υπάρχει, απλώς δεν έχει σπίτι. Ήρθε η ώρα να το ξαναχτίσει. Και το ερώτημα μένει ανοιχτό: Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιοι;
(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος-αρθρογράφος