Κλάμα ο Μήτσος, η Κομισιόν δεν έκανε ντα την κυβέρνηση για τη Θάνου

Αποστομωτική η απάντηση της Επιτρόπου Βεστάγκερ, στην ερώτηση του Παπαδημούλη για την απομάκρυνση της Θάνου από την Επιτροπή Ανταγωνισμού

Λίγες ώρες μετά την απομάκρυνση της Βασιλικής Θάνου από την προεδρία της Επιτροπής Ανταγωνισμού ο… μέγας μύστης των Ευρωπαϊκών θεμάτων Δημήτρης Παπαδημούλης έτρεξε να καταγγείλει την ελληνική κυβέρνηση στην Κομισιόν, προκειμένου να την φέρει σε θέση κατηγορούμενου. Ο στόχος φυσικά να παραμείνει στην προεδρία της Επιτροπής Ανταγωνισμού η Θάνου και να εκτελεί εντολές του ΣΥΡΙΖΑ βάζοντας τρικλοποδιές στην κυβέρνηση.

Τελικά οι καταγγελίες του πολυπράγμονα ευρωβουλευτή έπεσαν για μία ακόμη φορά στο κενό, δείγμα του ότι είναι… εξπέρ στα ευρωπαϊκά θέματα, ίσως και γι’ αυτό του έχουν κολλήσει το παρατσούκλι εδώ και πολλά χρόνια “ο Μήτσος της αριστεράς”. Η αρμόδια Επίτροπος Μαργκέτ Βεστάγκερ, απαντώντας σε ερώτηση του ευρωβουλευτή, έκανε σαφές ότι δεν βλέπει λόγο να παρέμβει στην υπόθεση, εκφράζοντας ταυτόχρονα την πλήρη εμπιστοσύνη της Κομισιόν, στις αποφάσεις που θα λάβει η Ελληνική Δικαιοσύνη.

Η κ. Βεστάγκερ στην απάντηση της διευκρίνισε, πως η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είχε το δικαίωμα να νομοθετήσει επιπρόσθετους κανόνες και προϋποθέσεις για τον διορισμό στελεχών σε Ανεξάρτητες Αρχές, καθότι η σχετική κοινοτική οδηγία που έχει επικαλεστεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ορίζει μόνον τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις ανεξαρτησίας.

Η Επίτροπος Ανταγωνισμού έκανε ακόμα σαφές ότι εφόσον η προθεσμία για ενσωμάτωση της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο εκπνέει τον Φεβρουάριο του 2021, η εφαρμογή της είναι λιγότερο απόλυτη, απ ό,τι θα ήταν εάν η διορία είχε ήδη παρέλθει. «Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν φαίνεται αιτιολογημένη η ανάληψη περαιτέρω ενεργειών σε αυτό το στάδιο», ανέφερε η κ. Βεστάγκερ.

Η απάντηση

Αναλυτικά η απάντηση που έδωσε η κ. Βεστάγκερ είναι η ακόλουθη: “Το ζήτημα της νομιμότητας της τροπολογίας και των αποφάσεων παύσης εξετάζεται επί του παρόντος ενώπιον του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας. Η Επιτροπή έχει πλήρη εμπιστοσύνη στην αμερόληπτη κρίση του εν λόγω Δικαστηρίου.

Η Επιτροπή αντιλαμβάνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει την πρόθεση να αποφύγει πολιτικά κατευθυνόμενους διορισμούς ή τη λήψη αποφάσεων από άτομα που έχουν υπηρετήσει σε κυβερνητικές θέσεις, για μια πενταετία μετά τη λήξη της εν λόγω απασχόλησης. Σύμφωνα με την οδηγία 2019/11 («η οδηγία ΕΔΑ+»), οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων των εθνικών αρχών ανταγωνισμού δεν μπορούν να λαμβάνουν εντολές από οποιονδήποτε δημόσιο φορέα, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης.

Επομένως, ακόμη και αν υπεύθυνος λήψης αποφάσεων εθνικής αρχής ανταγωνισμού έχει προηγουμένως εργαστεί σε κυβερνητικές θέσεις, το εν λόγω άτομο θα πρέπει στο μέλλον να παράσχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ακόμη και εν απουσία του είδους των κανόνων που εισάγει η τροπολογία στο ελληνικό δίκαιο. Μολονότι η οδηγία ΕΔΑ+ προβλέπει ήδη εγγυήσεις έναντι πολιτικών παρεμβάσεων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν αυστηρότερους όρους διορισμού, ως πρόσθετη προστασία για την αποφυγή πολιτικών παρεμβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η οδηγία ΕΔΑ+ καθορίζει μόνον ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας. Η οδηγία ΕΔΑ+ προβλέπει ότι οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων των εθνικών αρχών ανταγωνισμού μπορούν να παυτούν μόνον αν κριθούν ένοχοι σοβαρής παράβασης καθήκοντος ή αν δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις εκτέλεσης των καθηκόντων τους όπως ορίζονται εκ των προτέρων στη νομοθεσία. Εντούτοις, η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας ΕΔΑ+ λήγει τον Φεβρουάριο του 2021.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το νομικό αποτέλεσμα της οδηγίας δεν είναι το ίδιο με το αποτέλεσμα μετά τη λήξη της προθεσμίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν φαίνεται αιτιολογημένη η ανάληψη περαιτέρω ενεργειών σε αυτό το στάδιο. Η Επιτροπή βρίσκεται σε στενή επαφή με τα κράτη μέλη όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας 2019/1. Μετά τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο, η οδηγία ΕΔΑ+ θα εξασφαλίσει ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν την αναγκαία ανεξαρτησία, τα εργαλεία και τους πόρους που χρειάζονται ώστε να καταστούν πλήρως αποτελεσματικοί φορείς επιβολής”.

Διαβάστε επίσης