Κύπρος 1959: Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου που προανήγγειλαν τη διχοτόμηση

Η χρονοκάψουλα της «Α» ταξιδεύει στον Φεβρουάριο του 1959 όπου το Κυπριακό βρισκόταν σε ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της ιστορίας του

Επιμέλεια: Μιχάλης Μπαρσάκης

Μετά το τέλος της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο, υπεγράφη στις 19 Φεβρουαρίου του 1959 στο Λονδίνο από τις κυβερνήσεις της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας μια νέα συμφωνία αναφορικά με το καθεστώς της Μεγαλονήσου. Την εν λόγω συμφωνία που πυροδότησε μια σειρά από εξελίξεις, υπέγραψαν ο εκπρόσωπος της ελληνοκυπριακής κοινότητας αρχιεπίσκοπος Μακάριος και της τουρκοκυπριακής Φαζίλ Κιουτσούκ.

Με την υπογραφή της συγκεκριμένης συνθήκης, ουσιαστικά επικυρώθηκε η συμφωνία που υπογράφηκε, λίγες ημέρες πριν, στις 11 Φεβρουαρίου 1959 από τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας Κωνσταντίνο Καραμανλή και της Τουρκίας Αντνάν Μεντερές στη Ζυρίχη.

Οι «συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου», όπως έμειναν στην Ιστορία, έπαιξαν διαμορφωτικό ρόλο στις εξελίξεις στην Κύπρο μέχρι τον Ιούλιο του 1974, όταν μετά το πραξικόπημα της Χούντας για την ανατροπή του Μακάριου ακολούθησε στο νησί η τουρκική εισβολή και κατοχή.

Τι προηγήθηκε

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, το Κυπριακό βρισκόταν σε ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της ιστορίας του. Η Μεγάλη Βρετανία, η οποία είχε τον έλεγχο του νησιού, αναζητούσε τρόπους να διατηρήσει την επιρροή της, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να διαχειριστεί τις πιέσεις που δέχονταν από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις δύο κοινότητες της Κύπρου. Μέσα λοιπόν σε αυτό το κλίμα γενικευμένης αναταραχής, γεννήθηκε το περιβόητο Σχέδιο Μακ Μίλαν, μια πρόταση που από πολλούς της τότε εποχής χαρακτηρίστηκε ως το πιο ακραίο βρετανικό σχέδιο διχοτόμησης.

Πιο αναλυτικά, στις 19 Ιουνίου 1958, ο Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Μακ Μίλαν παρουσίασε στη Βουλή των Κοινοτήτων ένα νέο σχέδιο για το μέλλον της Κύπρου. Το σχέδιο, με τον τίτλο «Σχέδιο για Συνεταιρισμό στην Κύπρο», προέβλεπε μια μορφή τριπλής διοίκησης: Βρετανοί, Έλληνες και Τούρκοι θα είχαν από κοινού λόγο στη διακυβέρνηση του νησιού. Μεταξύ άλλων, το σχέδιο προέβλεπε:

>> Τη σύνδεση της Κύπρου με τη Μεγάλη Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία και τη συνεργασία των κυβερνήσεων των τριών κρατών για τη διοίκηση του νησιού.

>> Διορισμό Έλληνα και Τούρκου αντιπροσώπου δίπλα στον Βρετανό κυβερνήτη.

>> Το Υπουργικό Συμβούλιο θα αποτελούσαν ο Αγγλος κυβερνήτης, ο Ελληνας και ο Τούρκος αντιπρόσωπος, καθώς και έξι υπουργοί εκ των οποίων οι τέσσερις θα ήταν Ελληνοκύπριοι και οι δύο Τουρκοκύπριοι.

>> Τη συγκρότηση δύο κοινοβουλίων, ενός ελληνοκυπριακού κι ενός τουρκοκυπριακού.

>> Διπλή ιθαγένεια για όλους: Όλοι ανεξαιρέτως τη βρετανική και οι μεν Ελληνοκύπριοι επιπλέον την ελληνική, οι δε Τουρκοκύπριοι επιπλέον την τουρκική.

>> Απόλυτο έλεγχο των εξωτερικών υποθέσεων και της ασφάλειας από τον Βρετανό κυβερνήτη.

>> Απαγόρευση κάθε συζήτησης για ένωση ή αλλαγή κυριαρχίας για επτά χρόνια.

Η εφαρμογή του σχεδίου ξεκίνησε την 1η Οκτωβρίου 1958, με στόχο, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, να πιέσει τις εξελίξεις προς μια λύση που θα εξυπηρετούσε τα βρετανικά συμφέροντα.

Μπροστά στον κίνδυνο της διχοτόμησης, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος εγκατέλειψε για πρώτη φορά ανοιχτά τη θέση της Ένωσης και πρότεινε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κυπριακού κράτους μέσα στη βρετανική κοινοπολιτεία. Η ελληνική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή στήριξε άμεσα αυτή τη νέα γραμμή, έχοντας προηγουμένως συνεννοηθεί με τον Μακάριο.

Από εκεί και πέρα, οι εξελίξεις πήραν γρήγορα τον δρόμο τους.

Η Συμφωνία της Ζυρίχης

Τον Φεβρουάριο του 1959, Ελλάδα και Τουρκία συναντήθηκαν στη Ζυρίχη και, παρά τις σημαντικές διαφορές τους, κατέληξαν σε συμφωνία για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, αποκλείοντας τόσο την ένωση όσο και τη διχοτόμηση.

Η συμφωνία που υπεγράφη στη Ζυρίχη προέβλεπε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, στο οποίο αποκλείονταν τόσο η ένωση με την Ελλάδα όσο και η διχοτόμηση. Για να διασφαλιστεί η «ισορροπία» ανάμεσα στις δύο κοινότητες, προβλέφθηκε η συγκρότηση ενός κοινού στρατηγείου στο νησί, όπου θα υπηρετούσαν 950 Έλληνες και 650 Τούρκοι στρατιώτες.

Παράλληλα, υπογράφηκε η Συνθήκη Εγγυήσεως, με τη Μεγάλη Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία να αναλαμβάνουν τον ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων. Η συνθήκη αυτή θα έδινε στις τρεις χώρες το δικαίωμα να επέμβουν, ακόμη και μονομερώς, σε περίπτωση που παραβιαζόταν η συνταγματική τάξη ή η ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για τη διάταξη που η Τουρκία επικαλέστηκε το 1974 για να δικαιολογήσει την εισβολή της στο νησί.

Το νέο κράτος θα είχε Ελληνοκύπριο πρόεδρο και Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο. Η Βουλή θα λειτουργούσε με αναλογία 70% Ελληνοκυπρίων και 30% Τουρκοκυπρίων, ποσοστό που θα ίσχυε και στη δημόσια διοίκηση. Η συμφωνία μονογράφηκε στις 11 Φεβρουαρίου 1959 από τους πρωθυπουργούς Καραμανλή και Μεντερές, ανοίγοντας τον δρόμο για την τελική φάση των διαπραγματεύσεων.

 

Η Συμφωνία του Λονδίνου

Λίγες μέρες αργότερα, στις 17 Φεβρουαρίου, οι εμπλεκόμενοι συναντήθηκαν στο Λονδίνο. Εκεί προσκλήθηκαν και οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων, Μακάριος και Φαζίλ Κουτσιούκ.

Η Μεγάλη Βρετανία αποδέχτηκε τα συμφωνηθέντα της Ζυρίχης, αλλά έθεσε έναν αδιαπραγμάτευτο όρο: να διατηρήσει την κυριαρχία της στις στρατιωτικές βάσεις του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας. Η Ελλάδα και η Τουρκία συμφώνησαν, ενώ ο Μακάριος, αν και αρχικά εξέφρασε επιφυλάξεις και ζήτησε να συζητηθούν ορισμένες διατάξεις, τελικά αποδέχτηκε το πλαίσιο.

Η υπογραφή της τελικής συμφωνίας έγινε κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες. Ο Τούρκος πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές είχε τραυματιστεί σε αεροπορικό δυστύχημα κατά την προσγείωση στο Λονδίνο και νοσηλευόταν. Έτσι, οι Καραμανλής και Μακ Μίλαν μετέβησαν στο νοσοκομείο, όπου οι τρεις ηγέτες υπέγραψαν το τελικό κείμενο που γέννησε την Ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Τα γεγονότα που επακολούθησαν

Παρά λοιπόν, τα σχέδια της Βρετανίας να παίξει τον ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ των δύο εθνών, με απώτερο στόχο φυσικά την πολιτικο-στρατιωτική κυριαρχία της στο κομβικό αυτό γεωγραφικό σημείο, μεταξύ Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής, οι πρώτες εντάσεις στις διακοινοτικές σχέσεις εμφανίστηκαν σχετικά γρήγορα. Αφορμή για τις νέες αυτές ρωγμές στις σχέσεις των δύο εθνών αποτέλεσε το κυβερνητικό μοντέλο διακυβέρνησης, το οποίο στηριζόταν στα ποσοστά συμμετοχής των δύο κοινοτήτων. O Mακάριος ζήτησε την αναθεώρηση του συντάγματος σε 13 σημεία και η Τουρκία απέρριψε τις προτάσεις του. Ξέσπασαν συγκρούσεις και τα βρετανικά στρατεύματα επενέβησαν. Αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης η δημιουργία της λεγόμενης πράσινης γραμμής μεταξύ των δύο κοινοτήτων στις 29/12/1963.

Mέσα, λοιπόν, σε αυτή την έκρυθμη κατάσταση μεταξύ των δύο κοινοτήτων δόθηκε η ευκαιρία και στην αμερικανική διπλωματία, να μπει μεσολαβητής μέσω του πρώην υπουργού Eξωτερικών των HΠA, Nτιν Άτσεσον. Ήταν η στιγμή άρχισε η προσπάθεια των Aμερικανών, στο όνομα της «άρσης της έντασης» αλλά και της εξεύρεσης βιώσιμης λύσης, να προωθήσουν τα νέα σχέδια αφενός της ισχυροποίησής τους στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου αφετέρου στην διχοτόμηση της Μεγαλονήσου.

 

 

 

 

Διαβάστε επίσης

Χρησιμοποιούμε cookies για λόγους στατιστικών & επισκεψιμότητας Συμφωνώ Περισσότερα