Μάνος Μουντάκης: Η κρητική αρχοντιά μέσα του

Ο σπουδαίος Κρητικός καλλιτέχνης μιλά στην Καίτη Νικολοπούλου με αφορμή την κυκλοφορία του πρόσφατου CD με τίτλο «Της Νυχτιάς και Της Αρμύρας» (Protasis Mousic)

Μάνος Μουντάκης, ένας καλλιτέχνης που και μόνο το όνομά του φέρνει δέος. Το έργο του μεγάλο και σπουδαίο. «Πρέπει να είσαι κάτι, προτού γίνεις κάτι», έλεγε ο Γκαίτε. Θα έλεγε κάποιος πως ψυχανεμίστηκε τον ερχομό του Κρητικού αυτού καλλιτέχνη, που, όπως ο ίδιος μας λέει στη συνέντευξη που τόσο ευγενικά μας παραχώρησε, «έχω μέσα μου έναν μεγάλο σεβασμό και αγάπη για την κρητική μουσική, αφού γεννήθηκα μέσα σ’ αυτή». Κι έγινε ο Κρητικός που αρνήθηκε να μάθει λύρα, από σεβασμό στον σπουδαίο πατέρα του, τον Κώστα Μουντάκη, προτιμώντας το… πιάνο. Έγινε εκείνος που τόλμησε να μελοποιήσει το άλλο «ιερό τέρας» της Κρήτης, τον Νίκο Καζαντζάκη, με την κρητική όπερα «Οδύσσεια». Έγινε ο Κρητικός που μας χάρισε στον πρόσφατο δίσκο του με τίτλο «Της Νυχτιάς και Της Αρμύρας» (Protasis Music) κρητικά τραγούδια χωρίς τα κρητικά παραδοσιακά όργανα (λύρα, λαούτο, βιολί), παρά μόνο με την κιθάρα του βιρτουόζου δεξιοτέχνη Κρητικού κιθαρίστα Μανώλη Ανδρουλιδάκη, σε στίχους και μουσική δική του, ενώ μελοποίησε ένα ποίημα του Καζαντζάκη και ένα του Σεφέρη. Έγινε εκείνος που στήριξε το Ωδείο «Κώστας Μουντάκης» στη μνήμη του πατέρα του, εκείνος που έγραψε βιβλία διδασκαλίας κρητικής μουσικής, εκείνος που με λίγα λόγια αναβάθμισε την κρητική μουσική. Δικαίως καμαρώνει για τα έργα του…

Ιχνηλατώντας… με την Καίτη Νικολοπούλου

Κύριε Μουντάκη, βαρύ το όνομα, αλλά σεις το βαρύνατε ακόμη περισσότερο με την προσφορά σας στο κρητικό τραγούδι. Πώς ξεκίνησε αυτό το σπουδαίο ταξίδι;

«Όπως υποστήριξε  και ο μέγας στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης, “το πρώτο αντροκάλεσμα  του γιου είναι με τον πατέρα”… Αυτός είναι ο λόγος που δεν έμαθα λύρα (επειδή είχα ένα τεράστιο δέος για τον πατέρα μου, αφού δεν θα μπορούσα να τον ανταγωνιστώ), κι έτσι στράφηκα προς το πιάνο (επειδή ήταν το μόνο όργανο που μπορούσε να εκφράσει τα μουσικά στοιχεία που είχα μέσα μου).

»Πάντα έχω μέσα μου έναν μεγάλο σεβασμό και αγάπη για την κρητική μουσική (αφού γεννήθηκα μέσα σ’ αυτή), αλλά γεννήθηκα στον Πειραιά. Μοιραία μέσα μου υπάρχουν: πρώτον, η κρητική μουσική (που άκουγα όλη μέρα μέσα στο σπίτι), δεύτερον, η λαϊκή και η ρεμπέτικη μουσική (που άκουγα στα ταβερνάκια και στα σοκάκια του Προφήτη Ηλία στον Πειραιά) και, τρίτον, η κλασική μουσική που σπούδασα στο Εθνικό Ωδείο μαθαίνοντας πιάνο.

»Είναι λογικό, λοιπόν, να υπάρχουν μέσα μου πολλά είδη μουσικής, γι’ αυτό δεν θα μπορούσα να αναμετρηθώ με τον πατέρα μου, στο αλώνι της κρητικής μουσικής (παίζοντας λύρα), αφού εκείνος ήταν ένα ατόφιο παρθένο αυτί και φορέας της κρητικής μουσικής, την εποχή που όλα τα ακούσματά του καταγράφονταν “στου νου το κρυφό αργαστήρι”».

Μελοποιήσατε την «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη. Φαντάζομαι την πρόκληση. Ωστόσο, από τη σκέψη μέχρι την υλοποίηση μεσολαβεί μεγάλος δρόμος. Πώς τα καταφέρατε;

«Μπορούσα όμως να προσφέρω στην κρητική μουσική, με άλλες παραμέτρους, που έλλειπαν από αυτό το είδος. Αναφέρομαι στο “Κουαρτέτο Λύρας” που έγραψα το 1989 στον δίσκο “ΛΥΡΩΔΙΑ”, καθώς και στην παρουσίαση της κρητικής λαϊκής όπερας “ΟΔΥΣΣΕΙΑ του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ” το 2003. Την Οδύσσεια την πρωτόγραψα  το 1976, όταν ήμουν φοιτητής στο ΠΑΠΕΙ (τότε ΑΒΣΠ). Μόνιμο άγχος μου ήταν αν η μουσική που έγραψα πάνω στον 17σύλλαβο στίχο της Οδύσσειας, αποδίδει τα νοήματα και το ύφος του Ν. Καζαντζάκη. Μέχρι την τελική μορφή (που άκουσε και έδωσε την έγκρισή της η Ελένη Ν. Καζαντζάκη), την είχα γράψει και την είχα αλλάξει πέντε φορές. Καμαρώνω μέχρι σήμερα για αυτές τις παρουσίες μου στη δισκογραφία».

Ποια είναι τα βασικά μουσικά όργανα στην κρητική μουσική παράδοση;    

«Όπως ο στίχος ακολουθεί τον συγκεκριμένο ιαμβικό 15σύλλαβο, έτσι και η μουσική ακολουθεί  την προσωδία (τονισμός) του στίχου, (με θαυμαστό τρόπο) για να τραγουδηθεί και να χορευτεί με τα συγκεκριμένα βήματα του κάθε χορού.

»Βέβαια, υπάρχουν αυτοσχεδιασμοί και στα τρία στοιχεία που αποτελούν την κρητική μουσική (χορός – στίχος – μελωδία). Κανένας δεν ρωτάει τον στιχουργό αν έγραψε τον στίχο με μολύβι, πένα  ή στυλό. Έτσι δεν ρωτάει και τον συνθέτη τι όργανα χρησιμοποίησε για να παίξει τη μουσική που σύνθεσε. Αρκεί που ακολουθήθηκαν οι νόμοι κι οι κανόνες της κρητικής μουσικής. Το ίδιο συμβαίνει και στον χορό. Από νέος ήθελα να δείξω πως η κρητική μουσική… δεν είναι μόνο αυτή που φαίνεται από τις ηχογραφήσεις, αλλά υπάρχει και άλλη… αθέατη.  Η κρητική μουσική είναι αυτή που αισθάνεται ο καθένας μας μέσα του, η μουσική που σου αφήνει περιθώρια να εκφρασθείς αυτοσχεδιάζοντας και να εξωτερικεύσεις τις σκέψεις σου, τη χαρά σου, τον θυμό σου, τον σεβντά σου, τη λύπη σου. Όλα αυτά εξωτερικεύονται μέσα από τον στίχο,  την ανάλογη μουσική που τον περιβάλλει και τον χορό. Όχι όμως άναρχα, αλλά με ρυθμό και κανόνες».

Αληθεύει ότι η παραδοσιακή μουσική κερδίζει έδαφος στους νέους ανθρώπους; Ποια είναι η αίσθησή σας;

«Όταν παρουσιάζεις την κρητική μουσική, και δεν την πουλάς (δηλαδή, δεν την χρησιμοποιείς για βιοποριστικούς λόγους), τότε ο κόσμος καταλαβαίνει ποια είναι η κρητική μουσική, και ποιες είναι οι προθέσεις σου. Και αναλόγως τοποθετείται απέναντί σου, και απέναντι στην κρητική μουσική με τον τρόπο που εσύ την παρουσίασες».

Μιλήστε μας λίγο για την πρόσφατη συνεργασία σας για το cd με τίτλο «Της Νυχτιάς και της Αρμύρας». Πώς προέκυψε;

«Η  αναζήτηση για να βρω τρόπο να συστήσω  την κρητική μουσική (σε όσους δεν τη γνωρίζουν ή σε όσους γνωρίστηκαν μαζί της αλλά δεν τους αρέσει η σημερινή της μορφή) με οδήγησε στην έκδοση ενός CD με τον τίτλο “Της Νυχτιάς και Της Αρμύρας” από τη δισκογραφική εταιρεία Protasis.

»Για να επιτευχθεί αυτό, νομίζω ότι θα έπρεπε να παρουσιάσω την κρητική μουσική (σε δικές μου πρωτότυπες μελωδίες) με ένα άκουσμα προσιτό στα αυτιά των νέων ακροατών (χωρίς τη σημερινή ενορχηστρωτική της μορφή), ώστε να την κάνει πιο δελεαστική για εκείνους που δεν γνώρισαν την κρητική μουσική.          

»Από την άλλη πλευρά, έπρεπε να περιφρουρήσω την κρητική μουσική από κάποια δυτικότροπη εναρμόνιση, ώστε να μην ταυτιστεί με κλασικές σουίτες, ή σονάτες, και ο τρόπος τραγουδιού της να είναι… ακριβώς όπως θα τα τραγούδαγα εάν ήταν ενορχηστρωμένα με την παραδοσιακή γνωστή κρητική ορχήστρα. 

»Δεν μας ενδιαφέρει αν η κρητική μουσική παίζεται χωρίς τη γνωστή της ορχήστρα, αρκεί να εξελίσσεται ομαλά όπως έφθασε μέχρι σήμερα, χωρίς αλλοιώσεις. Να μπορεί να σου μεταφέρει τη χαρά του τραγουδιού, τη λύπη που ενδεχομένως περιέχει, τον προβληματισμό του, το μερακλίκι του, που να εκτονώνεται όποιος το τραγουδά και να ταυτίζεται μαζί του. Αυτόν τον ρόλο παίζει  το τραγούδι, δηλαδή την αφήγηση μιας καινούργιας ιστορίας, που επιδιώκει να μας γνωστοποιηθεί και να μοιραστεί μαζί μας (τα συναισθήματα  που περιέχει και θέλει να προβάλει), έτσι ώστε να αποφορτιστεί εκείνος που το έγραψε, και να εκτονωθεί όποιος το τραγουδά και ταυτίζεται μαζί του. 

»Σκέφθηκα πως το ιδανικότερο όργανο θα ήταν η κιθάρα μόνη της. Ένα όργανο παραδοσιακό, της παρέας, που το άκουσμά του είναι ζυμωμένο με την ανατολική Κρήτη (πριν γνωρίσουν εκεί το λαούτο στη σημερινή του μορφή, και τον ρόλο που παίζει στη σημερινή κρητική ορχήστρα). Συνοδοιπόρος σ’ αυτήν την προσπάθεια στάθηκε ο Μανώλης Ανδρουλιδάκης, ένας δεξιοτέχνης Κρητικός κιθαρίστας, βιρτουόζος στην κλασική κιθάρα και γνώστης της κρητικής μουσικής. “Ο θόρυβος δεν κάνει καλό, και το καλό δεν κάνει θόρυβο”, όπως έλεγε συχνά ο Μουντόκωστας.

»Έτσι φθάσαμε σήμερα να μπορώ να σας παρουσιάσω το CD “Της Νυχτιάς και της Αρμύρας”, που περιέχει έναν κύκλο τραγουδιών με επίκεντρο τη θάλασσα, ένα θέμα όχι τόσο διαδεδομένο στους Κρητικούς (που δεν αισθάνονται νησιώτες), κάνοντας ορισμένες αναφορές και στη σημερινή κατάσταση που βρίσκεται ο Έλληνας, αφού ο Κρητικός πάντα τραγούδαγε τα βάσανά του, τις πίκρες του αλλά και τις χαρές του».

Παρουσιάζεστε μόνο στην Κρήτη; Πού θα μπορούσαν να σας ακούσουν οι θαυμαστές σας;

«Από το 1974 που πρωτοπαρουσιάσθηκα δισκογραφικά με τον δίσκο του Βασίλη Δημητρίου “Δόξα και Θάνατος”, ελάχιστες φορές έχω τραγουδήσει σε νυχτερινά μαγαζιά ως εργαζόμενος. Έχω τραγουδήσει όμως πάρα πολλές φορές σε συναυλίες δικές μου ή  διαφόρων μεγάλων συνθετών όπως με Νίκο Μαμαγκάκη, Γιάννη Μαρκόπουλο, Μίκη Θεοδωράκη, Μίμη Πλέσσα, Γιώργο Τσαγκάρη και άλλους, σε Ελλάδα και εξωτερικό».

Μιλήστε μας λίγο για το «Ωδείο Κώστας Μουντάκης».

«Όταν μπήκε το πιάνο στο σπίτι μας, μετά από λίγο καιρό προσπαθήσαμε να παίξουμε μαζί λύρα και πιάνο. Για να επιτευχθεί αυτό, θα έπρεπε ο πατέρας μου να μάθει τις νότες πάνω στη λύρα, πράγμα που δεν ήταν και πολύ εύκολο.

»Έτσι ξεκίνησε ο Μουντόκωστας τη διδασκαλία της λύρας (ήταν ο πρώτος που το επιχείρησε) στα παραρτήματα του Ελληνικού Ωδείου. Μετά που άνοιξα το “Ωδείο Κώστας Μουντάκης” (μετά τον θάνατό του, στο σπίτι μας στο Ρέθυμνο), αναγκάστηκα και έγραψα για τους μαθητές το βιβλίο “Πρακτική Μέθοδος Μουσικής για Κρητική λύρα”, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η ίδια μέθοδος (τελειοποιημένη) που είχα δείξει στον πατέρα μου. Η ίδια διδάσκεται μέχρι σήμερα.

»Αργότερα έγραψα το μουσικό βιβλίο “Η Κρητική Μουσική Και Τα Μουσικά Συστήματα”. Ένα βιβλίο που έδειχνε τα δάνεια που έχει πάρει η κρητική μουσική και τι έχει δώσει».

Θα μας αποκαλύψετε κάποια σημαντική στιγμή από τον υπέροχο πατέρα σας, τον Κώστα Μουντάκη;

«Η συνεργασία μου μαζί  του στην “Αναφορά στον Καζαντζάκη” ήταν η δεύτερη   συνεργασία μας στη δισκογραφία σε δίσκο L.P., που συμμετείχα σαν τραγουδιστής (στην πρώτη μας συνεργασία είχα παίξει πιάνο σε ένα μικρό δισκάκι 45 στροφών). Στη συνέχεια η ενορχήστρωση που έκανα στον δίσκο του “Κρητική Αναγέννηση”, και τον δίσκο “CRETE 12 instrumental”,αλλά το σπουδαιότερο ήταν… το 1967 που μου απήγγειλε στο καράβι το “Μεσοπέλαγα Αρμενίζω – Θάλασσα”, ταξιδεύοντας από Ηράκλειο για Πειραιά κι ερχόταν να κάνει εγχείρηση αποκόλλησης αμφιβληστροειδούς στο μάτι».

Γράφετε μόνο για σας ή δίνετε υλικό και σε άλλους τραγουδιστές;

«Μέχρι στιγμής, δεν έχω δώσει πρωτότυπο τραγούδι μου σε άλλους συναδέλφους (δεν μου έχουν ζητήσει), αλλά έχω δώσει πολλά τραγούδια μου (κυρίως  από την “Αναφορά στον Καζαντζάκη” κ.ά.) σε πολλούς νεότερους τραγουδιστές, για δεύτερη και τρίτη και εκτέλεση».

Συνήθως γράφετε και μουσική και στίχο στα τραγούδια σας. Σας βγαίνει καλύτερα έτσι;

«Όποιο έρθει πρώτο, πολλές φορές έχει έρθει πρώτα η έμπνευση του στίχου και μετά τον ντύνω με μουσική, αλλά και το αντίθετο. Έχω μελοποιήσει πολλά ποιήματα, με συναρπάζει η εναλλαγή των συλλαβών του κάθε στίχου, όπως και τα νοήματα των ποιημάτων».

Τι σχεδιάζετε για το απώτερο μέλλον;

«Όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός… γελάει. “Δεν περπατώ όπως περπατούν οι άνθρωποι συνήθως / Βαδίζω πάντα μόνος μου αντίθετα στο πλήθος”».

Ο Μάνος Μουντάκης είναι γιoς του μεγάλου δημιουργού Κώστα Μουντάκη. Μεγαλωμένος δίπλα στον διασημότερο λυράρη της Κρήτης, ήταν επόμενο να τον κερδίσει η μουσική. Έχει πτυχίο Ωδικής και Αρμονίας από το Εθνικό Ωδείο Αθηνών, παράλληλα με το πτυχίο Στατιστικής από το Πανεπιστήμιο Πειραιά.

Η ιδιαίτερα μελωδική φωνή του γρήγορα ανακαλύπτεται από τους μεγαλύτερους συνθέτες της χώρας και ακολουθούν μακρόχρονες συνεργασίες από το 1974 έως το 1988 με τους Μίκη Θεοδωράκη, Γιάννη Μαρκόπουλο, Νίκο Μαμαγκάκη, Βασίλη Δημητρίου κ.ά. Από το 1983 εργάζεται στην Ελληνική Ραδιοφωνία ως ειδικός παραγωγός μουσικών προγραμμάτων μέχρι την 11η Ιουνίου 2013 που η ΕΡΤ κλείνει βιαίως.

Το 1996 δημιουργεί στο Ρέθυμνο το Ωδείο «Κώστας Μουντάκης» προς τιμήν του πατέρα του και εκδίδει τον δίσκο «Έβγα ήλιε μου» που τον παρουσιάζει στο Φεστιβάλ Μεσογείου στη Μαγιόρκα γνωρίζοντας διεθνή αποδοχή. Το 1999 συνεργάζεται με τον διευθυντή του Γ΄ προγράμματος Γιώργο Τσαγκάρη στο συμφωνικό του έργο «Ερωτόκριτος». Το 2000 συνθέτει την πρώτη Λαϊκή Κρητική Όπερα, «Οδύσσεια», του Νίκου Καζαντζάκη.

Στο συγγραφικό του έργο, ανάμεσα σε άλλα περιλαμβάνονται τα βιβλία του «Πρακτική μέθοδος μουσικής για Κρητική λύρα» και «Η Κρητική Μουσική και τα μουσικά συστήματα».

Διαβάστε επίσης