Με τη σιδερένια μπάλα στο πόδι…

Tο πρόβλημα των προσφυγικών ροών ήρθε για να μείνει και θα πρέπει να ζήσουμε με αυτό όχι για χρόνια αλλά ίσως για δεκαετίες

Το έφερε έτσι το… καλεντάρι και η σημερινή έκδοση της «Α» κυκλοφορεί ανήμερα της επετείου της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου, στις 9 Νοεμβρίου 1989. Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται από την επανένωση των δύο Γερμανιών, την οποία είχαν «τεμαχίσει» τα γεωπολιτικά συμφέροντα με τις σφαίρες επιρροής που ακολούθησαν τη λήξη του ψυχασθενικού Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Με αυτή την αφορμή, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ έδωσε μία συνέντευξη στο περιοδικό «Spiegel», η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το πώς η σημερινή «Σιδηρά Κυρία» της Ευρώπης έζησε τα γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο. Η περιορισμένη έκταση αυτού του σημειώματος δεν επιτρέπει μακρηγορίες, αλλά σταχυολογώντας τα όσα είπε η Μέρκελ αξίζει κάποιος να κρατήσει τη δυσθυμία της για την άνοδο του εθνολαϊκισμού στη χώρα της.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Το ζήσαμε και στα μέρη μας τις εποχές που οι φωνές του εθνικισμού και της μισαλλοδοξίας μεγέθυναν δυσανάλογα και σε βαθμό… κακουργήματος το εκλογικό αποτύπωμα μορφωμάτων, όπως η Χρυσή Αυγή. Κι αν οι συμπατριώτες της Άνγκελα Μέρκελ είχαν πριν από τρεις δεκαετίες ως κηλίδα το τείχος της ντροπής, οι Ευρωπαίοι έχουν να ντρέπονται για τη διαχείριση του προσφυγικού που δοκιμάζει στον μέγιστο βαθμό τις αντοχές της Ελλάδας, δηλαδή των ανατολικών συνόρων της «Γηραιάς Ηπείρου».

Αν κάποιος επιλέξει να σταθεί στον χαρτοπόλεμο δηλώσεων και αντεγκλήσεων για το ακροδεξιό μπάρμπεκιου έξω από το Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων στα Διαβατά της Θεσσαλονίκης ή στη «Ραγκουσίτιδα» που κόλλησε ο Αλέξης Τσίπρας και βλέπει παντού ακροδεξιά φαντάσματα, είναι βέβαιο ότι θα τον εμποδίσει να δει την ουσία: ότι δηλαδή το πρόβλημα των προσφυγικών ροών ήρθε για να μείνει και θα πρέπει να ζήσουμε με αυτό όχι για χρόνια αλλά ίσως για δεκαετίες.

Οι λύσεις δεν είναι πολλές, ούτε εύκολες. Ποια είναι άραγε η σωστή δοσολογία που εξασφαλίζει και την προστασία των συνόρων και της ασφάλειας (εθνικής και κοινωνικής) από τον εξτρεμιστικό φονταμενταλισμό και την αλληλεγγύη στον ανθρώπινο πόνο και ξεριζωμό, χωρίς μάλιστα ντροπές τύπου Μόριας; Γι’ αυτό και η φρέσκια ακόμη κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη νιώθει με το «καλημέρα» της διακυβέρνησής της να περπατά με μία σιδερένια μπάλα στο πόδι της. Εκεί που έπρεπε να κυνηγά σχεδόν μονοσήμαντα τον στόχο της οικονομικής ανάπτυξης, καλείται να αντιμετωπίσει τον διπλασιασμό το τελευταίο 4μηνο του αριθμού των αιτούντων άσυλο στα νησιά, γεγονός που προκαλεί τριχοειδείς –για την ώρα– ρωγμές στην κυβερνητική συνοχή, αλλά τεκτονικές δονήσεις στις τοπικές κοινωνίες.

Όσο γρηγορότερα ανασκουμπωθούν στο Μαξίμου, τόσο γρηγορότερα θα γίνει διαχειρίσιμο αυτό που ο Μ. Χρυσοχοΐδης λέει σήμερα ότι μας υπερβαίνει. Ακόμη γρηγορότερα, δε, θα αποτραπεί ο κίνδυνος να εκθρέψει όχι η Ν.Δ. αλλά το εγχώριο πολιτικό σύστημα καινούργιους φυρερίσκους, που εν ονόματι μιας νεφελώδους και ανιστόρητης καθαρότητας του έθνους θα στήνουν μπλόκα για να μη μετεγκατασταθούν στις περιοχές τους γυναικόπαιδα και αλλόθρησκοι φτωχοδιάβολοι, όπως το αποφάσισε μία εκλεγμένη και ευνομούμενη πολιτεία.

Στα χρόνια της ανατολικογερμανικής ανελευθερίας της, όνειρο της Άνγκελα Μέρκελ ήταν κατά δήλωσή της να ταξιδέψει στην Αμερική, χώρα που ποθούσε να επισκεφθεί λόγω του μεγέθους της, της ποικιλίας της, του πολιτισμού της, για να δει τα Βραχώδη Όρη, να οδηγήσει αυτοκίνητο και να ακούσει Μπρους Σπρίνγκστινγκ. Στα δικά μας χρόνια της ελληνικής μεταπολεμικής φτώχιας το όνειρο ήταν, από την άλλη, μια αμαξοστοιχία και ο Στράτος Διονυσίου: «Στο σταθμό του Μονάχου με πέταξε, άχου, η μαύρη μοίρα μου, μάνα κακομοίρα μου…» Αλλά αυτό είναι το πρόβλημα με την ιστορία. Το μόνο πράγμα που μας διδάσκει είναι ότι δεν μας διδάσκει τίποτε…

 

Διαβάστε επίσης