Μέχρι και οι Γερμανοί βαρέθηκαν τη λιτότητα

Εργάτες αλλά και βιομήχανοι «πριονίζουν» τη Μέρκελ, ζητώντας από τη γερμανική κυβέρνηση αλλαγή οικονομικής πολιτικής

Του Μιχάλη Κωτσάκου

Από το 2005 η Άγκελα Μέρκελ αποτελεί για τους Γερμανούς τη «μητερούλα», όπως κάποιοι τη σατιρίζουν (σ.σ. λόγω της καταγωγής της από την Ανατολική Γερμανία), ενθυμούμενοι αυτό που έλεγαν οι πρώην Σοβιετικοί, για τον Στάλιν «Ο πατερούλης».

Από το 2005 που εισήλθε στην καγκελαρία η κα Μέρκελ όχι μόνο νίκησε σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά κατάφερε να γίνει και η αυτοκράτειρα της Ευρώπης. Όσο κι εάν πάλευαν Βρετανοί και Γάλλοι, στο τέλος γινόταν αυτό που ήθελε η Μέρκελ. Επιβάλλοντας, ορισμένες φορές με αυστηρό τόνο, τη δημοσιονομική πειθαρχία, η γερμανική οικονομία κατέστη η ατμομηχανή της Ευρώπης και οι πιο μικρές χώρες για να κάνουν το οτιδήποτε δεν απευθύνονταν στους πολίτες τους, αλλά στο Βερολίνο, προκειμένου να εξασφαλίσουν την άδεια της καγκελαρίας.

Εξάλλου, αυτό το έχουμε νιώσει στο πετσί μας κι εμείς ως Ελλάδα, καθώς τα μνημόνια, αλλά και τα σκληρά δημοσιονομικά μέτρα που ελήφθησαν από τις ελληνικές κυβερνήσεις ήταν σχεδιασμένα από το Βερολίνο. Η Μέρκελ είχε γίνει ολοένα και πιο αντιπαθητική, ειδικά στους λαούς του νότου, αλλά στο εσωτερικό απολάμβανε υψηλή δημοφιλία, αλλά και σιγουριά στους Γερμανούς.

Όμως, κάτι το περίεργο τρέμουλό της που έκανε τρεις φορές τον γύρο του κόσμου, κάτι η αντίδραση κάποιων ακραίων για τη στάση της στο μεταναστευτικό, κάτι που η γερμανική οικονομία έχει εισέλθει σε καθεστώς στασιμότητας απειλούμενη για πρώτη φορά τα τελευταία 10 χρόνια με ύφεση, έχουν κάνει πολλούς Γερμανούς να αντιμετωπίζουν την καγκελάριο υπό διαφορετικό πρίσμα. Αν σε όλα αυτά προστεθούν η πίεση που ασκεί ο Εμανουέλ Μακρόν για μία διαφορετική Ευρώπη σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της γαλλικής οικονομίας, λόγω των μεταρρυθμίσεων που επέβαλε ο νεαρός Γάλλος Πρόεδρος, κάνει τους Γερμανούς να σκέφτονται πολύ πιο σοβαρά την επόμενη ημέρα.

Προς το παρόν στη Γερμανία δεν αναζητούν τον διάδοχο, είτε από τους Χριστιανοδημοκράτες, είτε από τους ξεπεσμένους Σοσιαλδημοκράτες, είτε από τους Πράσινους. Αυτό που ζητούν οι Γερμανοί είναι διαφορετικό μείγμα στην οικονομία, να σταματήσει η σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία και να βρεθεί ένας νέος δρόμος για να σταματήσει η ύφεση και να επιστρέψουν στους συνήθεις ρυθμούς ανάπτυξης για τη Γερμανία.

Μπορεί να ακούγεται παράξενο, αλλά ακόμη και τα συνδικάτα στην Γερμανία ένωσαν τις φωνές τους με τους Γερμανούς βιομήχανους

Μαζί βιομήχανοι και εργάτες

Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι και οι Γερμανοί ζητούν διαφορετική οικονομική πολιτική, αλλά το ότι το ζητούν σε κοινή ανακοίνωσή τους ο Σύνδεσμος των Βιομηχάνων και Συνδικάτα των Εργατών. Κάτι πρωτόγνωρο όχι μόνο για τη Γερμανία, αλλά και για όλη την Ευρώπη. Ούτε στις χώρες του νότου, ούτε στην Ιρλανδία που ένιωσαν στο πετσί τους την κρίση.

Ο Σύνδεσμος Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) και η Γερμανική Συνομοσπονδία Συνδικάτων (DGB) κάλεσαν με μία ασυνήθιστη κοινή ανακοίνωσή τους, την κυβέρνηση να σκεφθεί ξανά τις προτεραιότητές της για τον προϋπολογισμό και να ενισχύσει δραστικά τις δημόσιες επενδύσεις, ώστε η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία να είναι σε θέση να αναπτυχθεί στο μέλλον.

Η ασυνήθιστη κίνηση της επιχειρηματικής οργάνωσης με τη μεγαλύτερη επιρροή στη Γερμανία και της μεγαλύτερης τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσής της δείχνουν πόσο πολύ έχει μετατοπισθεί η δημόσια συζήτηση σε μία χώρα, η οποία έχει από χρόνια εμμονή με την πολιτική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών που δεν δημιουργούν νέο χρέος. Με τη γερμανική οικονομία να αναπτύσσεται οριακά και το κόστος δανεισμού του Βερολίνου να κινείται σε χαμηλό επίπεδο-ρεκόρ, η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ και ο υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς δέχονται αυξανόμενη πίεση από τη χώρα τους και από το εξωτερικό να εγκαταλείψουν τη δέσμευση για ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, που επέβαλαν μόνοι τους, η οποία περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο για αύξηση των δημοσίων δαπανών.

 

Η αδύναμη ανάπτυξη

«Αυτό δεν αφορά κυρίως την καταπολέμηση των συμπτωμάτων μίας ύφεσης, αλλά μάλλον την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της αδύναμης ανάπτυξης», δήλωσε ο πρόεδρος του BDI (βιομήχανοι), Ντίτερ Κεμπφ, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση έχει καθήκον να διατηρήσει και να βελτιώσει τη Γερμανία ως τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας για να διασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη ευημερία και απασχόληση. Ο Κεμπφ τόνισε ότι η κυβέρνηση πρέπει να αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις σε ψηφιακές και μεταφορικές υποδομές κατά μισή ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ, που αντιστοιχεί σε περίπου 16 δισ. ευρώ τον χρόνο. Ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός προβλέπει επενδύσεις ύψους 43 δισ. ευρώ για το 2020.

Ο επικεφαλής της DGB (Συνδικάτα), Ράινερ Χόφμαν, επεσήμανε ότι ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων είναι ο μόνος τρόπος να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του αναπτυξιακού μοντέλου της Γερμανίας και μαζί με αυτή και οι καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. «Δεν μπορούμε να δεχόμαστε άλλο να τίθεται η ευημερία των μελλοντικών γενεών σε κίνδυνο με τόσο απαρχαιωμένες υποδομές και με τόση υποχρηματοδότηση του εκπαιδευτικού συστήματος», είπε ο Χόφμαν, προσθέτοντας ότι οι περισσότερες δημόσιες επενδύσεις θα ενισχύσουν επίσης την κοινωνική συνοχή και θα προωθήσουν ίσες συνθήκες διαβίωσης σε όλη τη χώρα.

Η κρατική αναπτυξιακή τράπεζα της Γερμανίας, KfW, έχει υπολογίσει ότι οι δήμοι της χώρας έχουν επενδυτικές ανάγκες ύψους 138 δισ. ευρώ. Η ενίσχυση των γερμανικών επενδύσεων θα ήταν θετική ευρύτερα για την Ευρωζώνη. Η νέα επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει τονίσει ότι η Γερμανία μπορεί να χρησιμοποιήσει τα πλεονάσματα που έχει στον προϋπολογισμό της για να βοηθήσει την ανάπτυξη της Ευρωζώνης.

Διαβάστε επίσης