ΜICHAEL SEIBEL: «Το “Όνομα του Ρόδου” είναι φιλοσοφικό ανάγνωσμα»

«Το Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα και ο σκηνοθέτης της παράστασης μιλά στην «Α» για την απόφασή του να σκηνοθετήσει ένα τόσο σημαντικό έργο

Σαράντα χρόνια από την έκδοσή του, «Το Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο θεατρικό σανίδι, σε σκηνοθεσία του Michael Seibel και διασκευή του βραβευμένου θεατρικού συγγραφέα, σκηνοθέτη και δημοσιογράφου Stefano Massini.

Ουμπέρτο Έκο

Πρόκειται για το πρώτο μυθιστόρημα του Έκο, το οποίο έγραψε λίγο πριν το κατώφλι των πενήντα χρόνων του.

«Το Όνομα του Ρόδου» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ζαν-Ζακ Ανό το 1986 με πρωταγωνιστή τον Σον Κόνερυ στον ρόλο του Γουίλιαμ της Μπάσκερβιλ και τον Κρίστιαν Σλέιτερ ως Άντσο. Τον περασμένο Μάρτιο προβλήθηκε μια σειρά οκτώ επεισοδίων διάρκειας 52 λεπτών στη δημόσια ιταλική τηλεόραση, με πρωταγωνιστή τον Τζον Τουρτούρο. Μάλιστα, ο ίδιος ο Έκο είχε εγκρίνει το προσχέδιο του σεναρίου πριν από τον θάνατό του το 2016.

Τον Ιανουάριο του 2020 το αριστούργημα του Ουμπέρτο Έκο κάνει πρεμιέρα στο Altera Pars. Για πρώτη φορά στα ελληνικά, σε θεατρική μεταφορά του βραβευμένου Stefano Massini και σκηνοθεσία του Michael Seibel.

Εμείς πλησιάσαμε τον σκηνοθέτη Michael Seibel και βρήκαμε την ευκαιρία να ανιχνεύσουμε τις σκέψεις του τόσο για τον Ουμπέρτο Έκο, όσο και για θέματα γύρω από την τέχνη γενικότερα, καθώς πέρα από σπουδαίος σκηνοθέτης, είναι και δάσκαλος. Και όπως μας λέει ο ίδιος, «ο καλός δάσκαλος οφείλει να διδάσκει στους νέους καλλιτέχνες το αρχαίο ελληνικό “μέτρον”». 

Ιχνηλατώντας… με την Καίτη Νικολοπούλου

Πώς προέκυψε η ιδέα ν’ ανέβει σε ελληνική σκηνή «Το Όνομα του Ρόδου»;

«Όλοι γνωρίζουμε ότι “Το Όνομα του Ρόδου”, εκτός από δημοφιλές ανάγνωσμα,  σηματοδότησε κατά την τελευταία εικοσαετία του περασμένου αιώνα τη συγγραφή πολυσέλιδων μυθιστορημάτων που χαρακτηρίστηκαν από την επάνοδο του επικού στοιχείου και των δραματικών χαρακτήρων. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά είναι αυτά που με ώθησαν να ασχοληθώ με την επί σκηνής μεταφορά του μυθιστορήματος αυτού. Ακόμα και αν δεν υπήρχε η πολύ καλή δραματοποίηση του Massinni, θα επιχειρούσα προσωπικά τη δραματοποίησή του».

Ποιες ήταν οι σκηνοθετικές προκλήσεις με τις οποίες ήρθατε αντιμέτωπος;

«Όπως είπα προηγουμένως, έχουμε να κάνουμε με δραματικούς χαρακτήρες. Πρόκληση για μένα ήταν να καταδείξω επί σκηνής την ποικιλία αυτών των χαρακτήρων  και την εξέλιξή τους στο έργο μέσα από μία συγκεκριμένη αισθητική φόρμα,  η οποία θα διατρέχει ολόκληρο το έργο και θα είναι αντιληπτή από τον θεατή. Πρόκειται για ένα δημιούργημα το οποίο μπορεί να αναγνωστεί, άρα και να θεαθεί σε πολλά επίπεδα: ως αστυνομικό έργο, ως ιστορικό μεσαιωνικό μυθιστόρημα, ως φιλοσοφική και θεολογική πραγματεία. Μέσα από τη σκηνοθεσία μου, επιχειρώ να αναδείξω όλα αυτά τα επίπεδα και αυτό μέσα από μία συγκεκριμένη αισθητική».

Όταν εκδόθηκε «Το Όνομα του Ρόδου», ήταν δύσκολο να καταταχθεί σ’ ένα λογοτεχνικό είδος. Εσείς πού θα το κατατάσσατε;

«Πραγματικά είναι  δύσκολο να καταταχθεί σ’ ένα λογοτεχνικό είδος. Θα μπορούσε να διαβαστεί ως  μεσαιωνικό χρονικό, ιστορικό μυθιστόρημα, αστυνομικό μυθιστόρημα, ιδεολογικό, φιλοσοφικό αφήγημα ή και αλληγορία. Μας θυμίζει την πολυειδία, την  ανάμειξη των λογοτεχνικών ειδών (contaminatio generum) των ποιητικών έργων της ελληνιστικής περιόδου της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας. Για μένα αποτελεί περισσότερο ένα φιλοσοφικό ανάγνωσμα. Ο πανεπιστημιακός Έκο διδάσκει φιλοσοφία μέσα από τη μυθοπλασία.  Η θεατρική μεταφορά θα φέρει τη φιλοσοφία επί σκηνής».

Τι κάνει, κατά τη γνώμη σας, αυτό το μυθιστόρημα διαχρονικό;

«Η πολυειδία του, και τα πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Επίσης, οι επίκαιρες ιδέες του μέσα σε ένα μεσαιωνικό περιβάλλονΤο “Όνομα του Ρόδου” είναι ο πιο γοητευτικός τρόπος να βάλεις το μυαλό σου να σκέφτεται».

Το ευρύ κοινό γνωρίζει την ιστορία, όχι μόνο μέσα από τις σελίδες αλλά και λόγω της ταινίας με πρωταγωνιστή τον Σον Κόνερυ. Γιατί να έρθει να το δει και στο θέατρο;

«Διότι θα το απολαύσει ζωντανά ως θεατρικό έργο πλέον και όχι ως κινηματογραφική ή τηλεοπτική μεταφορά, μέσω μίας εντελώς διαφορετικής αισθητικής στη σκηνοθετική προσέγγιση που διαφέρει κατά πολύ από αυτήν της μεγάλης ή της μικρής οθόνης. Δεν προτίθεμαι να θυμίσω στους θεατές την κινηματογραφική μεταφορά».

Πρόκειται για ένα ογκωδέστατο βιβλίο. Σε ποια σημεία του θα επικεντρωθεί η παράσταση;

«Η σκηνοθεσία θα καταδείξει τον φανατισμό και τους κινδύνους που εγκυμονεί, προβληματίζοντας και παράλληλα διδάσκοντας τον θεατή. Ευελπιστώ ότι μέσα από αυτή την παράσταση ο θεατής θα σκύψει περισσότερο μέσα του, θα αναγνωρίσει τον δικό του προσωπικό φανατισμό και θα κατανοήσει πόσο αυτός δυσχεραίνει την ατομική και κοινωνική του ζωή.  Θα συνειδητοποιήσει ότι η βιαιότητα και η άκαμπτη μισαλλοδοξία, απόρροια του φανατισμού, αδρανοποιούν τις δημιουργικές του δυνάμεις και παρουσιάζονται ως τροχοπέδη στην εξέλιξή του. Το έργο αυτό δίνει έμφαση στη σημασία της  ορθής, ανθρωπιστικής παιδείας που προσφέρει στους ανθρώπους αφενός την ικανότητα να κρίνουν με αντικειμενικότητα τα δεδομένα της κοινωνικής πραγματικότητας και, αφετέρου, τους εξοπλίζει με βαθύ και αδιαπραγμάτευτο σεβασμό για την αξία της ανθρώπινης ζωής. Και όλα αυτά τα επιτυγχάνει η ανθρωπιστική παιδεία  με την ανάδειξη της σημασίας του διαλόγου στην αναζήτηση της αλήθειας, της ανεκτικότητας στις διαφορετικές απόψεις και αντιλήψεις, της κατανόησης πως η αλήθεια δεν είναι μονοσήμαντη ή μονόπλευρη, αλλά και της αξίας της αμφισβήτησης ως μέσου για τη διαρκή βελτίωση των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών. Η ελευθερία έκφρασης και σκέψης, η διαλλακτικότητα και η μετριοπάθεια συνιστούν βασικές ποιότητες για τους πολίτες μίας υγιούς κοινωνίας».

Ζείτε στην Ελλάδα τα τελευταία 25 χρόνια, έχετε όμως σκηνοθετήσει πολλές παραστάσεις και στη χώρα καταγωγής σας, τη Γερμανία. Ποιες διαφορές ή και ομοιότητες εντοπίζετε στο ελληνικό και γερμανικό κοινό;

«Θεωρώ σε γενικές γραμμές τους Γερμανούς θεατές περισσότερο εκπαιδευμένους από τους Έλληνες, και αυτό γιατί η θεατρική παιδεία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Γερμανικού σχολικού προγράμματος. Επίσης, τα ίδια τα θέατρα οργανώνουν εκπαιδευτικές δράσεις και εκδηλώσεις για τις παραγωγές τους, προετοιμάζοντας έτσι τους θεατές για τις παραστάσεις που πρόκειται να παρακολουθήσουν. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στην αρχαιότητα με τον θεσμό των προαγώνων στα Μεγάλα Διονύσια, δηλαδή οι θεατές ενημερώνονταν από πριν για τα δράματα που θα παρακολουθούσαν. Θα έπρεπε να ασκούνται οι Έλληνες θεατές περισσότερο έτσι ώστε να εκλαμβάνουν τη θεατρική παράσταση ως συνολικό έργο τέχνης, εμβαθύνοντας στη σκηνοθεσία και την υποκριτική. Με τον τρόπο αυτό θα είναι σε θέση να απολαμβάνουν περισσότερο τη σκηνική παρουσίαση, να ψυχαγωγούνται πραγματικά – ο όρος με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, αγωγή της ψυχής».

Τι σας έχει κερδίσει στη χώρα μας και τι, αν ήταν στο χέρι σας, θ’ αλλάζατε;

«Η γεωγραφία της Ελλάδας, ο ήλιος της, η ζεστασιά και η φιλοξενία των ανθρώπων, περισσότερο βέβαια της επαρχίας. Αν ήταν στο χέρι μου, θα άλλαζα αρκετά πράγματα στην εκπαίδευση των ηθοποιών, επειδή με αφορά άμεσα, δίνοντας έμφαση στις ανάγκες του σύγχρονου ηθοποιού και στις απαιτήσεις των σύγχρονων παραγωγών όσον αφορά στην επιτελεστικότητα».

Διδάσκετε υποκριτική και φωνητική σε δραματικές σχολές. Ως δάσκαλος, τι θα συμβουλεύατε έναν νέο καλλιτέχνη που κάνει τα πρώτα του βήματα στην Ελλάδα της γενικευμένης κρίσης;

«Η επιλογή του καλού δασκάλου, ο οποίος έχει περισσότερο τη γνώση στην εκπαίδευση του ηθοποιού και του τραγουδιστή. Καλός δάσκαλος δεν είναι αυτός που διδάσκει την εμπειρία του και την πείρα του. Καλός δάσκαλος είναι αυτός που έχει τις απαιτούμενες γνώσεις που του έχει προσφέρει η πείρα του και η παιδεία του για το λειτούργημα που επιτελεί. Ο καλός δάσκαλος συμβουλεύει σωστά τον νέο καλλιτέχνη στα πρώτα επαγγελματικά του βήματα, τι δηλαδή να αποφεύγει, τι να επιδιώκει και σε ποια πράγματα να δέχεται προσωρινούς συμβιβασμούς για βιοποριστικούς λόγους. Να του διδάσκει δηλαδή το αρχαίο ελληνικό “μέτρον”».   

«Το Όνομα του Ρόδου» – Υπόθεση

Μεσαίωνας, 14ος αιώνας. Ένας φραγκισκανός μοναχός καλείται σ’ ένα απομονωμένο μοναστήρι βενεδικτίνων, με σκοπό να λύσει έναν μυστηριώδη θάνατο. Η άφιξή του, όμως, πυροδοτεί μια σειρά φόνων, οι οποίοι φαίνεται πως συνδέονται μ’ ένα σπάνιο βιβλίο: Το δεύτερο τόμο της «Ποιητικής» του Αριστοτέλη που είναι γραμμένος για την «Κωμωδία». Και ενώ η μία δολοφονία διαδέχεται την άλλη, στο μοναστήρι καταφτάνει ένας απεσταλμένος της Ιεράς Εξέτασης, έτοιμος να στείλει στην πυρά όσους δεν συμμορφώνονται με το γράμμα των εκκλησιαστικών νόμων. Μια δυνατή αστυνομική ιστορία, αλλά και μια ιστορική αναπαράσταση μιας εποχής.

 

 Ταυτότητα παράστασης

«Το Όνομα του Ρόδου»

Συγγραφέας: Umberto Eco

Θεατρική διασκευή: Stefano Massini

Μετάφραση: Ντίνα Μπόγρη

Σκηνοθεσία: Michael  Seibel

Σκηνικά-κουστούμια: Λαμπρινή Καρδαρά

Μουσική: Γιώργος  Καγιαλίκος

Κινησιολογία: Ανούσκα Οικονόμου

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Motion Graphics: Βαγγέλης Καλαιτζίδης

Φωτογραφία: Μαρία-Αγγελική Γκίντη

Προβολή-Επικοινωνία: Βάσω Σωτηρίου-We Will

Παραγωγή:  OLYMPIA CULTURE, Σαρανταπήχου 5 & Αγ. Ισιδώρων 35, Λυκαβηττός

«Το “Όνομα του Ρόδου” είναι ο πιο γοητευτικός τρόπος να βάλεις το μυαλό σου να σκέφτεται»

Παίζουν (με σειρά εμφάνισης): Δημήτρης Μπικηρόπουλος, Μίλτος Δημουλής, Αντώνιος Αντωνιάδης, Δημήτρης Νικολόπουλος, Ιωάννης Πολυτάκης, Κωνσταντίνος Συράκης, Παναγιώτης Σπηλιόπουλος, Αντώνης Αντωνάκος, Μαρίνος Ορφανός, Σάκης Τσινάρης, Αλέξανδρος Ζαχαρέας, Πασχάλης Μερμιγκάκης, Μανώλης Δεστούνης, Νατάσα Κορομβόκη, Νίκος Πανόπουλος.

Πού: Altera Pars, Μεγάλου Αλεξάνδρου 123, τηλ.: 210-3410011

Πότε: Από 27 Ιανουαρίου και κάθε Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη στις 21:00

«Ο πανεπιστημιακός Έκο διδάσκει φιλοσοφία μέσα από τη μυθοπλασία.  Η θεατρική μεταφορά θα φέρει τη φιλοσοφία επί σκηνής»

O Michael Seibel γεννήθηκε στη Γερμανία και τα τελευταία 25 χρόνια ζει στην Ελλάδα. Σπούδασε Μουσική και Θέατρο στο Πανεπιστήμιο του Saarland (Ανώτατη Μουσική και Δραματική Ακαδημία του Saarland), παίρνοντας Υποτροφία του ιδρύματος Richard Wagner. Κάτοχος MA of Arts στη σκηνοθεσία στο θέατρο και στην όπερα στο Middlesex University London και Υποψήφιος Διδάκτορας του τμήματος Επικοινωνιακών Επισιτισμών και Αισθητικής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο του Hildesheim, στη Γερμανία.

Σκηνοθέτησε παραστάσεις Όπερας και Θεάτρου στη Γερμανία και την Ελλάδα, αποσπώντας διεθνείς διακρίσεις. Από το 2015 έως 2018 ήταν Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Λυρικής Σκηνής και του Int. Opera Studio του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας. Διδάσκει Υποκριτική και Φωνητική σε δραματικές σχολές στην Ελλάδα καθώς και σε workshops και masterclasses σε όλο τον κόσμο. Από τις πιο πρόσφατες δουλειές του, η σκηνοθεσία του «Βαν Γκογκ-Το βαλς των δέντρων και του Ουρανού».

Διαβάστε επίσης