
Μίμης Δομάζος: Ο όρκος για το Γουέμπλεϊ, η Βουγιουκλάκη και ο καβγάς με τον Ασλανίδη
Οι μεγάλες στιγμές του «στρατηγού» μέσα και έξω από τα γήπεδα
Ο Μίμης Δομάζος δεν έπαιζε μπάλα. «Μιλούσε» με τη μπάλα. Ο «στρατηγός» ανήκε στην γενιά των ποδοσφαιριστών με τις οποίες ο κόσμος γέμιζε τα γήπεδα και παραληρούσε με κάθε γκολ. Τυχεροί όσοι τον πρόλαβαν…
Ο ίδιος πριν από λίγα χρόνια, το 2017 ανέφερε σε μια συνέντευξή του: «Το 1959, 15 χρονών πήγα στον Παναθηναϊκό με κοντά παντελονάκια. Υπέγραψα για ένα κοστούμι! Έμαθα μπάλα στην αλάνα, δίπλα στο γήπεδο του ΠΑΟ. Το πρωί έπαιζα μπάλα με φίλους και μετά στο γήπεδο.Πήρα 10 πρωταθλήματα, 3 κύπελλα, ένα αήττητο πρωτάθλημα και είχα 536 συμμετοχές. Εύχομαι κάποιος να με ξεπεράσει κάποτε.Έπαιξα αντίπαλος με τον Πελέ, τον Κρόιφ, τον Εουσέμπιο, τον Ματσόλα, τον Ριβέρα και πάντα αυτοί φοβόντουσαν, όχι εγώ. Είμαι περήφανος που ήμουν αρχηγός του Παναθηναϊκού.Δεν φόρεσα ποτέ επικαλαμίδες επί 23 χρόνια και δεν χτύπησα ποτέ. Ήξερα πολύ καλά πώς θα πέσω, πώς θα κινηθώ μέσα στο γήπεδο. Από τη Δευτέρα προετοίμαζα το ματς της Κυριακής. Κάποτε κέρδισα την Βουγιουκλάκη σ’ ένα διαγωνισμό του περιοδικού Φαντάζιο και ήρθε στο Ζυγό να δει ποιος την πέρασε».
Οι οπαδοί του Παναθηναϊκού, αλλά και γενικότερα όλοι οι φίλαθλοι τον αποκαλούσαν «στρατηγό».Όπως είχε πει ο ίδιος σε παλαιότερη συνέντευξή του στο peiraiotika.gr: «Οι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού με βγάλανε γιατί έκανα τα πάντα μέσα στο γήπεδο όλα πέρναγαν από μένα έφτιαχνα το παιχνίδι με φύλαγαν δυο έπρεπε να τους ξεφύγω. Αυτό δεν έγινε από τα πρώτα χρόνια σιγά σιγά, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς».
Θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους Έλληνες ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Το 2003 ψηφίστηκε ως ο δεύτερος καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής από την ΕΠΟ για τον εορτασμό των 50 χρόνων της ΟΥΕΦΑ. Η IFFHS τον επέλεξε στην καλύτερη 11άδα όλων των εποχών του ελληνικού ποδοσφαίρου το 2021. Ήταν ένας από τους τελευταίους λαμπαδηδρόμους που μετέφεραν τη φλόγα μέσα στο Ολυμπιακό Στάδιο, για την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα.
Το Γουέμπλει
Στο διάβα του για τη μεγαλύτερη διάκριση του ελληνικού ποδοσφαίρου σε συλλογικό επίπεδο, ο Παναθηναϊκός ξεπέρασε τα εμπόδια της Ζενές Ες, της Σλόβαν Μπρατισλάβας, της Έβερτον, του Ερυθρού Αστέρα, ενώ στον τελικό του Γουέμπλεϊ, στις 2 Ιουνίου 1971, ηττήθηκε με 2-0 από τον Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ.
Η ομάδα του Γουέμπλεϊ άρχισε να διαμορφώνεται από τον αναμορφωτή του Παναθηναϊκού Στέφαν Μπόμπεκ και τον διάδοχό του, Λάκη Πετρόπουλο. Στις 2 Ιουνίου 1970 όμως, ο Φέρεντς Πούσκας ανέλαβε προπονητής .

“Έντεκα αυτοί, έντεκα κι εμείς” συνήθιζε να λέει. “Με αυτό το τροπάριο μάς εμψύχωνε συνέχεια και μας έκανε να αντιμετωπίζουμε τους αντιπάλους μας χωρίς το παραμικρό κόμπλεξ”, δήλωνε ο Μίμης Δομάζος.
Στα ημιτελικά, ο Παναθηναϊκός πραγματοποίησε μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές ανατροπές της ιστορίας του, απέναντι στον Ερυθρό Αστέρα. Μετά την κακή εμφάνιση στον πρώτο αγώνα στην Γιουγκοσλαβία όπου ηττήθηκε με 4-1, ο Παναθηναϊκός πραγματοποίησε μία επική ανατροπή, νικώντας με 3-0 και παίρνοντας την πρόκριση για τον μεγάλο τελικό.
“Ο όρκος που είχαμε κάνει στο δωμάτιο του Δομάζου, μας είχε κάνει θηρία. Και πιο πολύ πεισμώσαμε, όταν είδαμε τυπωμένα φέιγ-βολάν των γιουγκοσλάβων, που έγραφαν: Τελικός Κυπέλλου Πρωταθλητριών: Ερυθρός Αστέρας – Άγιαξ”, θυμάται ο Κώστας Ελευθεράκης.
Στον τελικό του Γουέμπλεϊ, ο Παναθηναϊκός βρήκε απέναντί του την καλύτερη ομάδα της Ευρώπης, τον Άγιαξ, των Ρίνους Μίχελς και Γιόχαν Κρόϊφ. Μία ομάδα – μοντέλο, που θα κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια στην Ευρώπη.
Με τη συμπαράσταση χιλιάδων οπαδών, παλεύει όσο μπορεί το παιγνίδι, αλλά η διαφορά δυναμικότητας από τον Αίαντα του Άμστερνταμ είναι εμφανής.
Παρά την ήττα του με 2-0, ο Παναθηναϊκός κέρδισε χιλιάδες νέους φίλους και την… επιβεβαίωση του ύμνου του: “Χαίρεται η Ελλάδα που’ χει τέτοια ομάδα…”.
Ο στρατηγός του Παναθηναϊκού, Μίμης Δομάζος, δήλωσε: “Παρότι δεν σηκώσαμε το Κύπελλο, νιώσαμε όλοι υπερήφανοι. Είχαμε πετύχει έναν άθλο. Το όνομα της χώρας μας ακούστηκε σε όλη τη Γη. Μακάρι να ξαναβρεθεί κι άλλη ελληνική ομάδα, να πετύχει αυτό τον θρίαμβο”.
Η Εθνική
Ο Μίμης Δομάζος πανηγύρισε τεράστιες επιτυχίες με τη φανέλα του Παναθηναϊκού, ωστόσο με τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας είχε νιώσει μία από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις του, όταν η γαλανόλευκη δεν είχε καταφέρει να προκριθεί στο Μουντιάλ 1970.
Μετά την ήττα της Εθνικής Ελλάδας στη Βασιλεία από την Ελβετία, ο Κώστας Καραπατής απολύθηκε από τη θέση του προπονητή, καθώς είχε απαιτήσει να κατέβει από το πούλμαν, κατά την επιστροφή, η Δέσποινα Παπαδοπούλου, σύζυγος του δικτάτορα, επειδή κάπνιζε μαζί με φίλες της.

Τη θέση του πήρε ο Νταν Γεωργιάδης, ο οποίος ευθύνεται για το γεγονός ότι η Εθνική Ελλάδας αντιμετώπισε τη Ρουμανία χωρίς τον Μίμη Δομάζο.
Ο φροντιστής εκείνα τα χρόνια ήταν υπεύθυνος να αφήνει τη φόρμα και το φούτερ του κάθε ποδοσφαιριστή έξω από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, πριν οι παίκτες κατέβουν για πρωινό.
Το πρωί πριν το παιχνίδι με τη Ρουμανία, ο Δομάζος βρήκε το φόρμα του, όχι όμως και το φούτερ, με αποτέλεσμα να κατέβει με δική του μπλούζα. Ο προπονητής δεν υποδέχθηκε με τον καλύτερο τρόπο αυτό το γεγονός, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει ο παρακάτω διάλογος.
«Είχαμε, νομίζω, καταλύσει στον Αστέρα της Βουλιαγμένης. Κάναμε στην άμμο προπόνηση, σκάλες ανεβοκατεβαίναμε, φράχτες πηδάγαμε… αυτά φαίνεται είχε σπουδάσει ο Νταν Γεωργιάδης… Κάθε μέρα το ίδιο πράγμα. Ένα πρωί ο φροντιστής εμένα δεν μου έφερε φανέλα. Στο σαλόνι ήταν μαζεμένοι οι περισσότεροι παίκτες και ο προπονητής.
Κατεβαίνοντας εγώ τις σκάλες, γυμνός από τη μέση και πάνω, μου φωνάζει ο Νταν Γεωργιάδης: «Γιατί δεν είσαι ντυμένος εσύ;». «Δεν μου ‘φερε ο φροντιστής φανέλα», του απαντάω εγώ. «Να πας εσύ να τη βρεις» μου λέει με ύφος, γιατί φαίνεται αυτό ήταν το ύφος του. «Εγώ θα πάω; Ο φροντιστής να πάει», του λέω εγώ. Αγριεύει και μου πετάει: «Σήκω και φύγε». «Κανένα πρόβλημα — του λέω εγώ, θα φύγω». Και έφυγα από την αποστολή», είχε δηλώσει.
Τα πράγματα χειροτέρεψαν, καθώς ο Γενικός Γραμματείας Αθλητισμού, Κώστας Ασλανίδης, κάλεσε τον Δομάζο στο γραφείο του για να απολογηθεί.
«Μου είπε φράσεις που, πώς να το πω, με μείωναν σαν άνθρωπο και σαν ποδοσφαιριστή. Γιατί εγώ τότε ήμουνα ίσως ένας απ’ τους τρεις καλύτερους παίχτες της εθνικής, μια δύναμη μέσα στην Εθνική Ομάδα. Μου είπε πολύ άσχημα πράγματα. Βριστήκαμε. Βριστήκαμε άγρια γιατί εγώ δεν υπολόγιζα κανέναν Ασλανίδη. Μόνο τα πόδια μου υπολόγιζα. Το τίμημα ήταν να μου αφαιρέσει ένα πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ που είχα μαζί με ένα καφέ-μπαρ στην πλατεία Βικτωρίας. Μου το πήρε παρότι δεν μου το ‘χε δώσει η χούντα. Τέλος πάντων, εκείνο το παιχνίδι παίχτηκε χωρίς εμένα και ήρθε 2-2», είχε αποκαλύψει ο Δομάζος.
Κάπως έτσι, η Εθνική Ελλάδας παρατάχθηκε χωρίς τον Δομάζο κόντρα στη Ρουμανία, έχασε έναν βαθμό και τελικά η γαλανόλευκη έμεινε εκτός Μουντιάλ στις λεπτομέρειες ή για την ακρίβεια για ένα… φούτερ που δεν βρήκε ποτέ ο Δομάζος.
Μίμης Δομάζος – Βίκυ Μοσχολιού: Ο γάμος που έμεινε στην ιστορία
Ο Μίμης Δομάζος έζησε τόσο σε προσωπικό, όσο και επαγγελματικό επίπεδο μία γεμάτη και έντονη ζωή. Ο γάμος του με τη Βίκυ Μοσχολιού έμεινε στην ιστορία. Ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής και η λαϊκή τραγουδίστρια παντρεύτηκαν τρία χρόνια μετά την γνωριμία τους, την πρωτομαγιά του 1967, στη Μητρόπολη των Αθηνών. Κουμπάρος του ζευγαριού ήταν ο στρατιωτικός Ιωάννης Λαδάς. Μάλιστα ο γάμος τους είχε γίνει πρώτο θέμα την εποχή εκείνη. Τότε η τραγουδίστρια πρωταγωνιστούσε στις μουσικές σκηνές και ο ποδοσφαιριστής ήταν ένας από τους μεγαλύτερους παίκτες του Παναθηναϊκού.
Την ημέρα του γάμου, πάνω από 30.000 άνθρωποι βρέθηκαν στους δρόμους από το Σύνταγμα έως τη Μητρόπολη Αθηνών, με σκοπό να δουν από κοντά το ζευγάρι. Έτσι λοιπόν, η Βίκυ Μοσχολιού καθυστέρησε να φτάσει στην εκκλησία, καθώς το αμάξι δεν μπορούσε να προσεγγίσει την εκκλησία. Κατά την έξοδο της τραγουδίστριας και του ποδοσφαιριστή από την εκκλησία από την κοσμοσυρροή έφυγε η βέρα από το χέρι της νύφης, ευτυχώς όμως βρέθηκε έπειτα από μερικές ώρες και της την επέστρεψαν.
Αφού πραγματοποιήθηκε το μυστήριο ακολούθησε δεξίωση. Χαρακτηριστικές ήταν οι 7.000 μπομπονιέρες, διακοσμημένες με το κλειδί του σολ και το τριφύλλι του Παναθηναϊκού.
Ο Μίμης Δομάζος και η Βίκυ Μοσχολιού έμειναν μαζί 11 χρόνια και απέκτησαν δύο κόρες την Ράνια το 1967 και την Ευαγγελία το 1968.
Κατά την κοινή πορεία του «Στρατηγού» και της λαϊκής τραγουδίστριας, η τελευταία εντάχθηκε στην οικογένεια του Παναθηναϊκού δίνοντας το «παρών» σε όλα τα εντός έδρας παιχνίδια, που γίνονταν στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Δεν ήταν μάλιστα λίγες οι φορές που η Μοσχολιού δέχτηκε υβριστικά συνθήματα μέσα στα γήπεδα, με την οργή τότε του Μίμη Δομάζου να μην κρύβεται.
«Εγώ δεν αγαπώ την βεντέτα Μοσχολιού, αλλά την καλή σύζυγο, την καλή μητέρα, την καλή τραγουδίστρια» έλεγε ο άσος του Παναθηναϊκού και η Βίκυ Μοσχολιού συμπλήρωνε: «Του έχω εμπιστοσύνη αλλά και τον ζηλεύω. Είναι αυτά τα τηλεφωνήματα από τις τόσες θαυμάστριες. Έπειτα, αυτά τα ταξίδια του».
Το 1978 έγινε γνωστή η είδηση του χωρισμού του ζευγαριού, ταράζοντας στον Τύπο της εποχής. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο υπήρξαν έντονες φήμες για ζήλιες και απιστίες ανάμεσά τους. «Δεν είχαμε προβλήματα. Το μόνο μου πρόβλημα ήταν το δικό μου… Δηλαδή ότι τον αγαπούσα πολύ τον άνδρα μου, ήταν η πρώτη μου αγάπη και δεν τον χαιρόμουν», είχε πει η Βίκυ Μοσχολιού σε συνέντευξή της στο περιοδικό «Music Corner».
Σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο Μίμης Δομάζος πριν από δέκα μήνες στην εκπομπή της ΕΡΤ, «Στούντιο 4» είχε πει για τη Βίκυ Μοσχολιού: «Ας μην τα συζητήσω. Τώρα έχω άλλη οικογένεια. Δεν θέλω να έρθω στα παλιά».
H γνωριμία και ο γάμος με την Ηώ Θεοδώρου
Η Ηώ Θεοδώρου ήταν μαζί του μέχρι το τέλος. Οι δυο τους ήταν ζευγάρι για πάνω από 40 χρόνια.
«Με την Ηώ γνωριστήκαμε μέσω παρέας μία Πρωτομαγιά. Είχε περάσει Ιατρική και Καλών τεχνών αλλά τα άφησε όλα όταν γνωριστήκαμε. Ήμουν 38 ετών όταν τη συνάντησα. Εκείνη είναι πιο μικρή. Παντρευτήκαμε και κάναμε μία κόρη, την Πόπη. Έχω δύο ακόμα κόρες από τον πρώτο μου γάμο με την Βίκυ Μοσχολιού», είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξη του στο vice.

Ο γάμος τους πραγματοποιήθηκε στο Ψυχικό, με κουμπάρους τους τον Γιάννη και την Ντίνα Πάριου.
Πριν από λίγους μήνες, μπαμπάς και κόρη είχαν βρεθεί στην εκπομπή «Στούντιο 4» και είχαν μιλήσει για τη σχέση τους, ενώ η Πόπη Δομάζου είχε μιλήσει και για τη σχέση των γονιών της.
«Την κυνήγησε πολύ. Την έπαιρνε στο σπίτι να την ακούσει, “θα τα πω μπαμπά, και το έκλεινες. Ήθελες να δεις αν είναι σπίτι, στο πατρικό της. Έκανε τέτοια ο Μίμης Δομάζος. Δεν τα ξέρει ο κόσμος, πρώτη φορά τα λέμε. Μεγάλο κυνήγι, δε νομίζω να παντρευόταν η μαμά μου. Ήταν δύσκολη σαν άνθρωπος και την κυνήγησε πάρα πολύ! Αυτό που τη λύγισε ήταν η επιμονή του. Είναι και όμορφος! Είναι ωραίος άντρας ο “Στρατηγός”, και όταν θέλει κάτι το πετυχαίνει. Στο σπίτι όμως “στρατηγός” είναι η μαμά», είχε αποκαλύψει η Πόπη Δομάζου.
«Είναι ωραία τα 40 χρόνια γάμου. Η Ηώ μου έδωσε την αγάπη στο σπίτι. Είναι μια γυναίκα που δεν μπορείς να τη βάλεις σε καλούπι. Παραμένω θαυμαστής της μέχρι τώρα γιατί είναι και πάρα πολύ όμορφη. Είναι ίδια με την Πόπη. Στη ζωή μου ήθελα τη σταθερότητα, γιατί μεγαλώνοντας κάτι θέλει ο καθένας. Ο γάμος μου είναι πετυχημένος πάρα πολύ και είμαι ευτυχισμένος», είχε εξομολογηθεί ο ίδιος σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ.

