Μήνυμα Φον ντερ Λάιεν προς Τραμπ: Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει να προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης
«Η ελευθερία του λόγου είναι το θεμέλιο της ισχυρής ευρωπαϊκής δημοκρατίας», τόνισε η πρόεδρος της Κομισιόν
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαμηνύει ότι θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την ελευθερία της έκφρασης, μετά την απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να επιβάλουν ταξιδιωτική απαγόρευση σε πέντε Ευρωπαίους πολίτες, ανάμεσά τους και τον πρώην Επίτροπο Τιερί Μπρετόν.

Σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα Χ, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν τόνισε ότι «Η ελευθερία του λόγου είναι το θεμέλιο της ισχυρής ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Είμαστε υπερήφανοι για αυτήν. Θα την προστατεύσουμε».


Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, χαρακτηρίζοντας τις κυρώσεις «απαράδεκτο μεταξύ συμμάχων, εταίρων και φίλων». Όπως υπογράμμισε, «Η ΕΕ είναι ανυποχώρητη σε ό,τι αφορά την υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης, των δίκαιων ψηφιακών κανόνων και της κυριαρχίας της για την επιβολή ρυθμιστικών κανόνων».
Την έντονη καταδίκη τους εξέφρασαν επίσης ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν και η γερμανική κυβέρνηση. Η Ουάσινγκτον κατηγορεί τους πέντε Ευρωπαίους ότι προωθούν τη λογοκρισία στις διαδικτυακές πλατφόρμες. Εκτός από τον Τιερί Μπρετόν, βασικό αρχιτέκτονα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA), οι κυρώσεις αφορούν τέσσερα στελέχη και ιδρυτές μη κυβερνητικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στην καταγραφή και αντιμετώπιση της ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο. Πρόκειται για τις Ζόζεφιν Μπάλον και Άννα-Λένα φον Χόντεμπεργκ, γενικές διευθύντριες της γερμανικής HateAid, τον Ίμραν Άχμεντ, ιδρυτή του Κέντρου Αντιμετώπισης Ψηφιακού Μίσους ΗΠΑ/ΗΒ, και την Κλερ Μέλφορντ, ιδρύτρια του Παγκόσμιου Δείκτη Παραπληροφόρησης (GDI), με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ χαρακτήρισε τα αμερικανικά μέτρα «απαράδεκτα», σημειώνοντας ότι η DSA εγκρίθηκε μέσω δημοκρατικών διαδικασιών και εφαρμόζεται αποκλειστικά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Ό,τι είναι παράνομο εκτός του διαδικτύου, είναι παράνομο και εντός αυτού», ανέφερε, προσθέτοντας πως τυχόν διαφωνίες θα έπρεπε να επιλυθούν μέσω διαλόγου.
Από την πλευρά της, η υπουργός Δικαιοσύνης της Γερμανίας επισήμανε ότι η HateAid προσφέρει στήριξη σε θύματα παράνομης ρητορικής μίσους χωρίς να περιορίζει την ελεύθερη έκφραση. «Όποιος το αποκαλεί λογοκρισία παρερμηνεύει το συνταγματικό σύστημά μας», δήλωσε, υπογραμμίζοντας ότι «οι κανόνες υπό τους οποίους θέλουμε να ζήσουμε στον ψηφιακό κόσμο στη Γερμανία και την Ευρώπη δεν αποφασίζονται στην Ουάσινγκτον».
Ο ίδιος ο Τιερί Μπρετόν έκανε λόγο για «κυνήγι μαγισσών». Κατά τη θητεία του ως Επίτροπος (2019-2024) είχε συγκρουστεί επανειλημμένα με τον Ίλον Μασκ, ιδιοκτήτη της πλατφόρμας Χ, στην οποία οι Βρυξέλλες επέβαλαν πρόσφατα πρόστιμο 120 εκατομμυρίων ευρώ για παραβιάσεις των κανόνων διαφάνειας.
Ο GDI χαρακτήρισε την αμερικανική απόφαση «αυταρχική επίθεση στην ελευθερία του λόγου και στυγερή πράξη κυβερνητικής λογοκρισίας», κατηγορώντας την κυβέρνηση Τραμπ ότι επιχειρεί να εκφοβίσει και να φιμώσει αντίθετες φωνές. Όπως ανέφερε, οι κυρώσεις είναι «ανήθικες, παράνομες και αντιαμερικανικές». Υπενθυμίζεται ότι η Άννα-Λένα φον Χόντεμπεργκ τιμήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο από το γερμανικό κράτος για τη δράση της κατά της ψηφιακής βίας.
Η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ υπεραμύνθηκε της απόφασής της, κατηγορώντας τα πέντε πρόσωπα και τις οργανώσεις τους ότι λειτουργούν ως «ριζοσπάστες» ακτιβιστές και ότι επιδιώκουν να ασκήσουν πίεση στις αμερικανικές πλατφόρμες, ώστε να αποσιωπηθούν «τις αμερικανικές απόψεις».

