Μπαλαντέρ (ή μουτζούρης;) η οικονομία για την κυβέρνηση

Πινγκ-πονγκ το προσχέδιο του ελληνικού προϋπολογισμού μεταξύ Βρυξελλών και ΔΝΤ – Οι τροποποιήσεις και τα επόμενα βήματα

Με τη Νέα Δημοκρατία να έχει κερδίσει κατά κράτος τον ΣΥΡΙΖΑ στις διαδοχικές εκλογικές   αναμετρήσεις της άνοιξης και του καλοκαιριού, προβάλλοντας ως κύριο επιχείρημα την υπερφορολόγηση και την καταστροφή της μεσαίας τάξης από την κυβέρνηση Τσίπρα, οι ενδεχόμενες επιτυχίες στο πεδίο της οικονομίας θα αποτελέσουν διαβατήριο μακροημέρευσης για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Με την ίδια ευκολία, όμως, μπορούν οι ενδεχόμενες αποτυχίες στο ίδιο «γήπεδο» να μετατραπούν σε Βατερλώ…

Του Δημήτρη Τζιβελέκη

Αυτή την ευμετάβλητη ισορροπία της δημοσιονομικής ζυγαριάς που γέρνει από τον ναδίρ στο ζενίθ κι αντίστροφα, την ξέρουν πολύ καλά στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Όπως ξέρουν καλά ότι πολλά από τα χαρτιά της τράπουλας δεν τα έχουν στα χέρια τους. Παράδειγμα, το προσχέδιο του προϋπολογισμού.

Αν και οι Βρυξέλλες ανταποκρίθηκαν θετικά στα όσα παρουσίασε η Αθήνα, το ΔΝΤ χτυπάει καμπανάκι σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, προκαλώντας για μια ακόμη φορά σύγχυση στην οδό Νίκης και στην Ηρώδου Αττικού. Έντονες είναι, παράλληλα, και οι διαρροές από κύκλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι σε δεύτερο χρόνο θα διαψευστούν οι πρώτες θετικές εντυπώσεις από τις απόψεις που θα εκφράσει η Κομισιόν, αφού πρώτα «εξετάσει» το σχέδιο του ελληνικού προϋπολογισμού για το επόμενο έτος.

ΑΝΑΜΟΝΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΟΠΟΥ ΘΑ ΔΟΘΟΥΝ ΤΑ ΑΚΡΙΒΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥΣ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΚΡΑΤΩΝ-ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ ΚΑΙ ΑΦΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εκφράστηκε θετικά για τον προϋπολογισμό της Ελλάδας έδωσε αισιοδοξία στις τάξεις του οικονομικού επιτελείου, το οποίο εκτιμά ότι έχει βρεθεί κοινός τόπος αναφορικά με το δημοσιονομικό κενό, το οποίο άλλωστε είχε υποχωρήσει σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο.

Οι πρώτες πληροφορίες ανέφεραν ότι το υποβληθέν σχέδιο προϋπολογισμού της Ελλάδας για το 2020, μετά τον προκαταρκτικό έλεγχο από τους αρμόδιους θεσμούς, πετυχαίνει τον συμφωνηθέντα στόχο. Ωστόσο, θα πρέπει να περιμένουμε τον Νοέμβριο, όπου θα δοθούν τα ακριβή στοιχεία, μαζί με τους προϋπολογισμούς των υπόλοιπων κρατών-μελών της Ευρωζώνης και αφού προηγηθεί λεπτομερής έλεγχος. Εκεί ενδεχομένως θα διατυπωθούν και οι όποιες ενστάσεις.

 

«Πονοκέφαλος» από τις προβλέψεις του ΔΝΤ

Στη συγκρατημένη αισιοδοξία της κυβέρνησης για θετική έκβαση του «διαγωνίσματος» από τους Ευρωπαίους ετέρους χειρόφρενο τράβηξαν οι εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2020. Αν και το Ταμείο διατηρεί αμετάβλητη την εκτίμηση για ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο 2,2% το 2020, ο πρώτος πονοκέφαλος του Χρήστου Σταϊκούρα προέρχεται από το γεγονός ότι το ποσοστό αυτό απέχει πολύ από το 2,8% που αποτελεί το βασικό σενάριο του υπουργείου Οικονομικών στο σχέδιο προϋπολογισμού που εστάλη στις Βρυξέλες.

Αλλά και για το 2019 η εκτίμηση του Ταμείου δεν είναι και τόσο αισιόδοξη για την κυβερνητική πλειοψηφία, δεδομένου ότι η πορεία της οικονομίας θα καθορίζει κάθε φορά και την όποια (εξαγγελθείσα) κοινωνική πολιτική θέλει να εφαρμόσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ειδικότερα για το τρέχον έτος οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ υποβαθμίζουν τον ελληνικό ρυθμό ανάπτυξη στο 2% από 2,4% που ήταν η εκτίμησή τους τον Απρίλιο 2019, ενώ σημειώνεται ότι ο προϋπολογισμός του 2019 έχει «στηθεί» βάσει της πρόβλεψης ότι η ελληνική οικονομία θα τρέξει με ρυθμό 2,5%.

Σαφώς ακόμη πιο αρνητική είναι η άποψη του Ταμείου ότι ο μεσοπρόθεσμος ρυθμός ανάπτυξης (έως το 2024) δεν θα ξεπεράσει το 0,9%, αν και αξίζει να τονιστεί ότι αυτή βασίζεται στα μακροοικονομικά δεδομένα που έχουν στην κατοχή τους οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ αυτήν τη στιγμή.

Την ίδια ώρα, πληροφορίες από τις Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι η Κομισιόν εκτιμά ότι υπό προϋποθέσεις η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να επιτύχει ανάπτυξη από 2,3% έως και 2,5%, με τη δεύτερη πρόβλεψη να θεωρείται αρκούντως αισιόδοξη.

Οι τροποποιήσεις και τα επόμενα βήματα

Σύμφωνα με πληροφορίες, το προσχέδιο που απεστάλη την Κομισιόν περιλαμβάνει αλλαγές στην ποσοτικοποίηση ορισμένων μεγεθών των προβλέψεων που υπήρχαν στο αρχικό προσχέδιο. Αλλαγές, οι οποίες δεν αφορούν τους βασικούς δημοσιονομικούς στόχους, ούτε την πρόβλεψη για τον ρυθμό ανάπτυξης του 2020 που παραμένει στο 2,8%. Οι αλλαγές αυτές αφορούν στις εκτιμήσεις για έσοδα από τις 120 δόσεις, τα έσοδα από τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, από την αναθεώρηση των δαπανών, ενώ νέα πρόβλεψη περιλαμβάνεται για τα έσοδα από τις άδειες για τα τυχερά παιγνίδια, αφού το μέτρο αυτό δεν είχε αποφασισθεί όταν καταρτιζόταν το προσχέδιο. Σε ό,τι αφορά τις εισπράξεις από την ένταξη των οφειλετών στη ρύθμιση των 120 δόσεων από τον Μάιο έως σήμερα ανέρχονται τα 400 εκατ. ευρώ. Για το 2020 στο προσχέδιο έχουν εγγραφεί έσοδα ύψους 300 εκατ. ευρώ.

Επόμενο βασικό βήμα μετά την οριστικοποίηση των μεγεθών του προσχεδίου είναι η κατάθεση του προϋπολογισμού του 2020 τον Νοέμβριο. Στα μέσα Νοεμβρίου, στο υπουργείο Οικονομικών, θα έχουν σαφή εικόνα για την υπέρβαση που θα σημειωθεί τελικά επί του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2019. Με βάση τα στοιχεία που θα προκύψουν, θα ληφθούν και οι αποφάσεις σχετικά με τη διανομή της υπέρβασης σε οικονομικά ασθενέστερες ομάδες, όπως άλλωστε έχει προαναγγείλει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι από το υπερπλεόνασμα εξετάζεται να καλυφθούν και άλλες υποχρεώσεις του κράτους, όπως οι οφειλές προς τη ΔΕΗ για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (ΥΚΩ).

Ένα από τα θέματα τα οποία πρέπει να διευκρινισθούν το επόμενο διάστημα είναι και η πρόβλεψη που περιλαμβάνεται στο προσχέδιο για εφάπαξ μέτρα μείωσης του φόρου εισοδήματος επιχειρήσεων ύψους 134 εκατ. ευρώ για το 2019. Δηλαδή, με ποιον τρόπο θα υλοποιηθεί αυτή η ελάφρυνση.

Σημειώνεται ότι η αύξηση της επιδότησης για το πετρέλαιο θέρμανσης έχει ήδη εγγραφεί στον προϋπολογισμό και δεν θα καλυφθεί από την υπέρβαση επί του στόχου του εφετινού πλεονάσματος. Σημειώνεται ότι το κονδύλι για το επίδομα θέρμανσης, όπως έχει ήδη προαναγγελθεί, θα είναι αυξημένο κατά 10 εκατ. ευρώ συγκριτικά με πέρυσι. Οι αποφάσεις σχετικά με τα κριτήρια διάθεσης του πετρελαίου καθώς και για τον χρόνο καταβολής του θα προβλέπονται σε απόφαση του υπουργείου Οικονομικών που αναμένεται να ανακοινωθεί πολύ σύντομα. Υπενθυμίζεται ότι ήδη η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει πως το επίδομα θέρμανσης εφέτος, όχι μόνο θα είναι αυξημένο αλλά θα δοθεί και προκαταβολικά στους δικαιούχους.

Αναφερόμενος στον προϋπολογισμό του 2020, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε ότι θα επιβεβαιώσει τις προοπτικές για ισχυρή ανάπτυξη και θα διαφυλάξει τη δημοσιονομική ισορροπία, και σημείωσε ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι αναγνωρίζουν ότι δεν προκύπτει δημοσιονομικό κενό ούτε για το 2019 ούτε για το 2020 – και ότι αυτή η εικόνα θα αποτυπωθεί στην έκθεση της Κομισιόν τον Νοέμβριο. Όπως εξήγησε ο κ. Πέτσας, στον νέο προϋπολογισμό περιλαμβάνονται μέτρα αναθέρμανσης της οικονομίας και κοινωνικής στήριξης, που συνολικά φτάνουν το 1,2 δισ. ευρώ. Μεταξύ αυτών είναι οι σχεδιασμένες κυβερνητικές δράσεις ενίσχυσης της οικογένειας και μέτρα κατά της υπογεννητικότητας, η ελάφρυνση των βαρών για τα φυσικά πρόσωπα, η μείωση των φόρων για τις επιχειρήσεις, η ενίσχυση της οικοδομικής δραστηριότητας και φυσικά η ψήφιση του αναπτυξιακού νομοσχεδίου για επενδύσεις στην Ελλάδα και προσέλκυση επενδύσεων για δημιουργία θέσεων εργασίας και ισχυρή βιώσιμη ανάπτυξη.

Στάση αναμονής για τα αναδρομικά

Σε ό,τι αφορά το θέμα των αναδρομικών και των αποφάσεων του ΣτΕ, στο υπουργείο Οικονομικών τηρούν στάση αναμονής.

Όπως διευκρινίζουν στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, πρώτα θα πρέπει να καθαρογραφούν οι αποφάσεις του ΣτΕ για να υπάρξει πλήρης εικόνα, μετά να γίνουν αναλογιστικές μελέτες και μετά να υπάρξει νόμος. «Δεν προκύπτουν αναδρομικά χωρίς νόμο», διευκρινίζουν οι ίδιες πηγές.

Για το θέμα του δεκάμηνου από την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ για τους συνταξιούχους το 2015 έως και τον Μάιο του 2016 που τέθηκε σε ισχύ ο νόμος Κατρούγκαλου, αναφέρουν ότι το θέμα αυτό δεν έχει τελεσιδικήσει. Όπως προσθέτουν, το διάστημα του 10μηνου δεν περιλαμβάνεται στις αποφάσεις που εκδόθηκαν από το ΣτΕ.

Διαβάστε επίσης