Ο Ερντογάν «έκαψε» την προεδρική πασαρέλα

Οι καιροί απαιτούν ο επόμενος ΠτΔ να είναι ένα απόλυτα πολιτικό πρόσωπο, με βαθιά γνώση της διεθνούς πολιτικής σκηνής και εμπειρία χειρισμών σε επίπεδο κορυφής

«Ο κακός χρόνος περνάει, ο κακός γείτονας δεν περνάει», ισχυρίζεται η λαϊκή σοφία, αλλά δυστυχώς για την Ελλάδα είναι πολύς καιρός τώρα, δεκαετίες ολόκληρες, που μόνο κακούς χρόνους περνάει με τον ακόμη πιο κακό γείτονά της, την Τουρκία. Τόσο κακό, μάλιστα, που με τους τελευταίους βρυχηθμούς της Άγκυρας, οι οποίοι πλέον ξεπέρασαν την προκλητικότητα και μπήκαν στην… πίστα του casus belli, είναι να αναρωτιέται κανείς αν η Ελλάδα πρέπει να ενεργοποιήσει όλα τα όπλα της διπλωματικής φαρέτρας της ή αν πρέπει η χώρα μας να αρχίσει να ξεσκονίζει και τα πραγματικά οπλικά «βέλη» της.

Τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Λονδίνο πριν από μερικά 24ωρα προφανώς και δεν έπρεπε να την αρνηθεί η Αθήνα. Το αποτέλεσμα ωστόσο δεν μπορούσε να είναι καλύτερο από αυτό που όλοι είδαμε: πολύ τίποτα με μπόλικο καθόλου! Έστω κι έτσι, ήταν μια καλή ευκαιρία για να καταλάβουν και οι τελευταίοι υπεραισιόδοξοι ότι οι τουρκικές προκλήσεις δεν αποτελούν φαιδρές γεωπολιτικές κινήσεις (σ.σ. όπως αρέσκονται κάποιοι να τις υποβιβάζουν) αλλά σχεδιασμένη επεκτατική στρατηγική.

Όσοι είχαν την τύχη να ακούσουν την ομιλία του Αντώνη Σαμαρά την περασμένη Κυριακή στο 13ο Συνέδριο της Ν.Δ., ο πρώην πρωθυπουργός είπε ακριβώς αυτό: ότι η Τουρκία έχει φτάσει να απειλεί ευθέως τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα σε Αιγαίο και Θράκη, συνάπτοντας ακόμη και συμφωνίες με συνεταίρο ένα σκιώδες και μειοψηφικό κυβερνητικό σχήμα της Λιβύης και λάφυρο, άκουσον-άκουσον, την ΑΟΖ της Κρήτης!!! Όλα αυτά συμβαίνουν με μία Τουρκία που στο ένα χέρι κρατάει το γιαταγάνι και απειλεί, και με το άλλο ανοιγοκλείνει κατά το δοκούν την κάνουλα των μεταναστευτικών-προσφυγικών ροών προς την Ελλάδα, προκαλώντας τα γνωστά προβλήματα στον κοινωνικό ιστό της χώρας.

Σε ένα τέτοιο εμπόλεμο κλίμα –τέτοιο είναι, ας μη βάζουμε το κεφάλι στην άμμο των ευφημισμών– δικαίως ο Αντώνης Σαμαράς κάνει λόγο για την ανάγκη να εφαρμοστεί μία νέα πολιτική απέναντι στην Τουρκία. Μιας πολιτικής που δεν θα αρκείται στη στερεοτυπική επίκληση του Διεθνούς Δικαίου, σε ανώφελους κατευνασμούς ή ανιστόρητες διεθνιστικές γαλαντομίες περί συνδιαχείρισης-συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο, αλλά θα καθιστά την Ελλάδα σεβαστή και ικανή να εγγυηθεί διά της αποτρεπτικής ισχύος της την ειρήνη στην περιοχή.

Ο αμνήμονες ας θυμηθούν πως ούτε το Διεθνές Δίκαιο ούτε οι κατευνασμοί εμπόδισαν τους Τούρκους να κάνουν την αποκοτιά των Ιμίων, ελάχιστες ημέρες μετά την εσπευσμένη πρωθυπουργοποίηση του Κώστα Σημίτη στη θέση του βαριά ασθενούντος τότε Ανδρέα Παπανδρέου. Η αλήθεια είναι ότι τώρα η Ελλάδα έχει κυβέρνηση με νωπή και αυτοδύναμη λαϊκή εντολή, που όμως έχει μπροστά της μια κομβική όπως εξελίσσονται τα πράγματα εκλογή: αυτήν του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Με τη γεωπολιτική σκακιέρα να παρουσιάζει πολύ περισσότερες προκλήσεις από όσες μπορούσε να φανταστεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν εκλεγόταν πρωθυπουργός στις 7 Ιουλίου, η προεδρική εκλογή ίσως παραμένει σταυρόλεξο ως προς την επιλογή, αλλά κατέστη σίγουρα μονόδρομος ως προς το προφίλ που πρέπει να έχει ο υποψήφιος πρώτος πολίτης της χώρας.

Το καταλαβαίνει και ο πλέον αδαής ότι οι καιροί απαιτούν ο επόμενος ΠτΔ να είναι ένα απόλυτα πολιτικό πρόσωπο. Ένας πραγματικά ανώτατος άρχων με βαθιά γνώση της διεθνούς πολιτικής σκηνής, εμπειρία χειρισμών σε επίπεδο κορυφής, ερείσματα και «ατζέντα» με συμμάχους συνομιλητές, αλλά και εκτόπισμα σε όσους επιβουλεύονται τα εθνικά δίκαια με όρους καουμπόικης… χρησικτησίας.

Δεν πρόκειται για δυσεύρετα προσόντα. Απλώς δεν θα τα βρει ο πρωθυπουργός στην πασαρέλα των μνηστήρων που πλασάρονται για ένοικοι του Προεδρικού Μεγάρου της Ηρώδου Αττικού, έχοντας ως μοναδικά «υποστυλώματα» μια ψευδεπίγραφη ανάγκη (πρόσκαιρης) συναίνεσης και την politicaly correct κοινωνική απήχηση.

 

Διαβάστε επίσης