
Ο ντίλερ Τραμπ και ο υπομονετικός Σι Τζιπίνγκ
Ενώ προετοιμάζεται η συνάντηση των δύο ηγετών στο Πεκίνο το διήμερο 14-15 Μαΐου η Κίνα ανασχεδιάζει τους κανόνες του γεωπολιτικού παιχνιδιού
Στη μεγάλη γεωπολιτική σκακιέρα του καιρού μας μπορεί οι μεγάλες παρτίδες να παίζονται ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία από τη μία πλευρά και μεταξύ της αμερικανό-ισραηλινής συμμαχίας και του Ιράν από την άλλη, ωστόσο ο «παίκτης» που παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις εξελίξεις και λέγεται Κίνα είναι πολύ μεγάλος για να αγνοηθεί, έστω κι αν περιμένει υπομονετικά στη… γωνιά του.
Του Νίκου Τσαγκατάκη
Αντίστροφα μετράει ο χρόνος για αυτό που κάποιοι ονομάζουν το «ραντεβού της χρονιάς» καθώς το τετ-α-τετ του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και του Κινέζου ομολόγου του Σι Τζινπίνγκ έχει προγραμματιστεί να λάβει χώρα το διήμερο 14 και 15 Μαΐου στο Πεκίνο.
Ως γνωστόν το ραντεβού των δύο ηγετών είχε δοθεί καταρχάς για τα τέλη Μαρτίου, μετατέθηκε για τις αρχές το Απρίλη, αλλά τελικά δεν πραγματοποιήθηκε ούτε τότε, καθώς Τραμπ και Νετανιάχου ξέθαψαν το τσεκούρι του πολέμου και ξεκίνησαν τα στρατιωτικά πλήγματα εναντίον του Ιράν. Για το ότι δεν πρόκειται να υπάρξει κάποιο καινούργιο απρόοπτο που θα ανατρέψει τα όσα γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή ουδείς προτίθεται να βάλει το χέρι του στο Ευαγγέλιο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι γι’ αυτό που ενδιαφέρει όσο τίποτε άλλο τον Τραμπ, δηλαδή τις μπίζνες, η προπαρασκευή έχει γίνει. Θυμίζεται ότι στα μέσα Μαρτίου ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, και ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης, Χε Λιφένγκ, συναντήθηκαν και συνομίλησαν στην έδρα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης στο Παρίσι έχοντας στο… μενού τη διερεύνηση των πιθανοτήτων να συναφθούν εμπορικές συμφωνίες σε τομείς όπως η γεωργία, τα κρίσιμα ορυκτά και το διαχειριζόμενο εμπόριο. Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων, το Πεκίνο εμφανίστηκε ανοιχτό στο ενδεχόμενο αύξησης των αγορών αμερικανικών αγροτικών προϊόντων (βλ. πουλερικά, βοδινό κρέας και άλλες καλλιέργειες εκτός της σόγιας). Παράλληλα, η κινεζική πλευρά επανέλαβε τη δέσμευσή της να αγοράζει 25 εκατομμύρια μετρικούς τόνους αμερικανικής σόγιας ετησίως για τα επόμενα τρία χρόνια.
Συγκολλητική ουσία…
Είναι το εμπόριο η συγκολλητική ουσία των δύο άσπονδων εχθρών; «Ναι» είναι η απάντηση ειδικά για τις ΗΠΑ του Τραμπ, καθώς όπως τραγουδούσε η Λάιζα Μινέλι στο εμβληματικό «Καμπαρέ» το χρήμα κάνει τον κόσμο να γυρίζει. Το ερώτημα, ωστόσο, του ενός εκατομμυρίου είναι αν αυτό το «γύρισμα» μπορεί να οδηγήσει στην εν γένει αποκλιμάκωση των τεταμένων σχέσεων μεταξύ της Κίνας και του δυτικού κόσμου, δεδομένου ότι η διακυβέρνηση Σι Τζιπίνγκ έχει αφήσει στη άκρη το δόγμα της ευθείας σύγκρουσης και έχει μετατοπιστεί σε έναν πολυεπίπεδο ανταγωνισμό, όπου η οικονομία, η τεχνολογία και η πολιτική επιρροή λειτουργούν ως βασικά εργαλεία ισχύος. Ενδεικτικό αυτή της επιλογής είναι ο τρόπος με τον οποίο η Κίνα «διαβάζει» και «αντιδρά» στα μέτωπα της κρίσης που σοβούν καταρχάς στον Ιράν, δευτερευόντως στις σχέσεις της Κίνας με την Ε.Ε. και τη Ρωσία, αλλά και στο εθνικό για τους Σίνες αγκάθι που ακούει στο όνομα Ταϊβάν.
Το μεσανατολικό μέτωπο
Στον πόλεμο που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή με επίκεντρο το Ιράν, η Κίνα επιλέγει μια στρατηγική χαμηλής ορατότητας, αλλά όχι αδράνειας. Πιο συγκεκριμένα, από τη μία πλευρά, διατηρεί στενούς ενεργειακούς και οικονομικούς δεσμούς με την Τεχεράνη, από την άλλη όμως αποφεύγει την άμεση εμπλοκή, κρατώντας ανοιχτούς διαύλους με τη Δύση και προωθώντας ρητορική αποκλιμάκωσης. Είναι πασιφανές ότι η κινεζική κυβέρνηση θεωρεί ως βασικό διακύβευμα τη σταθερότητα στις ενεργειακές ροές και ειδικά στο Στενό του Ορμούζ. Την ίδια στιγμή, η κρίση λειτουργεί και ως οικονομική ευκαιρία. Η αστάθεια στις αγορές υδρογονανθράκων ενισχύει τη ζήτηση για εναλλακτικές μορφές ενέργειας, πεδίο στο οποίο η Κίνα έχει αποκτήσει δεσπόζουσα θέση. Οι εξαγωγές καθαρών τεχνολογιών αυξάνονται σημαντικά, επιτρέποντας στο Πεκίνο να κεφαλαιοποιεί μια κρίση που δεν προκάλεσε.
Το «ναι μεν, αλλά…» με τη Ρωσία
Η σχέση με τη Ρωσία παραμένει κρίσιμη για τους Κινέζους, αλλά δεν συνιστά κλασική συμμαχία. Περισσότερο θυμίζει μία ευέλικτη σύγκλιση συμφερόντων Πεκίνου και Μόσχας, κυρίως απέναντι στη Δύση. Η συνεργασία είναι εμφανής σε ενεργειακό και γεωπολιτικό επίπεδο, ωστόσο διατηρείται μια προσεκτική απόσταση, ιδίως σε περιπτώσεις υψηλού ρίσκου. Ο πόλεμος στο Ιράν ανέδειξε ακριβώς αυτό το όριο. Ότι δηλαδή καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί άμεση εμπλοκή, προτιμώντας να επωφελείται από την αποσταθεροποίηση, αποφεύγοντας –τουλάχιστον όσο μπορεί– να αναλαμβάνει το κόστος της.
Το μέτωπο του «Made in Europe»
Στις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κίνα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αυξανόμενη καχυποψία, η οποία μεταφράζεται σε εμπορικά μέτρα και πολιτικές βιομηχανικής προστασίας. Η εκρηκτική αύξηση των κινεζικών εξαγωγών, ιδίως σε τομείς όπως τα ηλεκτρικά οχήματα, οι μπαταρίες και οι ανανεώσιμες πηγές, έχει δημιουργήσει έντονες πιέσεις στην ευρωπαϊκή βιομηχανία. Η απάντηση των Βρυξελλών, μέσω δασμών και της στρατηγικής προϊόντων που στην… ούγια θα γράφουν «Made in Europe», αποσκοπεί στη μείωση αυτής της εξάρτησης. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή θέση παραμένει αντιφατική. Η Ένωση επιδιώκει στρατηγική αυτονομία, αλλά εξακολουθεί να εξαρτάται από την Κίνα για κρίσιμες πρώτες ύλες και βιομηχανικά ενδιάμεσα προϊόντα. Το αποτέλεσμα είναι μία αναπόφευκτη σχέση εμπορικής αλληλεξάρτησης που έχει έντονα στοιχεία ανταγωνισμού και που βρίσκει το Πεκίνο στη θέση εκείνου που έχει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα να καθορίσει το «παιχνίδι», αφού αξιοποιεί αυτή τη δομική αδυναμία της Γηραιάς Ηπείρου, επιλέγοντας συχνά να διαπραγματεύεται σε διμερές επίπεδο ή να ασκεί στοχευμένες πιέσεις.
Το σινικό colpo grosso με την Ταϊβαν
Σε ό,τι αφορά την γεωγραφική γειτονιά της Κίνας η… ανυπότακτη Ταϊβάν παραμένει αναμφίβολα το πιο κρίσιμο εθνικό στοίχημα του Πεκίνου. Αυτό που δείχνει να αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο θέλει η Κίνα θέλει να κερδίσει, καθώς η μεν Ταϊβάν θέλει την ανεξαρτησία της αλλά όχι την πλήρη ρήξη με τον γίγαντα γείτονά της, οι δε ΗΠΑ ενώ διατηρούν την πολιτική της «Μίας Κίνας» παραμένουν ο διακηρυγμένος προστάτης της Ταϊβάν. Μπροστά σε αυτή της συνθήκη το Πεκίνο δεν εγκαταλείπεται την στρατιωτική πίεση αλλά υποκαθιστά τρόπον τινά μέρος της με μια πιο σύνθετη πολιτική και κοινωνική διείσδυση. Δεν είναι τυχαίο ότι στα μέσα Απριλίου η ηγέτιδα της αξιωματικής αντιπολίτευσης της Ταϊβάν. Τσενγκ Λι-γουέν, πραγματοποίησε εξαήμερη επίσκεψη στην Κίνα χαρακτηρίζοντας η την ίδια την επίσκεψή της ως «ταξίδι για την ειρήνη».
Σημειωτέον η προσέγγιση της κυβέρνησης του Σι Τζιπίνγκ με την αντιπολίτευση της Ταϊβάν δεν είναι συγκυριακή. Αντιθέτως εντάσσεται σε μια στρατηγική που επιδιώκει με μια μορφή υβριδικής πίεσης να μεταβάλει εκ των έσω το πολιτικό περιβάλλον της Ταϊπέι.