«Όχι» σε ευνοϊκές ρυθμίσεις παρά τα χρέη των 130 δισ.

Τη μέγιστη δυνατή συναίνεση από τον πολιτικό κόσμο της χώρας, σε μια βάση στόχων και μέτρων για την επομένη της ολοκλήρωσης του Μνημονίου, ζητά το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Πρόκειται για την πρώτη έκθεση στη μετά Λιαργκόβα εποχή, με τον Φραγκίσκο Κουτεντάκη επικεφαλής του Γραφείου.

«Η σύσταση αυτή -εν έτει 2018- για μίνιμουμ συναίνεση, αποτυπώνει την ανάγκη διαφύλαξης των πολύχρονων θυσιών των πολιτών. Υπαγορεύεται όμως και από την ασάφεια στο πλαίσιο ελάφρυνσης του χρέους, που μέχρι και 3 μήνες πριν την έξοδο από πρόγραμμα χρηματοδότησης. Ιδιαίτερα μάλιστα επειδή, όπως τονίζεται στην Έκθεση, οι δανειστές απαιτούν προϋποθέσεις και αξιολόγηση, για να προσφέρουν ελάφρυνση. Σε τέτοια περίπτωση, οι επενδυτές θα ζητήσουν υψηλότερα επιτόκια, διαβλέποντας το ρίσκο να επενδύσουν», αναφέρει μεταξύ άλλων το εισαγωγικό σημείωμα της έκθεσης.

Το πιο σημαντικό στοιχείο, όμως, της έκθεσης είναι η διαπίστωση πως επιχειρήσεις και νοικοκυριά ασφυκτιούν από τα χρέη των 130 δισ. ευρώ προς το Δημόσιο. Παράλληλα, τάσσεται κατά τυχόν «οριζόντιων» ευνοϊκών ρυθμίσεων (πχ 120 δόσεις προς όλους κλπ) που η κυβέρνηση διαρρέει ότι εξετάζει.

Ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης και του μνημονίου

«Προϋπόθεση για την επίτευξη των ευνοϊκών προβλέψεων για το 2018 συνιστά η ολοκλήρωση της τέταρτης και τελευταίας αξιολόγησης που θα οδηγήσει σε ολοκλήρωση του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής. Η ολοκλήρωση του προγράμματος και ο τερματισμός της χρηματοδότησης από τον επίσημο τομέα, θα οδηγήσουν στον καθορισμό ενός νέου πλαισίου εποπτείας. Με δεδομένο ότι το επίσημο πλαίσιο για την «Άσκηση εποπτείας μετά το πρόγραμμα» του κανονισμού 472/2013 δεν είναι ιδιαίτερα λεπτομερές, οι ακριβείς όροι θα καθοριστούν από την πολιτική διαπραγμάτευση που θα ολοκληρωθεί στους επόμενους μήνες» τονίζεται στην έκθεση.

Η Γνωμοδότηση του Γραφείου Προϋπολογισμού είναι ότι «θα χρειαστεί ένα στρατηγικό σχέδιο μακράς πνοής που εκ των πραγμάτων θα υπερβαίνει τη θητεία μιας κυβέρνησης. Συνεπώς, τα βασικά του στοιχεία θα πρέπει να τεθούν σε δημόσιο διάλογο προκειμένου να εξασφαλιστεί μια ελάχιστη συναίνεση».

Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή θεωρεί προτεραιότητα μιας τέτοιας στρατηγικής την διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας με την έννοια της μέγιστης προσοχής, υπευθυνότητας και διαφάνειας στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Η αδυναμία ελέγχου των δημόσιων οικονομικών ήταν η βασική αιτία που προκάλεσε μια οδυνηρή κρίση για τους πολίτες της χώρας. Συνεπώς απαιτείται μια αξιόπιστη δέσμευση του πολιτικού κόσμου της χώρας ότι δεν θα επαναληφθούν οι πρακτικές του παρελθόντος, στα επόμενα πολλά χρόνια.

Υψηλά χρέη, χαμηλά εισοδήματα

«Στο εφεξής», τονίζεται, «η οικονομική πολιτική θα πρέπει να στρέψει την προσοχή της στην αντιμετώπιση των προβληματικών αποθεμάτων (stocks) που δημιούργησε η μακρόχρονη οικονομική κρίση στους ισολογισμούς της ελληνικής οικονομίας. Κάθε ένας από τους επιμέρους τομείς που την απαρτίζουν (δημόσιο, τράπεζες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά) αντιμετωπίζει τις δικές του ανοιχτές απαιτήσεις και υποχρεώσεις:

1. Το ελληνικό κράτος έχει ένα υψηλό δημόσιο χρέος περίπου 330 δις ευρώ.

2. Οι εγχώριες επιχειρήσεις και νοικοκυριά, έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές περίπου 130 δισ. ευρώ προς το ελληνικό δημόσιο (φορολογικές αρχές και ασφαλιστικά ταμεία) και άλλα 95 δισ. ευρώ στις τράπεζες από μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Αυτό σημαίνει ότι τα μισά περίπου δάνεια των τραπεζών δεν εξυπηρετούνται, την ίδια ώρα που οι καταθέσεις τους έχουν συρρικνωθεί σημαντικά σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο, τονίζουν οι συντάκτες της Εκθέσεως.

Όπως τονίζεται όμως «η αυστηρότητα των φορολογικών και ασφαλιστικών αρχών στην είσπραξη των δημόσιων εσόδων θα πρέπει να τηρείται απαρέγκλιτα και να αποφεύγονται γενικευμένες “ευνοϊκές” ρυθμίσεις που δημιουργούν κίνητρα καθυστέρησης πληρωμών και προσδοκίες ευνοϊκής αντιμετώπισης και αναβολής των προστίμων, αποδυναμώνοντας τη φορολογική και ασφαλιστική συμμόρφωση”.

Πηγή του Γραφείου Προϋπολογισμού τόνιζε πάντως ότι «λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών δεν κινείται ο Εξωδικαστικός και απαιτούνται αλλαγές και τυποποιημένα κριτήρια για ταχύτερες λύσεις» στα προβλήματα υπερχρέωσης.

«Ματωμένο» υπερ-πλεόνασμα

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Έκθεση για το υπερπλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού: «η καλύτερη του αναμενομένου πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών για τρίτο συνεχόμενο έτος αποτελεί θετικό μήνυμα για τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας. Η εξάλειψη των μεγάλων πρωτογενών ελλειμμάτων ήταν άλλωστε και ο κεντρικός στόχος του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και τα στοιχεία δείχνουν ότι ο στόχος έχει επιτευχθεί με διατηρήσιμο τρόπο» υποστηρίζουν οι συντάκτες της Έκθεσης.

Ωστόσο «το άμεσο αποτέλεσμα της δημοσιονομικής προσαρμογής ήταν η αφαίρεση πόρων από την ιδιωτική οικονομία». Παρόλα αυτά συνέβαλε, η βελτίωση της εμπιστοσύνης που προκάλεσε συνεισέφερε στην επικράτηση γενικότερων συνθηκών ομαλότητας που ωφέλησε εμμέσως και την ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα.

Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η δημοσιονομική σταθεροποίηση είχε σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό κόστος για τους πολίτες της χώρας. Εξ ορισμού, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα δείχνει το καθαρό αποτέλεσμα των συναλλαγών της γενικής κυβέρνησης με τον ιδιωτικό τομέα (κυρίως τον εγχώριο). Με άλλα λόγια, όσο υψηλότερο το πρωτογενές πλεόνασμα τόσο περισσότεροι οι πόροι που αφαιρούνται από τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Συνεπώς, η επίτευξη υψηλότερων πλεονασμάτων από τους στόχους του προγράμματος ισοδυναμεί με την υιοθέτηση υπέρ του δέοντος περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Τόσο οι θετικές όσο και οι αρνητικές πλευρές της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης θα πρέπει να τεθούν ανοιχτά στον δημόσιο διάλογο και να επιτευχθεί μια ισορροπία ανάμεσα αφενός στην ανάγκη βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους και αφετέρου στην ανάγκη στήριξης της ιδιωτικής οικονομίας.

«Θηλιά» τα ληξιπρόθεσμα του Κράτους

Στο πρώτο τρίμηνο του 2018 καταγράφηκε αύξηση των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών κατά 95 εκατ. ευρώ. Ειδικότερα, τον Μάρτιο οι ληξιπρόθεσμες δαπάνες αυξήθηκαν κατά 185 εκατ. ευρώ φτάνοντας τα 2.734 εκατ. ενώ οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων μειώθηκαν κατά 90 εκατ. ευρώ στα 675 εκατ. ευρώ.

«Το γεγονός ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου παραμένουν σε σχετικά υψηλά επίπεδα ακόμα και σε περιόδους που η ρευστότητα έχει βελτιωθεί, δείχνει πως υπάρχουν και διαρθρωτικά προβλήματα που καθυστερούν τις διαδικασίες πληρωμών των φορέων της γενικής κυβέρνησης, όπως κακή ποιότητα οργάνωσης, χρονοβόρες διαδικασίες και ελλιπής στελέχωση των οικονομικών υπηρεσιών των φορέων από ειδικευμένο προσωπικό» τονίζεται στην Έκθεση. «Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερα σημαντικά κρίνονται τα αποτελέσματα του ελέγχου που διενεργεί το Ελεγκτικό Συνέδριο σε επιλεγμένους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, με σκοπό τον εντοπισμό των δομικών αδυναμιών του συστήματος και την υποβολή συγκεκριμένων συστάσεων για την υπέρβασή τους.

Ο έλεγχος αυτός έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και η εφαρμογή των συστάσεων που θα προκύψουν τόσο στο επίπεδο των επιμέρους φορέων όσο και σε κεντρικό επίπεδο αναμένεται να συνδράμει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση των κύριων αδυναμιών του συστήματος στο άμεσο μέλλον».

Διαβάστε επίσης