Οι Πρέσπες «πνίγουν» τον Τσίπρα

ΕΚΛΟΓΕΣ 2019: Η απαράδεκτη και κόντρα στη λαϊκή βούληση συμφωνία επίλυσης του Μακεδονικού, μαζί με τα κρατικά... χάδια στους «καταδρομείς» του Ρουβίκωνα εξαερώνουν τις ελπίδες του ΣΥΡΙΖΑ για εκλογική ανάκαμψη

Μόνο λίγες ώρες έμειναν μέχρι να ανοίξουν οι κάλπες της 26ης Μαΐου και η Κυβέρνηση ποντάρει στο «τουμπάρισμα» των αναποφάσιστων έχοντας ανοίξει το προεκλογικό κουτί της Πανδώρας, το οποίο περιείχε από τη 13η κουτσουρεμένη επιδοματική σύνταξη μέχρι και αύξηση στους εισακτέους των εισαγωγικών εξετάσεων! Οι σφυγμομετρήσεις δίνουν και παίρνουν, αλλά ανεξαρτήτως ποσοστών σε ένα πράγμα συμφωνούν όλοι οι δημοσκόποι: το 20% των ερωτηθέντων δεν έχει ακόμα αποφασίσει τι θα ψηφίσει. Με τι κριτήρια θα το πράξουν όταν έρθει η ώρα; Σίγουρα, όχι με αυτά που βολεύουν τον Αλέξη Τσίπρα, αφού σε σχέση με όλες τις μικρές ή μεγάλες ανορθογραφίες τής σχεδόν πενταετούς διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, οι Πρέσπες και τα χάδια της εξουσίας στους «καταδρομείς» του Ρουβίκωνα εκτιμάται ότι θα κοστίσουν πολύ ακριβά…

 

Του Χρήστου Αγγελόπουλου

 

Στην πλειοψηφία τους οι σφυγμομετρήσεις κατατάσσουν ένα από τα βασικά κριτήρια ψήφου τη Συμφωνία των Πρεσπών. Μια συμφωνία τόσο ξαφνική όσο και αμφιλεγόμενη, που κατάφερε όχι να διχάσει τον ελληνικό λαό, ο οποίος στη συντριπτική του πλειοψηφία παρέμεινε σθεναρά ενάντια στην απόφαση της κυβέρνησης, αλλά να χαρακτηριστεί συλλήβδην αυτή η πλειοψηφία ως «ακροδεξιοί λαϊκιστές». Και μάλιστα από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, απευθυνόμενο στους Ευρωπαίους ηγέτες στην 5η Σύνοδο των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου στη Λευκωσία. Μπορεί όμως έξω να «βρυχήθηκε», αλλά σίγουρα στο εσωτερικό της χώρας, και όσο πλησιάζει η Κυριακή, το Μέγαρο Μαξίμου νιώθει όλο και περισσότερο να απειλείται από τον αντίκτυπο της Συμφωνίας των Πρεσπών, καθώς η μη αρραγής, πολυσυλλεκτική –και στον πυρήνα της αντιδραστικά προερχόμενη από άλλους κομματικούς χώρους– εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ του 2015 δεν φαίνεται να το έχει ξεχάσει.

 

Κατάρρευση της διαχρονικής εθνικής γραμμής για το Σκοπιανό

Και ποιος μπορεί να ξεχάσει άραγε την κατάρρευση της επί σειρά δεκαετιών εθνικής γραμμής για το Σκοπιανό εν μία νυκτί, εν μέσω σφοδρής και σύσσωμης αντιπολιτευτικής κριτικής και παλλαϊκής αντίδρασης; Αντίδρασης που έφτασε μέχρι και σε προσωπική κατακραυγή των κυβερνητικών στελεχών που επεχείρησαν να περιοδεύσουν ανά την Ελλάδα προς διαφήμιση του «πατριωτικού» κυβερνητικού έργου, αλλά γύρισαν με «την ουρά στα σκέλια», μεταφέροντας το μήνυμα στην Κυβέρνηση ότι σύσσωμη η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζει τη συμφωνία προδοτική. Αντίδραση που δεν προήλθε από «ακροδεξιά λαϊκιστικά στοιχεία», όπως λοιδορήθηκε από τον ίδιο τον κ. Τσίπρα, αλλά από Έλληνες κάθε πολιτικής σκέψης και κομματικής τοποθέτησης, πολίτες που μέχρι τότε συνέπλεαν και εκφράζονταν από μια εθνική πολιτική, όπως εκφράστηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες από τους εμβληματικούς ηγέτες της χώρας, όπως για παράδειγμα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Ήταν 28 Αυγούστου του 1992 όταν ο Εθνάρχης σχολίασε τις δηλώσεις τού τότε προέδρου των Σκοπίων, Κίρο Γκλιγκόροφ, βουρκωμένος μπροστά στις κάμερες, περιστατικό αδιανόητο για έναν πολιτικό άνδρα του αναστήματος και της παροιμιώδους εγκράτειας και αυστηρότητάς του: «Φοβούμαι ότι σύντομα θα μετανιώσει γι’ αυτά που κάνει και αυτά που λέει. Ελπίζω συνεπώς ότι οι σύμμαχοι και συνεταίροι μας θα καταλάβουν επιτέλους ότι δεν υπάρχει παρά μια Μακεδονία και η Μακεδονία αυτή είναι ελληνική». Και αυτή του η φράση διηθήθηκε βαθιά στην ελληνική κοινωνία και αποτέλεσε σταθμό εθνικής ενότητας, πρωτοστατώντας έκτοτε σε κάθε συλλαλητήριο ως έκφραση εθνικής γραμμής.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει την κατάρρευση της επί σειρά δεκαετιών εθνικής γραμμής για το Σκοπιανό, εν μία νυκτί και εν μέσω σφοδρής και σύσσωμης αντιπολιτευτικής κριτικής και παλλαϊκής αντίδρασης;

Εξίσου όμως ιστορική στάθηκε και παραμένει έως σήμερα η αναφορά του Ανδρέα Παπανδρέου, 25 χρόνια πριν, στη διάρκεια συγκέντρωσης του ΠΑΣΟΚ στη Θεσσαλονίκη, αναμενόμενα συγκινησιακή και άμεση, εκφράζοντας την ίδια εθνική στάση: «Το δικό σου όνομα προσπαθούν να αμφισβητήσουν, τη δική σου ιστορία αρνούνται, τον δικό σου πολιτισμό θέλουν να παραχαράξουν. Από την καρδιά της Μακεδονίας στέλνουμε το μεγάλο μήνυμα. Δεν θα δεχθούμε τετελεσμένα που αμφισβητούν και υποθηκεύουν τα εθνικά μας δίκαια. Δεν θα υποστείλουμε τη σημαία του αγώνα. Το όνομά μας είναι η ψυχή μας».

Στο ίδιο εθνικό μήκος κύματος και ο Κώστας Καραμανλής το 2008 με την απειλή του βέτο στο Βουκουρέστι, αλλά και πριν από περίπου από έναν χρόνο όταν ενόψει των τελικών διαπραγματεύσεων Τσίπρα – Ζάεφ δήλωνε ότι: «Δεν υφίσταται μακεδονικό έθνος και αυτό πρέπει να γίνει καθαρό και επισήμως απολύτως αποδεκτό».

Εμφατικότερα από όλους του σύγχρονους ομολόγους του είχε τηρήσει την εθνική γραμμή μη παράδοσης του ονόματος της Μακεδονίας στους Σκοπιανούς ο Αντώνης Σαμαράς, που το 1992 έφτασε στο σημείο να αποχωρήσει από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη εξαιτίας του Μακεδονικού, ενώ το 2008 πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι είχε ξεκαθαρίσει ότι «Τα μεγάλα προβλήματα απαιτούν να τα λύσουμε, όχι να τα “κλείσουμε”».

Εν κρυπτώ διπλωματία

Βέβαια, εκείνοι οι πολιτικοί αρχηγοί αναλώνονταν –παρά τις διαφωνίες τους– σε πολύωρες διασκέψεις, ώστε να υπάρχει ενημέρωση και συναπόφαση των κομμάτων, χτίζοντας ένα αδιάσπαστο εθνικό μέτωπο για το ονοματολογικό. Ήταν στρατηγική πολιτική επιλογή που ίσχυε επί σειρά ετών όταν ο κ. Τσίπρας δεν είχε καν δει τη Βουλή από… μέσα! Και όταν έκανε το ντεμπούτο του στα βουλευτικά έδρανα το 2009, την ίδια τακτική αντιμετώπισε, όπως συνομολογείται από όλα τα πολιτικά κόμματα, την ενημέρωση και συναπόφαση, τακτική που ο ίδιος απέρριψε ως πρωθυπουργός, ασκώντας μια εν κρυπτώ διπλωματία και μάλιστα κόντρα στα ήδη συμφωνημένα. Και δεν είναι λίγοι αυτοί που κατήγγειλαν ότι η μυστική αυτή διπλωματία ασκήθηκε εκτός των επισήμων υπηρεσιακών διπλωματικών διαύλων, αλλά από τον ίδιο προσωπικά τον πρωθυπουργό και τους ανεπίσημους και ερασιτέχνες συμβούλους του.

Οι ψηφοφόροι χρεώνουν στον κ. Τσίπρα ότι αγνόησε τη λαϊκή βούληση για ακόμη μία φορά και «θα το βρει μπροστά του», όπως ήδη καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις η πολιτική εξαφάνιση του κυβερνητικού του εταίρου κ. Καμμένου, καθώς τα ποσοστά του κυβερνώντος κόμματος στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας είναι απογοητευτικά. Και μπορεί να παρερμηνεύθηκε η δήλωση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1993 για το όνομα της γείτονος χώρας ότι «σε δέκα χρόνια κανείς δεν θα το θυμάται», υπονοώντας ότι το θέμα της γλώσσας, της ιστορίας και των αλυτρωτικών βλέψεων των Σκοπιανών θα πρέπει να απαλειφθούν ομοίως, αλλά η πολιτική κλεψύδρα του κ. Τσίπρα μετρά λιγότερο από έναν χρόνο.

Τα χαϊδεμένα παιδιά του αντιεξουσιαστικού χώρου

 

Το δεύτερο σημαντικότερο θέμα που φαίνεται να βαρύνει στη συνείδηση τόσο των αναποφάσιστων, όσο και των περιστασιακών (ή μη) ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ασφάλεια των πολιτών και η κοινωνική ειρήνη, επί της οποίας τα τελευταία χρόνια καταγράφονται πολλαπλά, σχεδόν καθημερινά και οξεία πλήγματα. Η νεότευκτη κυβέρνηση του 2015 δέχθηκε το πρώτο της χτύπημα στα κομματικά της γραφεία τον Μάρτιο του 2015, όταν καταλήφθηκαν από μέλη του Ρουβίκωνα που ανήρτησαν πανό στην είσοδο του κτιρίου και πέταξαν φέιγ βολάν, ενώ λίγες ημέρες μετά μέλη της ίδιας ομάδας φώναξαν συνθήματα έξω από το σπίτι του Αλέξη Τσίπρα.

Δεν πέρασε βδομάδα και στις 3 Απριλίου συγκεντρώθηκαν στο περιστύλιο της Βουλής ως ένδειξη αλληλεγγύης σε αναρχικούς απεργούς πείνας, ενώ σε κείμενο που αναρτήθηκε διαδικτυακά υποστήριξαν ότι αν ήθελαν θα έμπαιναν στη Βουλή. Και τελικά η απειλή τους έγινε πράξη το καλοκαίρι του 2017, όταν εισέβαλαν στο κτίριο και μετά αποχώρησαν αυτοβούλως με την ευγενική συνοδεία του Προέδρου της Βουλής κ. Βούτση.

Η τρίτη «επίσκεψη» όμως την περασμένη Τρίτη 21/5 άφησε πίσω της ένα εθνικό Κοινοβούλιο τραυματισμένο, όχι μόνο από τη διάσπαση των μέτρων ασφαλείας του, αλλά και από τις μπογιές που λέρωσαν τους τοίχους και τον συμβολισμό του.

Τα χαϊδεμένα παιδιά του αντιεξουσιαστικού χώρου δεν καίνε και δεν τραυματίζουν, επιφέρουν όμως σχεδόν καθημερινά πλήγματα στην κρατική υπόσταση και στην κυβερνητική αξιοπιστία, καθώς η κυβέρνηση παρακολουθεί αμήχανη τις εισβολές σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους: από νοσοκομεία, πρεσβείες, εφορίες και δικαστήρια, μέχρι ιδιωτικά γραφεία ιατρών, δικηγόρων και συμβολαιογράφων. Και επ’ αφορμή της απόρριψης της αίτησης άδειας του πολυισοβίτη τρομοκράτη Δημήτρη Κουφοντίνα –η προάσπιση των δικαιωμάτων του οποίου αξιολογήθηκε ως… εθνικό θέμα για την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ξένη Δημητρίου, καταφέρνοντας τελικά να επανεξεταστεί το αίτημα του «Λουκά» της 17Ν και αναμένεται να λάβει και την 7η άδειά του–, οι τελευταίες εβδομάδες θυμίζουν πολεμικό σκηνικό: οι παρασκευιάτικες συνηθισμένες συρράξεις στα στενά των Εξαρχείων έχουν γίνει σχεδόν καθημερινές και σε διάφορες πόλεις της χώρας, με την αστυνομία να παρακολουθεί διακριτικά, κατ’ εντολήν του πολιτικού της προϊσταμένου.

Η διασάλευση της κοινωνικής ειρήνης κατά τη διάρκεια της θητείας της παρούσας κυβέρνησης γίνεται ίσως και λιγότερο ανεκτή στη συνείδηση των ψηφοφόρων ακόμη και από την αυξημένη κοινή εγκληματικότητα. Όπως καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις, οι ψηφοφόροι δεν χρεώνουν στην κυβέρνηση μόνο αβελτηρία στην αντιμετώπιση, αλλά ευθεία υπόθαλψη του φαινομένου. Οι «μπαχαλάκηδες» που έκαιγαν την Αθήνα στις προηγούμενες κυβερνήσεις και είχαν χρεωθεί στην τότε αντιπολίτευση του κ. Τσίπρα κρατούν δέσμια την ίδια την κυβέρνησή του, αφού εμφανώς ανέχεται τη δράση τους με ρητές εντολές στην Αστυνομία να μην προβαίνει σε συλλήψεις. Και όταν η ίδια η Αστυνομία απευθύνει έκκληση στο υπουργείο που την εποπτεύει να λάβει δράση, κάτι φαίνεται ότι πάει πολύ στραβά. Έπειτα από την επίθεση με βόμβες μολότωφ στο Α.Τ. Ακροπόλεως στις αρχές Μαρτίου, η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών δήλωσε: «Έχουμε κρούσει εδώ και πολύ καιρό τον κώδωνα του κινδύνου για την ανεξέλεγκτη δράση των κάθε λογής μπαχαλάκηδων και κάθε φορά οι έχοντες την ευθύνη προσπαθούν να κρύψουν το πρόβλημα κάτω από το χαλί και να μας βαπτίσουν υπερβολικούς. Έχουμε ξαναπεί ότι θα θρηνήσουμε θύματα. Ξέρουν όλοι ότι λέμε την αλήθεια, επειδή όμως δεν διοικούμε, καλούμε τους “υπεύθυνους” να προστατεύσουν και να θωρακίσουν τους αστυνομικούς, ώστε να μπορούν να προστατεύουν την κοινωνία. Δείτε την αλήθεια, κύριοι, και σταματήστε να κυνηγάτε τη σκιά σας».

Αυτό όμως που φαίνεται να κυνηγά ο Αλέξης Τσίπρας στις εκλογές αυτές δεν είναι η σκιά που ρίχνει καθημερινά η αυξημένη του κοινού ποινικού δικαίου εγκληματικότητα, ούτε η σκιά ενός ιδιότυπου «αντάρτικου πόλεων» που καταρρακώνει την κοινωνική ειρήνη και ασφάλεια των πολιτών.

Κυνηγά τη μνήμη των ψηφοφόρων του και ταΐζει με προεκλογικά ψίχουλα το θυμικό τους, ώστε να εξαλείψει από αυτήν τις υπερήφανες προεκλογικές του εξαγγελίες που έπνιξε στη λίμνη των Πρεσπών, μαζί με το εθνικό μας θέμα. Και η ίδια λίμνη αναμένεται από κολυμβήθρα του Σιλωάμ για το εθνικό του ατόπημα, να μετατραπεί σε πολιτικό τάφο του.

 

 

Διαβάστε επίσης