One man show…

>Η προσωπική επιλογή του Κυριάκου για τη Σακελλαροπούλου και η επίσης προσωπική επιλογή για το «επιτελικό» κράτος δείχνουν ότι ο πρωθυπουργός έχει πάρει επάνω του ολόκληρο το βάρος της διακυβέρνησης

Η επιλογή της Αικατερίνης Σακελλαροπούλου είχε μια δεύτερη ανάγνωση πλην εκείνης που έδωσε ο Κυριάκος.

Ως γνωστόν, ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για «συναίνεση» –αφού θα συγκεντρώσει 267 ψήφους– και για «ιστορική απόφαση», αφού για πρώτη φορά θα τοποθετηθεί στο ύπατο αξίωμα μία γυναίκα.

Το δεύτερο αληθεύει. Σίγουρα η Ιστορία θα γράψει ότι η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος της Δημοκρατίας έγινε με πρόταση του σημερινού πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη.

Όσον αφορά τον όρο «συναίνεση», θα μπορούσαμε να πούμε ότι πράγματι υπήρξε «συναίνεση» αλλά κατ’ ανάγκη…

Κι αυτό διότι ο μεν ΣΥΡΙΖΑ «εγκλωβίστηκε», αφού προ έτους καμάρωνε ότι επί των ημερών του τοποθετήθηκε στην ανώτατη βαθμίδα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου (ΣτΕ) για πρώτη φορά γυναίκα, δηλαδή την κα Αικατερίνη Σακελλαροπούλου.

Έτσι, βάζοντας την ουρά στα σκέλια, αποφάσισε να δώσει ψήφο στην επιλογή του Κυριάκου.

Η Φώφη, αφού πρώτα τηλεφώνησε στον Σημίτη, με βαριά καρδιά συναίνεσε να ψηφίσει τη στενή φίλη του… Ευάγγελου Βενιζέλου.

Όσον αφορά τη Ν.Δ., ο Κυριάκος δεν μπήκε καν στον κόπο να ζητήσει τη γνώμη της Κοινοβουλευτικής του Ομάδας. Έκανε χρήση του προνομίου και… αρχηγού παρόντος πάσα αρχή παυσάτω.

Τώρα, αν μελλοντικά η παγωμάρα που επικράτησε σε μερίδα βουλευτών, που περίμεναν πρόταση με κεντροδεξιό υποψήφιο, αυτό θα εξαρτηθεί από την ανάπτυξη του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων πολιτών.

Η δεύτερη ανάγνωση που προαναφέραμε, αφορά ξεκάθαρα τον επιθυμητό τρόπο διακυβέρνησης της χώρας υπό την πρωθυπουργία του.

Με την πρότασή του έδειξε ότι δεν επιθυμεί «βοηθούς» στα δύσκολα προβλήματα, όπως το μεταναστευτικό, και βεβαίως τα διεθνή, όπως οι παράλογες απαιτήσεις της Τουρκίας.

Ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας με πολιτική υποδομή, με αναγνωρισιμότητα από τους συνομιλητές του στις πέντε ηπείρους, με αναγνωρισμένο κύρος, θα μπορούσε ίσως να βοηθήσει τη δύσκολη προσπάθεια του Κυριάκου. Ονόματα όπως ο Σαμαράς, ο Αβραμόπουλος, ο Δήμας, ο Βενιζέλος και άλλοι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις κατάλληλες υποδομές με συναντήσεις ουσίας και όχι μόνο με αφορισμούς και λεονταρισμούς που χαρακτήριζαν τα διαγγέλματα του πρώην (πλέον)  προέδρου Προκόπη Παυλόπουλου.

Την άποψή του όμως για τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε –και μάλιστα με μεγάλη σαφήνεια– φανερώσει από τις πρώτες εβδομάδες της εκλογής του, με τη θεσμοθέτηση του «επιτελικού» κράτους.

Ως γνωστόν, το επιτελικό κράτος είναι συγκρότηση από μια στρατιά στελεχών, γεν. δ/ντών, γεν. γραμματέων και υφυπουργών –που έχει επιλέξει από μακρού χρόνου ο Κυριάκος και οι συνεργάτες του–πλαισιώνουν τον κάθε υπουργό. Όλοι οι προαναφερόμενοι επεξεργάζονται τα διάφορα νομοσχέδια, και τα σχετικά υπομνήματά τους τίθενται υπ’ όψιν του αρμόδιου υπουργού.

Με θετική ή αρνητική εισήγηση του υπουργού, στο Μέγαρο Μαξίμου, την ορθότητα ή μη κρίνουν –σύμφωνα με τις οδηγίες και τη γραμμή του πρωθυπουργού– οι κ.κ. Γ. Γεραπετρίτης και Γρ. Δημητριάδης, που αποτελούν τους πλέον σημαντικούς συνεργάτες του πρωθυπουργού.

Για την επίλυση κάθε θέματος, ενημερώνεται –αν απαιτείται– και ο πρωθυπουργός, ο οποίος δίνει το τελικό Ok.

Αποτέλεσμα: Και η πιο μικρή λεπτομέρεια που να αφορά το κυβερνητικό έργο έχει τεθεί υπ’ όψιν του πρωθυπουργού, ο οποίος εγκρίνει, διαφοροποιεί ή απορρίπτει κάθε πρόταση των υπουργών του.

Μπορεί η παρούσα διαδικασία να έχει δημιουργήσει πικρίες, κυρίως στους υπουργούς –οι οποίοι ακόμη και για την παραμικρή λεπτομέρεια που αφορά το υπουργείο τους είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν την έγκριση από το Μέγαρο Μαξίμου– όμως δείχνει την επιθυμία του Κυριάκου να γνωρίζει τα πάντα, να οδηγεί τα πάντα, και βεβαίως να παίρνει το ρίσκο για τα πάντα.

Η παραπάνω διαδικασία δείχνει ότι ο πρωθυπουργός δεν προτίθεται να κρυφτεί πίσω από το δάκτυλό του.

Η απόφασή του για επανίδρυση του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής δείχνει ξεκάθαρα ότι μαθαίνει από τα –ενδεχόμενα– λάθη του  και χωρίς δισταγμό σπεύδει και τα διορθώνει.

Η σε ελεύθερη όμως μετάφραση της πρακτικής του να γνωρίζει τα πάντα και να αποφασίζει για τα πάντα, πλησιάζει λίγο τη ρήση του Λουδοβίκου ΙΔ΄, «L’ etat c’est moi», δηλαδή «Το κράτος είμαι εγώ».

Αν ο Κυριάκος ορθοποδήσει την Ελλάδα με αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης, έχει τουλάχιστον άλλες δύο τετραετίες επανεκλογής του. Αν όχι, τότε πολλοί είναι εκείνοι που θα θυμηθούν ότι η γνώμη τους δεν μέτραγε και πολύ επί πρωθυπουργίας Μητσοτάκη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται…

 

Διαβάστε επίσης