
ΟΠΕΚΕΠΕ: Από το «όλα στο φώς», στο γαλάζιο… ημίφως – Τι σημαίνει το όχι της Ν.Δ. στη σύσταση προανακριτικής για Λιβανό και Αραμπατζή
Α-λα καρτ η δέσμευση Μητσοτάκη ότι η κυβερνητική πλειοψηφία δεν πρόκειται να σταθεί εμπόδιο στη διερεύνηση πιθανών ποινικών ευθυνών βουλευτών και υπουργών
Δεν είναι μυστικό ότι στο Μέγαρο Μαξίμου επί εποχής Κυριάκου Μητσοτάκη οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα τις εκάστοτε ανάγκες του πρωθυπουργικού προφίλ και «πωλούνται» στους ψηφοφόρους με το απαραίτητο επικοινωνιακό αμπαλάζ, αδιαφορώντας φυσικά για το… «είπα-ξείπα» που συχνά εμπεριέχουν στον πυρήνα τους.
Υπό αυτό το… αξίωμα μόνο έκπληξη δεν προκαλεί η επιλογή της κυβερνώσας Ν.Δ. να απορρίψει τις προτάσεις αφενός του ΠΑΣΟΚ αφετέρου των ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Αριστεράς για σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τους Σπήλιο Λιβανό και Φωτεινή Αραμπατζή στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Δια χειλέων του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη το μέγαρο προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν έχουν προκύψει στοιχεία που να δικαιολογούν την αποδοχή των αιτημάτων της αντιπολίτευσης. Με τη διαφορά ότι η δικαιολογία προδίδει μέγιστη θεσμική ασυνέπεια προκειμένου να μην ζοριστεί ακόμη περισσότερο ο ήδη ζορισμένος Κυριάκος Μητσοτάκης. Οι έχοντας καλή μνήμη θα θυμούνται ότι με φόντο την τραγωδία των Τεμπών ο πρωθυπουργός διαβεβαίωνε στις αρχές του 2025 ότι η «γαλάζια» κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν πρόκειται να σταθεί εμπόδιο στη διερεύνηση πιθανών ποινικών ευθυνών, εφόσον η Δικαιοσύνη διαβιβάσει δικογραφία στη Βουλή. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι τουλάχιστον αρχικά η μητσοτακική δέσμευση φάνηκε να τηρείται, δεδομένου ότι οι υποθέσεις του Κώστα Αχ. Καραμανλή και του Χρήστου Τριαντόπουλου ακολούθησαν τον δρόμο της δικαστικής διερεύνησης.
Σήμερα, όμως, η ίδια αρχή μοιάζει να εφαρμόζεται επιλεκτικά. Για τον Μάκη Βορίδη και τον Λευτέρη Αυγενάκη στο παρελθόν, αλλά και τώρα για τους Λιβανό και Αραμπατζή, η κυβέρνηση αποφεύγει ακόμη και μια σύντομη, διαδικαστική προανακριτική. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχει θεσμικό εργαλείο, αλλά πότε και για ποιους επιλέγεται να χρησιμοποιηθεί.
Πίσω από αυτή τη στάση, οι εσωτερικές ισορροπίες της Νέας Δημοκρατίας φαίνεται να παίζουν καθοριστικό ρόλο. Οι πληροφορίες για πιθανές διαρροές στην Κοινοβουλευτική Ομάδα δεν είναι αμελητέες. Αντίθετα, αποκαλύπτουν μια υπόγεια ένταση που το Μαξίμου επιχειρεί να περιορίσει πριν λάβει δημόσιες διαστάσεις.
Η δυσαρέσκεια που έχει ήδη καταγραφεί για τη διαχείριση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και η υπόθεση της άρσης ασυλίας 13 «γαλάζιων» βουλευτών, συνθέτουν ένα περιβάλλον πολιτικής εύθραυστης ισορροπίας.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πιο κρίσιμο στοιχείο: η εικόνα των «δύο μέτρων και δύο σταθμών». Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση δεν δίστασε να προχωρήσει σε μια οριζόντια άρση ασυλίας βουλευτών της. Από την άλλη, απορρίπτει την ιδέα διερεύνησης μέσω προανακριτικής για πρώην υπουργούς. Η αντίφαση αυτή δεν περνά απαρατήρητη και τροφοδοτεί την κριτική ότι η επίκληση της θεσμικής τάξης λειτουργεί επιλεκτικά, ανάλογα με το πολιτικό κόστος.
Την ίδια στιγμή, το Μαξίμου φαίνεται να κινείται με γνώμονα όχι μόνο τις θεσμικές αντοχές, αλλά και τις αριθμητικές. Μια προανακριτική επιτροπή δεν είναι μια τυπική διαδικασία. Απαιτεί πρόθυμους βουλευτές, πολιτική αντοχή και εσωτερική συνοχή. Και τίποτα από αυτά δεν δείχνει δεδομένο αυτή την περίοδο. Έτσι, το «όχι» στην προανακριτική για την υπόθεση Λιβανού- Αραμπατζή μοιάζει περισσότερο με κίνηση εσωτερικής εκτόνωσης και ελάχιστα –αν όχι καθόλου– με αυτό που θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει πολιτική επιλογή αρχών.
Στο μεταξύ, ένα νέο μέτωπο ανοίγει στη Βουλή, αυτή τη φορά για την υπόθεση των υποκλοπών. Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για σύσταση εξεταστικής επιτροπής επαναφέρει ένα ζήτημα που η κυβέρνηση θα προτιμούσε να έχει κλείσει οριστικά. Με τα αριθμητικά δεδομένα να επιτρέπουν τη συγκέντρωση των 120 ψήφων, η συγκρότηση της επιτροπής θα μπορούσε να προχωρήσει ακόμη και χωρίς τη στήριξη της πλειοψηφίας.
Ωστόσο, και εδώ το Μαξίμου αναζητεί διέξοδο. Η επίκληση του άρθρου 144 του Κανονισμού της Βουλής και η αναγωγή του ζητήματος σε θέμα εθνικής ασφάλειας συνιστούν μια προσπάθεια να μετατοπιστεί ο πήχης στις 151 ψήφους. Πρόκειται για μια ερμηνεία που, αν εφαρμοστεί, ουσιαστικά μπλοκάρει τη διαδικασία πριν καν ξεκινήσει.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας κυβέρνησης που διαχειρίζεται τις θεσμικές διαδικασίες με όρους πολιτικού ρίσκου. Το σύνθημα «όλα στο φως» μοιάζει πλέον να προσαρμόζεται στις περιστάσεις, χάνοντας τον καθολικό του χαρακτήρα.
Κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν, άλλωστε, ότι η υπόθεση των υποκλοπών δεν συγκινεί ιδιαίτερα τη βάση των ψηφοφόρων τους, γεγονός που περιορίζει τις ανησυχίες για πολιτικό κόστος.