
Όταν το πολιτικό μηδέν εγκλωβίζεται στο κενό του
Γυμνό από ιδέες και αποστραγγισμένο από αξίες, μεταλλάσσεται τελικά σε αυτό ακριβώς που υποτίθεται ότι πολεμά- Όταν το απόλυτο μηδέν δειλό βήμα δεξιά και αμέσως αριστερά παραμένει στο αμείλικτο μηδέν
Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)

Όταν ο σημερινός Πρωθυπουργός αυτοπροσδιορίζεται, με περισσή μάλιστα αυτοπεποίθηση και συχνότητα, ως ένας αυθεντικός «μετριοπαθής κεντρώος πολιτικός», ενδεχομένως πιστεύει ότι εκπέμπει προς την κοινωνία την αύρα ενός αλάθητου και νηφάλιου διαχειριστή.
Στην πραγματικότητα, όμως, διατυπώνει με τον πλέον επίσημο τρόπο την πιο ηχηρή ομολογία πολιτικής και ιδεολογικής γύμνιας. Διότι το πολυδιαφημισμένο «Κέντρο», έτσι όπως ασκείται και εργαλειοποιείται στο εγχώριο σύστημα εξουσίας, δεν συνιστά μια συγκροτημένη, αυτόνομη πολιτική θεωρία, αλλά το απόλυτο μαθηματικό μηδέν. Η διακυβέρνηση μιας χώρας δεν αποτελεί στείρα άσκηση ισορροπίας στο τετράδιο ενός μαθητή. Για να μπορέσει το μηδέν να παράξει απτό, ιστορικό αποτέλεσμα, οφείλει αναπόδραστα να δανειστεί πολιτικό πρόσημο: είτε το θετικό της συντηρητικής παράταξης είτε το αρνητικό της αριστεράς. Όταν, ωστόσο, τρέμοντας διαρκώς τη φθορά και το κόστος, κάνεις ένα δειλό βήμα δεξιά και αμέσως μετά ένα βεβιασμένο βήμα αριστερά, απλώς και μόνο για να μην δυσαρεστήσεις καμία κοινωνική ομάδα, το τελικό άθροισμα παραμένει νομοτελειακά και αμείλικτα μηδέν. Η πλάστιγγα της εθνικής πορείας δεν γέρνει ποτέ ουσιαστικά· μένει πεισματικά, απογοητευτικά και επικίνδυνα ακίνητη.
Αυτή η συνειδητή επιλογή της ιδεολογικής ρευστότητας καταστρέφει τον ίδιο τον πυρήνα της ουσιαστικής διακυβέρνησης, η οποία οφείλει να στηρίζεται σε μια αυστηρή, αδιάσπαστη αλυσίδα. Το αξίωμα είναι απλό και δοκιμασμένο στους αιώνες: Η Ιδεολογία, ως το υπέρτατο σύστημα αξιών που ορίζει το δίκαιο και το άδικο, γεννά το Όραμα. Το Όραμα, με τη σειρά του, απαιτεί την ύπαρξη μιας μακροπρόθεσμης Στρατηγικής, η οποία τελικά υλοποιείται στην καθημερινότητα μέσω συγκεκριμένων Τακτικών. Όταν το σημερινό σύστημα εξουσίας αφαιρεί βίαια τον πρώτο, θεμελιώδη κρίκο της ιδεολογικής ταυτότητας, ολόκληρο το θεσμικό οικοδόμημα καταρρέει σαν χάρτινος πύργος.
Το ερώτημα του πού θέλουμε να βρίσκεται η Ελλάδα στο μέλλον μένει εσκεμμένα αναπάντητο, και το φωτεινό όραμα υποκαθίσταται από τη στείρα, λογιστική διαχείριση της στιγμής. Όταν όμως το καράβι δεν έχει ξεκάθαρο προορισμό, η όποια στρατηγική καταντά ένα κακόγουστο ανέκδοτο. Το μόνο που απομένει στα χέρια μιας άχρωμης εξουσίας είναι οι σπασμωδικές τακτικές: ένας τυφλός καιροσκοπισμός που προσπαθεί να πείσει τους πάντες, τάζοντας τα πάντα, με μοναδικό και αποκλειστικό σκοπό την επικοινωνιακή διαχείριση της ημέρας και τη μακροημέρευση στην καρέκλα.
Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής, βασανιστική αυταπάτη κίνησης. Αντί για ρήξεις που θα πάνε τον τόπο μπροστά, γίνονται διαρκώς κύκλοι γύρω από το ίδιο σημείο. Η κοινωνία παραμένει στάσιμη, εγκλωβισμένη σε ένα αέναο «λίγο δεξιά, λίγο αριστερά», διψασμένη για καθαρές λύσεις αλλά καταδικασμένη στην πολιτική της ακινησίας. Μια χώρα που, στερημένη από τον ζωογόνο αέρα των ιδεών, αρκείται απλώς στο να επιπλέει στα ρηχά, χωρίς ποτέ να ταξιδεύει στο μέλλον.
Ο Λαϊκισμός με Γραβάτα και το Κράτος της Σκιώδους Απειλής
Αυτή η εγγενής αδυναμία του «μηδενός» να εμπνεύσει την κοινωνία μέσα από ένα θετικό, φωτεινό όραμα γεννά αναπόφευκτα μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία επιβίωσης. Διότι, όταν δεν έχεις να προσφέρεις στον πολίτη τίποτα απολύτως για το αύριο, οφείλεις με κάποιον τρόπο να τον κρατήσεις δέσμιο στο σήμερα. Έτσι, η πολιτική της ακινησίας μεταμφιέζεται σε «σταθερότητα» και η έλλειψη στρατηγικής αντικαθίσταται από τη συστηματική, μεθοδική καλλιέργεια του φόβου.
Στην 7ετία Μητσοτάκη, η κατασκευή ενός μόνιμου, απειλητικού «μπαμπούλα» αναδείχθηκε στο πιο αποτελεσματικό εργαλείο ψηφοθηρίας. Ολόκληρο το αφήγημα του Μεγάρου Μαξίμου δεν στηρίχθηκε ποτέ στο τι πρόκειται να χτιστεί, αλλά αποκλειστικά στο τι θα καταστραφεί αν τολμήσουμε να φύγουμε από το ασφαλές, τέλμα του τίποτα. Ο «λαϊκισμός» βαφτίστηκε ως ο υπέρτατος, αποκαλυπτικός κίνδυνος. Κάθε φορά που η κοινωνία διαμαρτυρόταν για τις δυσβάσταχτες συνθήκες, κάθε φορά που ζητούσε αυτονόητες δομικές αλλαγές, η απάντηση ήταν έτοιμη και ισοπεδωτική: «Θέλετε να γυρίσουμε πίσω; Θέλετε να έρθουν οι άλλοι;». Η διακυβέρνηση έπαψε να κρίνεται με το αν παράγει έργο πνοής, και άρχισε να απαιτεί το χειροκρότημα απλώς και μόνο επειδή, όπως διατείνεται, μας κρατά μακριά από τον γκρεμό.
Εδώ ακριβώς, ωστόσο, αποκαλύπτεται η πιο απολαυστική ειρωνεία της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας. Η ίδια η πολιτική επιστήμη διδάσκει ότι ο γνήσιος λαϊκισμός τρέφεται από τον τεχνητό, διχαστικό διαχωρισμός της κοινωνίας σε δύο στρατόπεδα: στους «καλούς, λογικούς εκσυγχρονιστές» (εμάς) και στους «επικίνδυνους αναχρονιστές» (τους άλλους). Τι κάνει, λοιπόν, το μετριοπαθές Κέντρο; Ακριβώς αυτό. Υιοθετεί την πιο ακραία, μανιχαϊστική λογική του αντιπάλου του, απλώς αλλάζοντας το περιτύλιγμα. Αντικαθιστά τα στοιχειώδη επιχειρήματα με τον ηθικό πανικό και το πρόγραμμα με τον τρόμο της καταστροφής.
Το πολιτικό μηδέν, γυμνό από ιδέες και αποστραγγισμένο από αξίες, μεταλλάσσεται τελικά σε αυτό ακριβώς που υποτίθεται ότι πολεμά. Φοράει τη δήθεν ευρωπαϊκή του γραβάτα, παίρνει ύφος τεχνοκράτη και αρχίζει να δημαγωγεί ασύστολα πάνω στις φοβίες των πολιτών. Ένας εκλεπτυσμένος, πολυτελής λαϊκισμός που κουνάει το δάχτυλο στην κοινωνία, κατηγορώντας τους πάντες για δημαγωγία, την ώρα που ο ίδιος δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να διαχειρίζεται τον φόβο για να παρατείνει τη νομή της εξουσίας. Όταν το τίποτα συναντά την εξουσία, το προσωπείο πέφτει και αποκαλύπτεται ο πιο τοξικός καθρέφτης.
Η Πολιτική του Μηδενός στην Πράξη (Τα Χειροπιαστά Ναυάγια)
Ωστόσο, όση ρητορική ικανότητα κι αν επιστρατεύσει ένας μηχανισμός εξουσίας για να συντηρήσει τον φόβο, η σκληρή πραγματικότητα λειτουργεί πάντοτε ως αδέκαστος κριτής. Είναι ακριβώς στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής —εκεί όπου η διαχείριση της χώρας απαιτεί βάθος, όραμα και ρήξεις— που η στρατηγική γύμνια αποκαλύπτεται, αφήνοντας πίσω της μια σειρά από διαδοχικά, χειροπιαστά ναυάγια.
Στην οικονομία, το ετήσιο τελετουργικό της ΔΕΘ συμπυκνώνει την επιτομή της κεντρώας «δημιουργικής λογιστικής». Το κράτος, επικαλούμενο διαρκώς τον κίνδυνο του δημοσιονομικού εκτροχιασμού, αφαιμάζει ανελέητα τους πολίτες μέσω των έμμεσων φόρων και μιας πληθωριστικής ακρίβειας που κατασπαράζει το διαθέσιμο εισόδημα. Στη συνέχεια, φορώντας το προσωπείο του τεχνοκράτη διαχειριστή, επιστρέφει πίσω ένα ελάχιστο κλάσμα υπό τη μορφή ταπεινωτικών επιδομάτων (pass) και προσωρινών ανακουφίσεων, στοχεύοντας αποκλειστικά στον κατευνασμό της κοινωνικής οργής. Όταν η εξουσία αφαιρεί με το ένα χέρι για να επιστρέψει ψίχουλα με το άλλο, χωρίς κανένα δομικό σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, η πραγματική αύξηση της αγοραστικής δύναμης ισούται με το απόλυτο, παγωμένο μηδέν.
Στον κρίσιμο τομέα της εξωτερικής πολιτικής, η εθνική στρατηγική υποβιβάστηκε σε ένα επικίνδυνο, ασυνεπές εκκρεμές, στο οποίο η Αθήνα μετέτρεψε τη διπλωματία σε άσκηση δημοσίων σχέσεων. Εν μία νυκτί και χωρίς καμία εθνικά επωφελή εξήγηση, υιοθετήσαμε το αδιανόητο δόγμα των «ήρεμων νερών» και τη σιωπηρή αποδοχή της τουρκικής ατζέντας. Το να δίνεις τα πάντα εκ των προτέρων και να μην επιβάλλεις κόστος σε έναν αναθεωρητικό γείτονα, δεν λέγεται «υπευθυνότητα». Λέγεται παθητική υποταγή. Το πραγματικό γεωπολιτικό κέρδος αυτής της τακτικής, με τις διεκδικήσεις της Άγκυρας να παγιώνονται, παραμένει αυστηρά μηδενικό.
Η εικόνα δεν διαφέρει στον πυρήνα της κοινωνίας. Η απάντηση της κυβέρνησης στην κατάρρευση της Υγείας και της Παιδείας είναι ο πιο προκλητικός, επιφανειακός εκσυγχρονισμός: η υποκατάσταση του κοινωνικού κράτους από ψηφιακές εφαρμογές. Η ψηφιοποίηση εργαλειοποιήθηκε αριστοτεχνικά για να κρύψει την εγκατάλειψη των υποδομών. Όμως, το να μπορείς να κλείσεις το ραντεβού σου ψηφιακά σε ένα δημόσιο νοσοκομείο που αιμορραγεί από έλλειψη ιατρικού προσωπικού, δεν συνιστά αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου· είναι η επιτομή του πολιτικού μηδενός.
Το αποκορύφωμα αυτής της ρευστότητας ήρθε με τη νομοθέτηση του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών. Η κυβέρνηση σε ένα ρεσιτάλ πολιτικού καιροσκοπισμού υιοθέτησε και οικειοποιήθηκε πλήρως μια δήθεν προοδευτική ατζέντα για να αλιεύσει ψηφοφόρους από τον αριστερό χώρο, ενώ ταυτόχρονα προέτρεπε τους δικούς της βουλευτές να απόσχουν από την ψηφοφορία για να μην καταρρεύσει η παράταξη εκ των έσω. Μια νομοθεσία «μισή», υπολογισμένη με όρους δημιουργικής ισορροπίας. Το τελικό άθροισμα ιδεολογικής συνέπειας ήταν, για ακόμη μία φορά, το μηδέν.
Η Βολική «Μάχη των Μηδενικών»
Πώς, λοιπόν, ένα τέτοιο διάτρητο οικοδόμημα, γεμάτο ρωγμές και καθημερινά ναυάγια, καταφέρνει να παραμένει όρθιο και να διατηρεί την εξουσία; Η απάντηση δεν κρύβεται στη δική του ικανότητα, αλλά στη θλιβερή ανικανότητα των πολιτικών του αντιπάλων. Διότι η ασθένεια του άχρωμου Κέντρου δεν περιορίστηκε στους διαδρόμους του Μεγάρου Μαξίμου· μόλυνε σαν επιδημία ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, παρασύροντας τους πάντες σε μια ελεύθερη πτώση δίχως ιδεολογικό αλεξίπτωτο.
Όταν ο άξονας των αξιών καταρρέει, όλα τα κόμματα συμπιέζονται βίαια προς τον μεσαίο χώρο. Ο Αλέξης Τσίπρας, στην αγωνιώδη του προσπάθεια να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει ξανά, θυσίασε την όποια ριζοσπαστική του ταυτότητα στον βωμό μιας θολής και αμήχανης σοσιαλδημοκρατίας, μετατρέποντας τον χώρο του σε ένα ιδεολογικό υβρίδιο χωρίς πυξίδα. Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Ανδρουλάκης ακροβατεί έντρομος, εγκλωβισμένος σε μια διαρκή, σιωπηρή άμυνα, αρνούμενος να πάρει καθαρές και γενναίες θέσεις από τον φόβο μήπως χάσει τον ζωτικό του χώρο στο Κέντρο.
Όλοι τους, σε μια εντυπωσιακή χορογραφία κενού, παρασύρθηκαν στον ίδιο στείρο χορό. Άρχισαν να στροβιλίζονται γύρω από το ίδιο ακριβώς σημείο, μετατρέποντας την πολιτική αντιπαράθεση σε έναν θλιβερό διαγωνισμό για το ποιος είναι ο πιο «μετριοπαθής», ο πιο «λογικός» διαχειριστής. Όταν, όμως, όλοι συγκλίνουν με μαθηματική ακρίβεια στο ίδιο πολιτικό μηδέν, η δημοκρατική αντιπαράθεση χάνει την ψυχή της. Δεν υπάρχει πλέον σύγκρουση οραμάτων, δεν συγκρούονται διαφορετικοί κόσμοι, παρά διεξάγεται μόνον ένας κυνικός ανταγωνισμός για το ποιος θα καθίσει στην καρέκλα της εξουσίας.
Για το κυβερνητικό επιτελείο, αυτή η εξίσωση προς τα κάτω ήταν το απόλυτο, ανέλπιστο δώρο. Ήταν μια μάχη μεταξύ ηγετών που πάλευαν στο ίδιο άδειο γήπεδο, προσπαθώντας να κερδίσουν τις εντυπώσεις. Όπως έγραψε και ο Καβάφης, αυτή το αποπολιτικοποιημένο σκηνικό «ήταν μια κάποια λύσις». Επέτρεπε στην κυβέρνηση να συντηρεί ανενόχλητη τον φόβο του «μπαμπούλα» και να πουλάει τη δική της απόλυτη ακινησία ως σωτήρια σταθερότητα. Άλλωστε, οι κανόνες αυτού του παιχνιδιού είναι απλοί: όταν το μηδέν καλείται να πολεμήσει άλλα μηδενικά, δεν χρειάζεται φλόγα, ιδέες ή όραμα για να επικρατήσει· του αρκεί απλώς ένας ακριβότερος και πιο καλοκουρδισμένος μηχανισμός εντυπώσεων.
Η Μοναδική Στρατηγική και το Απόλυτο Μπούμερανγκ
Μέσα σε αυτό το απέραντο, άχρωμο κενό της κυβερνητικής διαχείρισης, θα ήταν άδικο να κατηγορήσει κανείς το σύστημα Μητσοτάκη για πλήρη απουσία σχεδιασμού. Αναζητώντας μάταια ένα μακρόπνοο όραμα για την εθνική οικονομία, την παιδεία ή τη διπλωματία, διαπιστώνουμε πως υπήρξε, τελικά, μία και μοναδική στρατηγική που εκτελέστηκε με χειρουργική ακρίβεια, απόλυτη συνέπεια και αμείλικτη μεθοδικότητα: η πολιτική εξόντωση του Αντώνη Σαμαρά.
Γιατί, όμως, το Μέγαρο Μαξίμου είχε τόσο εμμονική, υπαρξιακή ανάγκη να εκπαραθυρώσει τον πρώην πρωθυπουργό; Μα γιατί ο Σαμαράς δεν χωρούσε στο μαθηματικό τους μηδέν. Εκπροσωπούσε, και εκπροσωπεί, ένα συμπαγές, αδιαπραγμάτευτο ιδεολογικό «Όλον». Ήταν, είναι και θα είναι η ζωντανή, ενοχλητική υπενθύμιση των σταθερών εθνικών και κοινωνικών αξιών μιας ολόκληρης παράταξης, την ώρα που το Κέντρο του Μητσοτάκη πασχίζει να τις διαγράψει. Για μια διακυβέρνηση που επιβιώνει αποκλειστικά με καιροσκοπικούς ελιγμούς, η ύπαρξη μιας τέτοιας καθαρής φωνής ξεγύμνωνε ολοκληρωτικά το δικό της κενό. Η διαγραφή του τον Νοέμβριο του 2024 δεν ήταν ατύχημα ούτε στιγμιαία αντίδραση· ήταν η προσχεδιασμένη αξιοποίηση της πρώτης ευκαιρίας, το «τέλειο άλλοθι», για να ξεριζωθεί η δεξιά συνείδηση από το κόμμα και να επιβληθεί η νεκρική σιγή της κεντρώας ομοιογένειας.
Το πεπρωμένο, όμως, εκδικείται πάντοτε τους αλαζόνες. Αυτή η μοναδική «στρατηγική» επιτυχία της κυβέρνησης εξελίχθηκε στο πιο δυνατό μπούμερανγκ. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν χρειάστηκε να αναλωθεί σε τακτικισμούς. Απλώς περίμενε τον χρόνο να λειτουργήσει ως αδέκαστος κριτής. Και ο χρόνος τον δικαίωσε σε κάθε του συλλαβή, αποδεικνύοντας τις προειδοποιήσεις του αληθινές από την ίδια τη σκληρή πραγματικότητα. Η κριτική του για την επικίνδυνη υποχωρητικότητα των «ήρεμων νερών» στα ελληνοτουρκικά επαληθεύτηκε απολύτως, με την Άγκυρα να μην κάνει ούτε βήμα πίσω από τις αναθεωρητικές της αξιώσεις. Η αγωνιώδης κραυγή του ότι η εργαλειοποίηση της προοδευτικής ατζέντας στον γάμο των ομόφυλων θα αποκόψει βίαια το κόμμα από την κοινωνική του βάση, επιβεβαιώθηκε με τον πιο πικρό τρόπο.
Και πώς αντέδρασε το πολιτικό μηδέν απέναντι σε αυτή την αμείλικτη δικαίωση; Με την απόλυτη, παταγώδη ανικανότητα να αρθρώσει έστω και μισή κουβέντα πολιτικού αντίλογου. Όταν ο Σαμαράς έθετε δομημένα, αμείλικτα ερωτήματα, η κυβέρνηση βρέθηκε σε πανικό, διότι δεν μπορείς να υπερασπιστείς μια τακτική που στερείται στρατηγικής, οράματος και εν τέλει ιδεολογίας. Κρύφτηκαν αρχικά πίσω από το θεσμικό πρόσχημα του «δεν απαντάμε σε πρώην πρωθυπουργούς». Όταν η ένοχη σιωπή δεν απέδωσε, το σύστημα κατέφυγε στη λάσπη, μετέτρεψε την πολιτική αντιπαράθεση σε φτηνό ψυχόδραμα, επιχείρησε να υποβιβάσει τα σοβαρά εθνικά και πολιτικά ζητήματα σε επίπεδο δήθεν προσωπικών συμπλεγμάτων κατηγορώντας τον για «εμμονή με το επίθετο Μητσοτάκης» και για δήθεν «προσωπική ατζέντα». Επιστρατεύτηκε, φυσικά, και ο γνώριμος «μπαμπούλας», με κυβερνητικά στελέχη να αφήνουν υπαινιγμούς περί «ακροδεξιάς» και «δεύτερης προδοσίας». Η πλήρης απουσία επιχειρημάτων και η καταφυγή στην προσωπική ύβρη δεν είναι ένδειξη ισχύος· είναι η ληξιαρχική πράξη θανάτου μιας τεχνοκρατικής αυταπάτης που τρέμει στην ιδέα της πολιτικής αλήθειας.
Πώς το Μηδέν θα Πολεμήσει το Όλον;
Φτάνοντας στο σήμερα, η ιστορική ειρωνεία κορυφώνεται. Ο Πρωθυπουργός, τυφλωμένος από την εμμονή του να επιβάλει την ιδεολογική λοβοτομή, δημιούργησε με τα ίδια του τα χέρια τον απόλυτο, υπαρξιακό του αντίπαλο. Το σύστημα νόμιζε ότι με μια διαγραφή θα αγόραζε την ησυχία του, αγνοώντας πως οι ιδέες δεν εξαφανίζονται με εντολές επικοινωνιολόγων.
Το παιχνίδι πλέον αλλάζει. Ο Αντώνης Σαμαράς, στην τελική ευθεία για την ανακοίνωση του νέου του κόμματος, δεν έρχεται να παίξει στο άδειο γήπεδο της κεντρώας διαχείρισης. Δεν είναι ένα ακόμα βολικό «μηδέν», σαν τον Τσίπρα, ή τον Ανδρουλάκη, πρόθυμο να αναλωθεί σε διαγωνισμούς μετριοπάθειας. Ο Σαμαράς έρχεται κομίζοντας μια συγκροτημένη πολιτική ταυτότητα, φέροντας το ειδικό βάρος μιας ολόκληρης ιστορικής παράταξης με ρίζες και εθνικές γραμμές. Έρχεται, κυριολεκτικά, ως το «Όλον».
Και εδώ, μπροστά στο αδιέξοδο της ίδιας του της ύβρεως, το σύστημα εξουσίας καλείται να απαντήσει στο αδυσώπητο ερώτημα: Πώς θα μπορέσει να πολεμήσει το μαθηματικό μηδέν απέναντι στο ιδεολογικό όλον; Με τι όπλα θα αναμετρηθεί η ρηχή επικοινωνία απέναντι στον ορμητικό χείμαρρο των αξιών;
Η απάντηση είναι προδιαγεγραμμένη. Η ώρα των ψηφιακών εφαρμογών, των φτηνών δικαιολογιών και των τεχνητών μπαμπούλων παρήλθε ανεπιστρεπτί. Σε αυτή την τελική, μετωπική σύγκρουση, το πολιτικό μηδέν, εγκλωβισμένο στο κενό του, βρίσκεται γυμνό απέναντι στην ιστορία. Η κατασκευασμένη βιτρίνα του μετριοπαθούς εκσυγχρονισμού είναι πια καταδικασμένη να γίνει θρύψαλα, ανίκανη να αντέξει το βάρος των ιδεών. Το εκκρεμές σταμάτησε. Και η πλάστιγγα, επιτέλους, μετά από χρόνια αφόρητης, στείρας ακινησίας, ετοιμάζεται να γείρει οριστικά και αμετάκλητα, συνθλίβοντας την αυταπάτη του τίποτα.
(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος αρθρογράφος