
Παπακωνσταντίνου: «Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών είναι θεσμική δικλίδα για το δημόσιο συμφέρον»
Η Υποδιοικήτρια της ΤτΕ υπογραμμίζει ότι η αξιοπιστία του Ευρωσυστήματος χτίστηκε μέσα από δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις, ειδικά σε περιόδους έντονων κλυδωνισμών
Η Υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Ελλάδος, Χριστίνα Παπακωνσταντίνου, μίλησε στο πάνελ «Κεντρικές τράπεζες και ανεξαρτησία: Μια δοκιμασία για τη δημοκρατία» στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, υπογραμμίζοντας τον κρίσιμο ρόλο που παίζει η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών στη σταθερότητα της οικονομίας. Όπως είπε, «Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών διασφαλίζει ότι η νομισματική πολιτική ασκείται στο πλαίσιο μιας σαφώς καθορισμένης εντολής, με γνώμονα αντικειμενικά κριτήρια και όχι βραχυπρόθεσμες πολιτικές σκοπιμότητες».
Η κ. Παπακωνσταντίνου εξήγησε ότι οι κεντρικές τράπεζες συχνά χρειάζεται να πάρουν δύσκολες αποφάσεις, οι οποίες μπορεί να μην είναι δημοφιλείς, αλλά είναι απαραίτητες για τη μεσοπρόθεσμη σταθερότητα των τιμών. «Οι κεντρικές τράπεζες καλούνται συχνά να λάβουν αποφάσεις που μπορεί να μην είναι αρεστές βραχυπρόθεσμα, είναι ωστόσο αναγκαίες για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα», ανέφερε, τονίζοντας ότι η σταθερότητα αυτή «στηρίζει την αγοραστική δύναμη των πολιτών» και ενισχύει την εμπιστοσύνη στο νόμισμα.
Στάθηκε ιδιαίτερα στο ότι η ανεξαρτησία λειτουργεί ως θεσμική «ασπίδα» απέναντι σε πολιτικές πιέσεις: «Υπό αυτό το πρίσμα, η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών αποτελεί μία από τις δικλίδες ασφαλείας μέσω των οποίων οι δημοκρατίες προασπίζουν το μακροπρόθεσμο δημόσιο συμφέρον έναντι βραχυπρόθεσμων πολιτικών σκοπιμοτήτων».
Υπενθύμισε ότι στη ζώνη του ευρώ η ανεξαρτησία αυτή είναι θεσμικά κατοχυρωμένη: «Στη ζώνη του ευρώ, η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών προβλέπεται ρητά στο θεσμικό πλαίσιο» και «Η αρχή της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών κατοχυρώνεται στην πρωτογενή νομοθεσία της ΕΕ». Όπως είπε, η Συνθήκη για τη λειτουργία της ΕΕ δίνει στην ΕΚΤ και στις εθνικές κεντρικές τράπεζες «υψηλό βαθμό ανεξαρτησίας», με ξεκάθαρη εντολή: «σταθερότητα των τιμών για τη ζώνη του ευρώ στο σύνολό της».
Η Υποδιοικήτρια υπογράμμισε ότι η ανεξαρτησία δεν σημαίνει απουσία λογοδοσίας: «Η εμπειρία του Ευρωσυστήματος δείχνει ότι ανεξαρτησία δεν σημαίνει ότι οι κεντρικές τράπεζες λειτουργούν εκτός δημοκρατικού πλαισίου». Αντίθετα, όπως είπε, σημαίνει «προστασία από πολιτικές υποδείξεις, σε συνδυασμό με λογοδοσία ενώπιον των δημοκρατικών θεσμών, ιδίως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου».
Αναφερόμενη στην πορεία του Ευρωσυστήματος, σημείωσε ότι η αξιοπιστία του έχει χτιστεί μέσα από αυτή την ανεξαρτησία: «Αξιοποιώντας την ανεξαρτησία του, το Ευρωσύστημα συν τω χρόνω απέκτησε αξιοπιστία, δείχνοντας ότι είναι πάντα έτοιμο να κάνει ό,τι χρειάζεται για την εκπλήρωση της εντολής του». Και πρόσθεσε ότι η αξιοπιστία αυτή αποδεικνύεται ιδιαίτερα πολύτιμη «όταν οι κλυδωνισμοί είναι πιο έντονοι ή όταν το μακροοικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον είναι ιδιαίτερα απαιτητικό».
Κλείνοντας, η κ. Παπακωνσταντίνου τόνισε πως το βασικό συμπέρασμα από την ευρωπαϊκή εμπειρία είναι ξεκάθαρο: «Το μείζον δίδαγμα από την περίπτωση της Ευρώπης είναι ξεκάθαρο: η διατήρηση σαφούς διαχωρισμού μεταξύ νομισματικής πολιτικής και πολιτικής επιρροής επιτρέπει στις κεντρικές τράπεζες να διασφαλίζουν τη σταθερότητα των τιμών πιο αποτελεσματικά – και, εν τέλει, με μικρότερο κόστος για την κοινωνία».
