Παπασταύρου από Βρυξέλλες: Να διασφαλιστεί ότι το αέριο που μεταφέρεται μέσω TurkStream δεν είναι ρωσικό
«Η ενέργεια αποτελεί σημαντικό εργαλείο σε καιρό ειρήνης, μετατρέπεται όμως σε όπλο σε καιρό πολέμου», τόνισε ο υπουργός
Ως «αναγκαία και επίκαιρη» περιέγραψε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, τη συνάντηση των υπουργών Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την αναπληρώτρια γενική γραμματέα του ΝΑΤΟ, Ράντμιλα Σεκερίνσκα. Η συγκεκριμένη συνεδρίαση είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που η ηγεσία του ΝΑΤΟ συμμετείχε σε Συμβούλιο Ευρωπαίων Υπουργών Ενέργειας. Όπως υπογράμμισε ο υπουργός, η ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι μια αυτόνομη πολιτική έννοια, αλλά ταυτίζεται τόσο με την εθνική όσο και με την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Αναφερόμενος στην πρόσφατη Στρογγυλή Τράπεζα του ΝΑΤΟ για την Ενεργειακή Ασφάλεια, ο κ. Παπασταύρου τόνισε ότι «η ενέργεια αποτελεί σημαντικό εργαλείο σε καιρό ειρήνης, μετατρέπεται όμως σε όπλο σε καιρό πολέμου», παραπέμποντας στη σύγκρουση στην Ουκρανία. Όπως σημείωσε, τα γεγονότα αυτά ανέδειξαν με σαφήνεια πόσο ευάλωτες μπορεί να αποδειχθούν οι ενεργειακές υποδομές και κατέστησαν σαφές ότι η Ευρώπη δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να αγνοεί αυτή τη διάσταση.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο υπουργός αναφέρθηκε στις πολλαπλές πρωτοβουλίες που βρίσκονται σε εξέλιξη, όπως τα πακέτα για τα ενεργειακά δίκτυα, τα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος, οι δεσμεύσεις που απορρέουν από το ΝΑΤΟ, αλλά και οι συζητήσεις για τη συμφωνία-πλαίσιο ΕΕ–ΗΠΑ. Όπως επισήμανε, το ζητούμενο είναι όλες αυτές οι προσπάθειες να κινηθούν συντονισμένα, με σεβασμό στα επιμέρους θεσμικά τους πλαίσια, προς έναν κοινό στόχο: την ενίσχυση της συνολικής ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης. «Καμία ενεργειακή ανεξαρτησία, καμία ενεργειακή ανθεκτικότητα και ευημερία στην ΕΕ δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν δεν διασφαλίσουμε την ενεργειακή ασφάλειά μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Μιλώντας στο Συμβούλιο, ο κ. Παπασταύρου στάθηκε και στον αναβαθμισμένο ρόλο της Ελλάδας στη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική, μετά και την 6η Υπουργική Συνάντηση του P-TEC που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα. Έδωσε έμφαση στις πρόσφατες ενεργειακές συμφωνίες που στοχεύουν στην πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη θέση της χώρας ως στρατηγικού ενεργειακού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. «Συνειδητοποιήσαμε ότι υπάρχει πλήρης ευθυγράμμιση ανάμεσα στις Ηνωμένες πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά την απόλυτη απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο», σημείωσε, κάνοντας ειδική αναφορά στην Τουρκία και στο αέριο που μεταφέρεται μέσω του TurkStream, για το οποίο –όπως είπε– η ΕΕ οφείλει να διασφαλίσει ότι δεν είναι ρωσικής προέλευσης.
Στο περιθώριο του Συμβουλίου, ο κ. Παπασταύρου και ο υφυπουργός Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, είχαν την πρώτη συνάντηση γνωριμίας και συνεργασίας με τον νέο υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας της Κύπρου, Μιχάλη Δαμιανό. Το κλίμα ήταν ιδιαίτερα θετικό και, σύμφωνα με τις δύο πλευρές, συμφωνήθηκε να προχωρήσει η υλοποίηση των βημάτων που έχουν ήδη ανακοινωθεί από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη.
Παράλληλα, η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ συναντήθηκε με την αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μια Καθαρή, Δίκαιη και Ανταγωνιστική Μετάβαση, Τερέζα Ριμπέρα, με αντικείμενο τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Νωρίτερα, από το βήμα του Συμβουλίου, ο κ. Τσάφος επικεντρώθηκε στο σχέδιο της Κομισιόν για τα ενεργειακά Δίκτυα, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα «είναι πολύ ικανοποιημένη με την πρόοδο που έχει επιτευχθεί σχετικά με αυτό το θέμα. Όπως ξέρετε, η Ελλάδα είναι υπέρ της μεγαλύτερης διασυνδεσιμότητας. Συμφωνήσαμε ως προς αυτό το πολύ φιλόδοξο επίπεδο χρηματοδότησης. Βασική προτεραιότητά μας είναι αυτές οι επενδύσεις να επικεντρωθούν σε στρατηγικά έργα, τα οποία θα άρουν τα βασικά εμπόδια. Πρέπει να δούμε πού υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις τιμές στις ευρωπαϊκές αγορές. Τα κείμενο λαμβάνει υπόψη ότι ορισμένες αγορές, κυρίως στην περιφέρεια της Ευρώπης, μπορεί να χρειαστούν περισσότερες επενδύσεις προκειμένου να ενισχυθεί η διασυνδεσιμότητα με την υπόλοιπη Ευρώπη». Παράλληλα, αναφέρθηκε στα σημεία συμφόρησης που παρατηρούνται, τα οποία –όπως σημείωσε– «αλλάζουν καθώς αλλάζουν και τα συστήματα», υπογραμμίζοντας την ανάγκη καλύτερης αξιοποίησης του υφιστάμενου ενεργειακού δικτύου.
