Παράθυρο ευκαιρίας για την Τουρκία το νέο «δόγμα Νίξον» που εφαρμόζει ο Τραμπ

Ο αναλυτής αμυντικών θεμάτων Γιάννης Θεοδωράτος εξηγεί ότι παρά τις δημόσιες δηλώσεις συνεργασίας και «αγάπης» οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από αμοιβαία καχυποψία

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα είναι πλέον παρελθόν και ενώ είναι πολλές οι «αναγνώσεις» αναφορικά με τα αποτελέσματά της, αλλά και τα κέρδη –ή τις ζημίες– που πιστώνονται στους λογαριασμούς των χωρών μελών της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, όλοι ομονοούν ότι η σύναξη των ηγετών της Δύσης πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο έντονων διεθνών ανακατατάξεων, εξαιτίας του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία, της εύθραυστης κατάστασης στη Μέση Ανατολή και του εντεινόμενου ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων να επηρεάζουν τις αποφάσεις της Συμμαχίας.

Επιμέλεια: Νίκος Τσαγκατάκης

Για όλα τα παραπάνω είχε προλάβει να μιλήσει σχεδόν προφητικά από την τηλεοπτική εκπομπή του την περασμένη Τρίτη ο γνωστός δημοσιογράφος και αναλυτής αμυντικών θεμάτων Γιάννης Θεοδωράτος. Είναι ενδεικτικό ότι όπως είχε πει προκαταβολικά ο Γ. Θεοδωράτος –και αυτό έγινε τελικά στην πραγματικότητα– η συνάντηση καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ αντιλαμβάνονται τον μελλοντικό ρόλο της Τουρκίας στο δυτικό στρατηγικό σύστημα.

Όπως υποστήριξε ο δημοσιογράφος από το πλατώ της εκπομπής «Με το Κλειδί της Ιστορίας» η Άγκυρα επιχειρεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική και στρατηγική της θέση ώστε να αναβαθμίσει τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ, διεκδικώντας μεγαλύτερη επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο και ευρύτερα στην περιοχή. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή συνοδεύεται από σοβαρά διλήμματα, καθώς η τουρκική ηγεσία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατήρηση των δεσμών της με τη Δύση και στη φιλοδοξία της για μια περισσότερο αυτόνομη γεωπολιτική πορεία.

Κατά την εκτίμηση του αναλυτή και ανεξάρτητα από τις εντυπώσεις που δημιουργούνται μπροστά από τα δημοσιογραφικά μικρόφωνα και κάμερες, οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από αμοιβαία καχυποψία, παρά τις δημόσιες δηλώσεις συνεργασίας.

Ο Γ. Θεοδωράτος υπενθυμίζει ότι η απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των μαχητικών F-35 εξακολουθεί να αποτελεί σημείο τριβής, ενώ οι συζητήσεις για την προμήθεια κινητήρων και άλλων αμερικανικών αμυντικών συστημάτων αντανακλούν τις δυσκολίες που εξακολουθούν να υπάρχουν στις διμερείς σχέσεις.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη στρατηγική που, κατά τον ίδιο, διαμορφώνει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ για το ΝΑΤΟ. Ο Θεοδωράτος θεωρεί ότι πρόκειται για μια επικαιροποιημένη εκδοχή του «δόγματος Νίξον», σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ επιδιώκουν να περιορίσουν την άμεση στρατιωτική τους εμπλοκή σε περιφερειακές συγκρούσεις, μεταφέροντας μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στους συμμάχους τους.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ουάσιγκτον επιθυμεί, όπως εκτιμά ο Έλληνας αναλυτής, οι ευρωπαϊκές χώρες να αυξήσουν σημαντικά τις αμυντικές τους δαπάνες, να ενισχύσουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος για την ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου, ενώ οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να παρέχουν πυρηνική αποτροπή, πληροφορίες, τεχνολογία και ναυτική ισχύ.

Σύμφωνα, πάντα, με τον Γ. Θεοδωράτο αυτή η αμερικανική προσέγγιση των πραγμάτων συνδέεται με τη θεωρία του Ολλανδοαμερικανού γεωγράφου και θεμελιωτή της κλασικής γεωπολιτικής, Νίκολας Σπάικμαν, και τη στρατηγική ανάσχεσης των ανταγωνιστικών δυνάμεων, υποστηρίζοντας ότι η κύρια προτεραιότητα της Ουάσιγκτον παραμένει πλέον η αντιμετώπιση της αυξανόμενης επιρροής της Κίνας, χωρίς όμως να αγνοείται η Ρωσία.

Ο γνωστός δημοσιογράφος εκτιμά, επίσης, ότι η Τουρκία επιδιώκει να επωφεληθεί από τα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές πιέσεις και εσωτερικές πολιτικές προκλήσεις. Κατά την άποψή του, η υπερεπέκταση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής σε πολλαπλά μέτωπα ενδέχεται να δημιουργήσει μεσοπρόθεσμα στρατηγικά αδιέξοδα.

Ο κίνδυνος περαιτέρω πυρηνικοποίησης της Μ. Ανατολής

Στο δεύτερο μέρος της ανάλυσής του, ο Γ. Θεοδωράτος εστιάζει στις ελληνικές αμυντικές δυνατότητες και ιδιαίτερα στη σημασία των συστημάτων μακρού πλήγματος. Αναφέρεται στους ισραηλινούς βαλλιστικούς πυραύλους LORA, εκτιμώντας ότι μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό πολλαπλασιαστή ισχύος για την Ελλάδα, είτε μέσω αεροπορικών είτε μέσω ναυτικών πλατφορμών, προσφέροντας δυνατότητα προσβολής στρατηγικών στόχων σε μεγάλο βάθος.

Παράλληλα, χαρακτηρίζει ιδιαίτερα σημαντική την ίδρυση του νέου Διακλαδικού Κέντρου Εκπαίδευσης Μη Επανδρωμένων Αεροχημάτων στην Τρίπολη, υπογραμμίζοντας ότι η εμπειρία των πρόσφατων πολέμων αποδεικνύει πως τα μη επανδρωμένα συστήματα και η σωστή εκπαίδευση των χειριστών αποτελούν πλέον καθοριστικούς παράγοντες στο σύγχρονο πεδίο των επιχειρήσεων.

Η ανάλυση επεκτείνεται και στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, όπου ο Θεοδωράτος εκφράζει ανησυχία για την αυξανόμενη διάδοση βαλλιστικών πυραυλικών συστημάτων και τον κίνδυνο περαιτέρω πυρηνικοποίησης της περιοχής. Επικαλείται τις δυνατότητες που διαθέτουν χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και το Ιράν, εκτιμώντας ότι ο στρατηγικός ανταγωνισμός στην περιοχή εισέρχεται σε νέα, περισσότερο επικίνδυνη φάση.

Κλείνοντας την παρέμβασή του, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί στενά τις γεωπολιτικές εξελίξεις, να ενισχύει διαρκώς τις αποτρεπτικές της δυνατότητες και να επενδύει τόσο στις νέες τεχνολογίες όσο και στην αμυντική εκπαίδευση. Κατά την εκτίμησή του, οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα στο ΝΑΤΟ και στις μεγάλες διεθνείς πρωτεύουσες θα επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό την ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο τα επόμενα χρόνια.

 

Διαβάστε επίσης

Χρησιμοποιούμε cookies για λόγους στατιστικών & επισκεψιμότητας Συμφωνώ Περισσότερα