
Περί ψυχής…
Πώς το «επιτελικό κράτος» και οι τεχνοκράτες του Μαξίμου απονεύρωσαν τον λαϊκό χαρακτήρα του κόμματος, γιατί η παραδοσιακή βάση νιώθει ξένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι, και πώς ο Αντώνης Σαμαράς αναδεικνύεται στο τελευταίο ιδεολογικό ανάχωμα που διασώζει την ταυτότητα της Παράταξης απέναντι στην κυνική κυριαρχία των Excel.
Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)
Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της σημερινής ιδεολογικής και πολιτικής παρακμής στο εσωτερικό της κεντροδεξιάς, τα συμβατικά εργαλεία της στεγνής πολιτικής ανάλυσης απλώς δεν αρκούν. Απαιτείται το κοφτερό, φιλοσοφικό νυστέρι του Αριστοτέλη για να περιγράψει κανείς επαρκώς το βάθος ενός τραύματος που μοιάζει πλέον ανίατο.
Στο μνημειώδες έργο του, το «Περί Ψυχής», ο Σταγειρίτης φιλόσοφος θέτει ένα αξίωμα: η ψυχή είναι, ουσιαστικά, η «πρώτη εντελέχεια» ενός φυσικού σώματος που έχει ζωή εν δυνάμει. Η λέξη προέρχεται από το «εν τέλει έχειν», που σημαίνει την πλήρη πραγματοποίηση του σκοπού ενός όντος. Η ψυχή, συνεπώς, δεν είναι ένα μαγικό «πράγμα» κρυμμένο κάπου μέσα στο σώμα. Είναι η ίδια η μορφή του, η ζωτική του λειτουργία και ο βαθύτερος προορισμός του.
Για να γίνει απολύτως κατανοητός, ο Αριστοτέλης καταφεύγει στο αξεπέραστο παράδειγμα του πέλεκυ. Μας λέει πως αν ένα τσεκούρι ήταν φυσικό σώμα, τότε ψυχή του θα ήταν το «κόψιμο». Αν ποτέ έχανε την ικανότητα να κόβει, δεν θα ήταν πια τσεκούρι, παρά μόνο κατ’ όνομα. Θα μεταμορφωνόταν σε ένα άχρηστο αντικείμενο δίχως ουσία.
Σε αυτήν ακριβώς τη θλιβερή κατηγορία του «κατ’ όνομα» κατατάσσεται σήμερα η Νέα Δημοκρατία. Οφείλουμε εδώ να κάνουμε τον κρίσιμο διαχωρισμό: Το Κόμμα (το σώμα) διατηρεί ασφαλώς τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς εξουσίας, τους υπουργικούς θώκους, την κρατική σφραγίδα και την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία. Κυβερνά, αλλά εμφανίζει βαθιά εσωτερικά τραύματα. Η Παράταξη, όμως –δηλαδή η ζωντανή ψυχή, ο λαϊκός κόσμος και οι αξίες που την ίδρυσαν– βρίσκεται πλέον σε απόλυτη, εχθρική διάσταση με αυτό το σώμα.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι ο σημερινός Πρωθυπουργός, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί ως ο οργανικός ηγέτης ενός ζωντανού πολιτικού οργανισμού. Αντιθέτως, λειτουργεί ως μια ιδεολογική «αρρώστια» που νεκρώνει τα ζωτικά όργανα της κεντροδεξιάς. Υπό την ηγεσία του, το κόμμα έχει καταντήσει ακριβώς αυτό: ένα στομωμένο τσεκούρι. Έχει τη μορφή, καταλαμβάνει τον χώρο, αλλά έχει χάσει οριστικά την ικανότητα να «κόβει» υπέρ των εθνικών και λαϊκών συμφερόντων. Είναι ένα αδρανές εργαλείο, παραδομένο σε ξένους σκοπούς.
Απέναντι σε αυτό το οξύ κλινικό σύμπτωμα της πολιτικής αλλοίωσης, η αυθεντική συνείδηση της παράταξης αρνείται να πεθάνει. Αναζητά το ιδεολογικό της καταφύγιο και βρίσκει τη φωνή της –όχι ως προσπάθεια ρεβανσισμού, αλλά ως ανάγκη πνευματικής επιβίωσης– στη στάση και τον λόγο του Αντώνη Σαμαρά.
Το χρονικό μιας ιδεολογικής λοβοτομής
Η ανατομία αυτής της πολιτικής νόσου ξεκινά αναγκαστικά από την πλήρη αλλοίωση του σκοπού του επίσημου κομματικού μηχανισμού της μεγάλης Κεντροδεξιάς παράταξης. Ιστορικά, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε στους όψιμους τεχνοκράτες πως η Νέα Δημοκρατία δεν υπήρξε ποτέ μια στενή, δογματική και φοβική δεξιά λέσχη, αλλά μια ευρεία, υπερήφανα πατριωτική και βαθιά λαϊκή Παράταξη. Αυτή ακριβώς ήταν η ταυτότητά της, η παραδοσιακή της μορφή, σμιλεμένη πάνω στον κοινωνικό φιλελευθερισμό του ιδρυτή της, Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Τι ακριβώς, όμως, αντικρίζει ο ψηφοφόρος της σήμερα; Αντικρίζει μια ακατάσχετη διολίσθηση και μια προκλητική θεσμική μετάλλαξη.
Το κόμμα, ως διοικητικός μηχανισμός, έχει πλέον υιοθετήσει πλήρως την ατζέντα και το ύφος της Κεντροαριστεράς, προχωρώντας σε «πολιτικές μεταμοσχεύσεις» ξένων σωμάτων. Η υιοθέτηση όλου σχεδόν του σημιτικού ΠΑΣΟΚ δεν είναι μια απλή διεύρυνση, αλλά μια βίαιη αλλοίωση της ψυχής της παράταξης. Το Κόμμα μετατράπηκε σε ένα άνευρο, πολυσυλλεκτικό «όχημα εξουσίας», στελεχωμένο από πρόσωπα που μέχρι χθες πολεμούσαν τις αξίες του, προσφέροντας σήμερα τεράστιες δόσεις ενός δήθεν εκσυγχρονισμού που μυρίζει ναφθαλίνη και πολιτικό καιροσκοπισμό.
Το περίφημο ιδεολογικό όραμα της Κεντροδεξιάς, αυτό που κάποτε συγκινούσε τα πλήθη και έδινε νόημα στους αγώνες της βάσης, υποβιβάστηκε με έναν παγωμένο κυνισμό σε μια στείρα, τεχνοκρατική διαχείριση. Η πολιτική σκέψη παραχώρησε τη θέση της στα excel, στους ψηφιακούς δείκτες και σε μια στεγνή αριθμολαγνεία που αδυνατεί να αντιληφθεί την ανθρώπινη και εθνική ανάγκη. Η κοινωνική πολιτική αντικαταστάθηκε από τα διαβόητα «pass» – αυτά τα ψηφιακά αντίδωρα που μοιράζονται ως ελεημοσύνη σε μια κοινωνία που ασφυκτιά, λειτουργώντας ως το πρόσκαιρο «παυσίπονο» μιας αποτυχημένης οικονομικής συνταγής.
Ο σκοπός μετατοπίστηκε βίαια από το εθνικό όραμα στην απόλυτα στείρα διακυβέρνηση των «αρίστων» μάνατζερ. Η ηγεσία, μεθυσμένη από την ψευδαίσθηση της απόλυτης κυβερνησιμότητας, λησμόνησε πως ο οργανικός προορισμός του κόμματος ήταν να αποτελεί το σώμα που εκφράζει την Παράταξη και υπηρετεί τις εθνικές και κοινωνικές της σταθερές.
Όταν όμως το Κόμμα μετακινείται διαρκώς προς το «Κέντρο» –όχι μόνο ως ιδεολογική θέση, αλλά και ως καιροσκοπική ανάγκη– αδειάζει επικίνδυνα το εσωτερικό του περιεχόμενο. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός πολιτικού σώματος δίχως κανένα ιδεολογικό αγκυροβόλιο, ένα πλάσμα που υπάρχει μόνο για να διαχειρίζεται την εξουσία. Μετατρέπεται έτσι, σύμφωνα με την αριστοτελική ανάλυση, στο «τυφλό μάτι»: ένα όργανο που διατηρεί τη δομή του ματιού, αλλά έχει χάσει την όρασή του. Παρέχει αποκλειστικά διαχειριστικές υπηρεσίες, αδυνατώντας να προσφέρει το παραμικρό φως ή όραμα για το μέλλον. Και φυσικά, αυτή η μετάλλαξη αφήνει την παραδοσιακή βάση της παράταξης –την πραγματική της ψυχή– απόλυτα παγωμένη, προδομένη και πολιτικά ορφανή, να παρακολουθεί το Κόμμα της να γίνεται ένας ξένος στο ίδιο του το σπίτι.
Ο «ξένος νους» στο Μέγαρο Μαξίμου
Για να επιβληθεί αυτή η πρωτοφανής οντολογική αλλοίωση στην Παράταξη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εγκαταστάθηκε ως ένας απόλυτος, αλλά τραγικά αποκομμένος «Νους». Στο αριστοτελικό σύμπαν, η Νοητική Ψυχή είναι εκείνο το ανώτερο τμήμα που λαμβάνει τις στρατηγικές αποφάσεις, αναλύει τα δεδομένα και πασχίζει να επιβάλει την τάξη του λόγου πάνω στην ορμή του συναισθήματος. Όμως, στην περίπτωση του σημερινού Μεγάρου Μαξίμου, ο «Νους» αυτός έχει μετατραπεί σε έναν ψυχρό, εργαστηριακό μηχανισμό – ένα είδος «τεχνητής νοημοσύνης» της πολιτικής που ενσαρκώνει τη δυστοπία του «Επιτελικού Κράτους».
Πρόκειται για μια ηγεσία που διοικεί ερμητικά κλεισμένη πίσω από τις βαριές κουρτίνες της εξουσίας, παρακάμπτοντας επιδεικτικά τις παραδοσιακές δομές και αντιμετωπίζοντας τους βουλευτές της όχι ως εκπροσώπους του λαού, αλλά ως ενοχλητικά γρανάζια που οφείλουν απλώς να πειθαρχούν στον κεντρικό προγραμματισμό.
Αυτός ο Νους έχει καταστεί πλέον ένα απόλυτα ξένο σώμα για τον ίδιο τον πολιτικό οργανισμό που υποτίθεται πως καθοδηγεί. Με μια στωική παρατήρηση, διαπιστώνει κανείς πως δεν υπάρχει πλέον κανένας δίαυλος επικοινωνίας: ο Νους δεν συνομιλεί με το Σώμα της Παράταξης, δεν αφουγκράζεται τους παλμούς και τις αγωνίες του, ούτε συμμερίζεται τις αξίες του. Αντιθέτως, το χρησιμοποιεί στυγνά, ωφελιμιστικά και εγωιστικά. Η σχέση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τη βάση και τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους είναι πλέον αμιγώς ψηφοθηρική – μια κυνική συναλλαγή δίχως ίχνος ιδεολογικού περιεχομένου, όπου ο πολίτης υποβιβάζεται σε «μονάδα» ενός αλγορίθμου.
Το Σώμα, δηλαδή η κομματική βάση, ανέχεται αυτή την ταπεινωτική συνύπαρξη μόνο όσο ο Νους εγγυάται την παραμονή στους κυβερνητικούς θώκους. Πρόκειται για μια νοσηρή συμβίωση, μια «πολιτική ομηρία» που δεν εδράζεται σε κάποιο κοινό όραμα για την Πατρίδα, αλλά αποκλειστικά στον φόβο της περιθωριοποίησης και στην ωμή επιβολή της πειθαρχίας. Οι βουλευτές πειθαρχούν στις εντολές των εξωκοινοβουλευτικών τεχνοκρατών όχι επειδή πείθονται από τα «αλάθητα» επιχειρήματά τους, αλλά επειδή γνωρίζουν πως ο Νους ελέγχει αυταρχικά τις λίστες των υποψηφίων, κρατώντας στα χέρια του την τύχη της πολιτικής τους επιβίωσης.
Όσο οι διεθνείς συγκυρίες ευνοούσαν και τα ποσοστά ευημερούσαν μέσα σε μια φούσκα πλασματικής σταθερότητας, το Σώμα υπέμενε καρτερικά αυτή την τεχνητή συνύπαρξη. Όταν όμως η σκληρή, αδυσώπητη καθημερινότητα άρχισε να συνθλίβει τον πολίτη, όταν η ακρίβεια γκρέμισε συθέμελα το ιλουστρασιόν αφήγημα των «αρίστων», το κατασκευασμένο προσωπείο του εκσυγχρονισμού κατέρρευσε με πάταγο. Εκεί, κάτω από το φως της αλήθειας, ο «Ξένος Νους» αποκαλύφθηκε πλήρως: ένα ιδεολογικό μόρφωμα που, στερημένο από τη ζωοποιό ψυχή της παράταξης, δεν μπορεί πλέον ούτε να εμπνεύσει, ούτε –πολύ περισσότερο– να προσφέρει το παραμικρό ηθικό καταφύγιο στους πολίτες που κάποτε πίστεψαν σε αυτόν. Ο Νους απέμεινε μόνος, να περιφέρεται στους διαδρόμους του Μαξίμου, την ώρα που η παράταξη αναζητά απεγνωσμένα τη χαμένη της ταυτότητα μακριά του.
Η αβάσταχτη ελαφρότητα του πολιτικού κέντρου
Φτάνουμε πλέον, με μαθηματική ακρίβεια, στο αναπόφευκτο σημείο της ολικής ρήξης: την εξέγερση του ίδιου του Σώματος κατά του αποκομμένου Νου. Στην αριστοτελική βιολογία, ένας οργανισμός νοσεί βαριά –και τελικά οδηγείται στον θάνατο– όταν τα μέρη του παύουν να συνεργάζονται αρμονικά και εισέρχονται σε μια κατάσταση εμφυλίου πολέμου.
Η «Αισθητική Ψυχή» της Παράταξης, το τμήμα εκείνο που έχει την ικανότητα να αισθάνεται, να προσλαμβάνει τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος και να αντιδρά στον πόνο, δεν είναι άλλο από την Κοινοβουλευτική Ομάδα και τη λαϊκή βάση. Αυτοί οι βουλευτές, που δεν ζουν μέσα στην αποστειρωμένη γυάλα των κυβερνητικών γραφείων, αισθάνονται καθημερινά πάνω στο ίδιο τους το σώμα την ασφυκτική πίεση μιας κοινωνίας που λυγίζει. Η αντίδρασή τους απέναντι σε υπουργούς που συμπεριφέρονται ως ψυχροί μάνατζερ πολυεθνικών –άνθρωποι δίχως ρίζες και δίχως συναισθηματική σύνδεση με τον χώρο– δεν είναι πλέον μια απλή πολιτική διαφωνία. Είναι μια πράξη οντολογικής επιβίωσης. Η παραδοσιακή βάση της μεγάλης κεντροδεξιάς Παράταξης νιώθει πλέον μια βαθιά, ενστικτώδη απέχθεια βλέποντας το Κόμμα να λειτουργεί ως ένας ξένος, τεχνοκρατικός μηχανισμός που εχθρεύεται τις ίδιες του τις καταβολές και λοιδορεί την ιστορία του.
Οι αντιδράσεις αυτές έχουν πάψει προ πολλού να περιορίζονται σε ψιθύρους στους διαδρόμους ή σε συγκρατημένα παράπονα. Η πρόσφατη «επιστολή-βόμβα» των στελεχών της παράταξης, δεν ήταν τίποτα λιγότερο από την κραυγή αγωνίας ενός πολιτικού συστήματος που διαισθάνεται την επικείμενη κατάρρευσή του. Κατηγόρησαν ευθέως, και με μια στωική ειλικρίνεια που σπάνια συναντάται πια, το «Επιτελικό Κράτος» για την πλήρη και εργαστηριακή αλλοίωση των αρχών της Παράταξης. Οι βουλευτές της περιφέρειας, εκείνοι που έρχονται καθημερινά σε επαφή με τον πραγματικό κόσμο των προβλημάτων και όχι με τα ψηφιακά διαγράμματα των επικοινωνιολόγων, κραυγάζουν πλέον πως το Κόμμα έχει χάσει οριστικά τον κοινωνικό και λαϊκό του προσανατολισμό. Έχει καταστεί ένα άνευρο, κενό κέλυφος εξουσίας, αφήνοντας την παραδοσιακή του βάση εντελώς ακάλυπτη και προδομένη στο έλεος μιας πολυεπίπεδης κρίσης.
Το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που βαθιά πιστεύει η βάση της Παράταξης και σε αυτό που πράττει κυνικά η σημερινή ηγεσία του Κόμματος είναι πλέον εντελώς αγεφύρωτο. Η συνύπαρξή τους έχει μετατραπεί σε μια αφόρητη ρουτίνα αναγκαιότητας, μια «συμβατική υποχρέωση» που συντηρείται μόνο μέσω της πίεσης, του φόβου και των εξαντλητικών συμβιβασμών.
Όπως ακριβώς το σώμα που χάνει την εσωτερική του «μορφή» και την εντελέχειά του ξεκινά σταδιακά τη μακάβρια διαδικασία της αποσύνθεσης, έτσι ακριβώς και η εκλογική βάση της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζει πλέον μαζικές τάσεις φυγής. Δεν πρόκειται για μια απλή εκλογική κόπωση, αλλά για την απομάκρυνση της ψυχής από ένα σώμα που δεν την αναγνωρίζει πια. Ο σημερινός οργανισμός ασθενεί βαριά, με μια νόσο που ξεκινά από την κεφαλή και διαχέεται σε όλο το σύστημα, κλονίζοντας συθέμελα μια συνύπαρξη που πλέον φαντάζει τεχνητή και εφήμερη. Η «ελαφρότητα» του Κέντρου αποδεικνύεται τελικά αβάσταχτη για το βαρύ ιστορικό φορτίο της παράταξης.
(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος αρθρογράφος