Πολυφωνία και χωρίς ξεκάθαρη γραμμή

Η αρχική διατύπωση Μητσοτάκη και η ισορροπία στο κενό της Αθήνας για την σύλληψη Μαδούρο από τις ΗΠΑ

Από την περασμένη Κυριακή, όταν οι αμερικανοί κομάντος απήγαγαν τον Μαδούρο και τη σύζυγο του από το κρεβάτι τους την ώρα του βραδινού τους ύπνου, η παγκόσμια κοινή γνώμη βρίσκεται μπροστά σε μία νέα κατάσταση που όμοια της δεν έχει ξαναδεί. Και όπως αιφνιδιάστηκαν οι πάντες, έτσι και η ελληνική κυβέρνηση τα έχασε.

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Του Μιχάλη Κωτσάκου

Αν κι έχoυνπεράσει από τότε σχεδόν επτά ημέρες ουδείς είναι σε θέση να πει με σιγουριά ποια είναι η θέση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία δεν κρύβει την έκδηλη αμηχανία της. Και φυσικά όταν δεν υπάρχει μία κυρίαρχη γραμμή είναι πολύ λογικό να υπάρχουν αντιφατικές δηλώσεις, όπως και η αφωνία πολλών στελεχών από την λεγόμενη παραδοσιακή δεξιά.

Καίτοι οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αρχίζουν να συνειδητοποιούν τις δραματικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η κατάλυση του διεθνούς δικαίου, ειδικά από τον Ντόναλντ Τραμπ που αντιμετωπίζει την Ευρώπη σαν παρία στο παγκόσμιο σκηνικό, η ελληνική κυβέρνηση είναι τραγικά θολωμένη. Ημιεπισήμως η «γραμμή» της επιχειρηματολογίας  της είναι ότι στηρίζοντας τις αμερικανικές ακρότητες, ενισχύεται η ελληνική θέση στην Ουάσιγκτον και αυξάνουν οι ελπίδες για μία πρόσκληση από τον Τραμπ στον Κυριάκο Μητσοτάκη για να επισκεφτεί το Λευκό Οίκο.

Στην πραγματικότητα όμως, το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζεται η ελληνική κυβέρνηση με αντικρουόμενες απόψεις, ένα σχεδόν επικίνδυνο θέαμα, που ξεπερνά κατά πολύ την λαϊκιστική σκοπιμότητα τύπου «έτσι κερδίζουμε όλα τα κοινά», κι επιβαρύνει τη διεθνή εικόνα της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγο αφότου ο πρωθυπουργός έκανε την απολύτως αμφιλεγόμενη και καταδικαστέα από πολλούς δήλωση ότι «δεν είναι ώρα να κριθεί η νομιμότητα των αμερικανικών ενεργειών», εκδηλωνόταν μία πανσπερμία αποσπασματικών πρωτοβουλιών από την κυβέρνηση. Το υπουργείο Εξωτερικών εξέδιδε μία εξαιρετικά προσεκτική ανακοίνωση, η Ελλάδα ψήφιζε με τις άλλες 25 χώρες της Ε.Ε. (πλην Ουγγαρίας) ψήφισμα ζητώντας να γίνει σεβαστή η βούληση του λαού της Βενεζουέλας (και εμμέσως απέρριπτε την λογική Τραμπ ότι οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση της χώρας αυτής), ο Δημήτρης Καιρίδης (Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος) παραδεχόταν  ότι υπάρχει παραβίαση του διεθνούς δικαίου, ενώ ο Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτήριζε νόμιμη τη στρατιωτική επέμβαση των Αμερικανών και όσα ακολούθησαν.

Πραγματικά ποτέ στο παρελθόν δεν είχαμε μία κυβέρνηση να είναι σε τέτοιο ολιστικό μπέρδεμα. Από το «νέα ελπίδα για τη Βενεζουέλα» του Κυριάκου Μητσοτάκη, πήγαμε στην ανάγκη του σεβασμού στο Διεθνές Δίκαιο, που ήταν η επίσημη θέση της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Και μπορεί κάποιοι στο Μαξίμου να χαρακτήριζαν την πρώτη διατύπωση του πρωθυπουργού ως «διπλωματικά επιδέξια», όμως λίγο αργότερα και στην Ε.Ε. έκανε μία μικρή κυβίστηση. Και βέβαια μένει να φανεί τι θα κάνει η χώρα μας, καθώς η Δανία ξεκαθάρισε ότι εάν οι ΗΠΑ ακολουθήσουν την ίδια τακτική καις την Γροιλανδία, τότε θα πρωτοστατήσει στην διάλυση του ΝΑΤΟ.

Οι δηλώσεις

Σε όλα αυτά θα πρέπει να σημειωθούν και κάποιες δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων που περιέπλεξαν έτι περαιτέρω την κοινή γνώμη. Για παράδειγμα ο Άδωνις Γεωργιάδης υπερασπίστηκε δημόσια τη σύλληψη-απαγωγή Μαδούρο ως νόμιμη, επιχειρώντας μάλιστα αναλογία με την επιχείρηση Ομπάμα κατά του Οσάμα Μπιν Λάντεν. Μόνο που ο Μπιν Λάντεν ήταν επισήμως χαρακτηρισμένος ως αρχιτρομοκράτης από όλα τα κράτη της γης, ενώ ο Μαδούρο ήταν εκλεγμένος πρόεδρος. Μάλιστα στις τελευταίες εκλογές υπήρχαν και διεθνείς παρατηρητές, που κατέγραψαν τις παρατυπίες στην εκλογική διαδικασία. Όμως άλλο σοβαρές παρατυπίες και άλλο βία και νοθεία. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Μάκης Βορίδης αποθεώνοντας τον Τραμπ «ως ηγέτη που υπερασπίζεται έμπρακτα τα συμφέροντα του Δυτικού ημισφαιρίου», ειρωνευόμενος όσους επικαλούνται «διεθνή νομιμότητα».

Το πρόβλημα για την Αθήνα είναι ότι η διεθνής συζήτηση δεν επιτρέπει εύκολες απαντήσεις. Στον ΟΗΕ και σε κορυφαία διεθνή ΜΜΕ η νομική διάσταση μπήκε ήδη στο μικροσκόπιο: η Ουάσιγκτον επικαλείται αυτοάμυνα/ασφάλεια, ενώ νομικοί και διπλωματικές πηγές μιλούν για επικίνδυνο προηγούμενο και παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Ποια είναι η λογική της κυβέρνησης

Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι θέτουν εκ νέου το ερώτημα «πώς να δομήσει η κυβέρνηση τις σχέσεις της με την κυβέρνηση Τραμπ» δίνουν και μια ρεαλιστική απάντηση: Με αυστηρό διαχωρισμό θεσμικής γραμμής από προσωπικές ιδεολογικές εξάρσεις υπουργών.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά: Ότι η Ελλάδα πρέπει να επιμείνει στη φόρμουλα: στήριξη δημοκρατικής μετάβασης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απαίτηση για διαδικαστικές εγγυήσεις/διαφάνεια, και όλα αυτά σε ευρωπαϊκό πλαίσιο και πάντα εντός ΟΗΕ. Ήδη ο Παύλος Μαρινάκης προσπάθησε να λειάνει τα πράγματα λέγοντας ότι η Ελλάδα δεν αμφισβητεί το διεθνές δίκαιο και ότι η θεσμική στιγμή για συζήτηση είναι στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Αυτή πρέπει να γίνει η επίσημη ράγα.

Αρκετοί στην Αθήνα προερχόμενοι και από το κυβερνητικό στρατόπεδο εκτιμούν ότι η κυβέρνηση πρέπει να κρατήσει ισχυρό δίαυλο με τον Λευκό Οίκο (άμυνα, βάσεις/διευκολύνσεις, Ανατολική Μεσόγειος, ενέργεια, ναυτιλία) αλλά αυτό να χτιστεί ως πακέτο αμοιβαίων συμφερόντων, όχι ως πολιτισμική ταύτιση με το «America-first» αφήγημα. Εφόσον η Ε.Ε. κινείται σε γραμμή «σεβασμός διεθνούς δικαίου, ειρηνική λύση, βούληση του λαού της Βενεζουέλας», η Ελλάδα πρέπει να ευθυγραμμίζεται.

Κατά την κυρίαρχη αφήγηση της κυβέρνησης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπάθησε να στήσει μια λελογισμένη ισορροπία ανάμεσα στη γεωπολιτική ισχύ και τη θεσμική νομιμότητα. Η ελληνική κυβέρνηση καλείται να κρατήσει μια δύσκολη, αλλά (πόσο;) εφικτή ισορροπία. Δηλαδή να στηρίζει τη δημοκρατική προοπτική στη Βενεζουέλα και να διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, χωρίς να αφήνει την εικόνα της χώρας να γλιστρά σε εντυπώσεις επιλεκτικής νομιμότητας.

Το πρόβλημα, όμως για το Μαξίμου είναι ότι την ίδια ώρα οι παραδοσιακοί δεξιοί της Νέας Δημοκρατίας σε όλο αυτό το διάστημα έλαμψαν δια της απουσίας τους. Όπως επίσης ότι διακρίθηκαν για την αφωνία τους στην δημόσια σφαίρα όταν σύσσωμη η αντιπολίτευση, αλλά και ο Αντώνης Σαμαράς κατέκριναν με αυστηρότητα την πρώτη αντίδραση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Συν τοις άλλοις την ίδια ώρα ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ πήρε μία θέση που ικανοποιούσε απόλυτα πολλούς στην Αθήνα. Ο Ισπανός υποστήριξε πως «η Ισπανία δεν αναγνώριζε το καθεστώς Μαδούρο, όπως δεν θα αναγνωρίσει και την πράξη των ΗΠΑ για την απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας».

 

Διαβάστε επίσης

Χρησιμοποιούμε cookies για λόγους στατιστικών & επισκεψιμότητας Συμφωνώ Περισσότερα