
«Πυρά» κατά της κοινωνίας για την στάση της απέναντι στη Δικαιοσύνη έστειλε ο πρόεδρος του ΣτΕ Μιχάλης Πικραμένος
Κατά την παρουσίαση της ετήσιας έκθεσης του Συμβουλίου για το 2024, ο κ. Πικραμένος χαρακτήρισε την αντιμετώπιση της Δικαιοσύνης από την κοινωνία ως «τοξική»
Κατά την παρουσίαση της ετήσιας έκθεσης του Συμβουλίου της Επικρατείας για το 2024, ο πρόεδρός του, Μιχάλης Πικραμένος, εξέφρασε έντονες ανησυχίες για τη στάση της κοινωνίας απέναντι στη Δικαιοσύνη, χαρακτηρίζοντας την αντιμετώπισή της ως «τοξική».
Αναφέρθηκε στην «αρνητική και μαύρη» εικόνα που διαμορφώνεται από τα μέσα ενημέρωσης, ιδίως μέσω των γκάλοπ που θέτουν ερωτήματα για τη Δικαιοσύνη, και επεσήμανε πως αυτό οφείλεται σε μια ευρύτερη κοινωνική αντίδραση.
Ο πρόεδρος του ΣτΕ τόνισε την ανάγκη για μεγαλύτερη εξωστρέφεια του δικαστικού συστήματος, ώστε οι πολίτες να κατανοήσουν καλύτερα τη λειτουργία του και να μην οδηγούνται σε λάθος συμπεράσματα. Σχολίασε επίσης ότι οι «τοξικές ειδήσεις» έχουν μεγαλύτερη εμπορική αξία από τις θετικές, σημειώνοντας ότι συχνά η εστίαση είναι στα αρνητικά, παρά στις θετικές προσπάθειες και επιτυχίες.
Επεσήμανε τη «απομάγευση» των θεσμών, όπου κάθε θεσμική ενέργεια ή απόφαση υπόκειται σε κακό σχολιασμό, προκαλώντας βαθιά κρίση στη Δημοκρατία. Ανέφερε πως εκείνοι που οδηγούν σε αυτή την απογοήτευση συνήθως δεν προτείνουν εναλλακτικές λύσεις, αλλά απλώς «πυροβολούν τα πόδια μας».
Ο κ. Πικραμένος αναγνώρισε τις δυσκολίες του δικαστικού συστήματος, τονίζοντας ότι, παρά την τεράστια δουλειά που γίνεται στα δικαστήρια και την προσπάθεια μείωσης των χρόνων απονομής Δικαιοσύνης, η «καραμέλα» της καθυστέρησης παραμένει στην κοινή αντίληψη. Ο ίδιος υποστήριξε ότι η σύγχρονη κοινωνία, με τις γρήγορες ροές των πληροφοριών, δεν κατανοεί τους διαφορετικούς χρόνους που απαιτούνται για τη δικαστική διαδικασία.
Κλείνοντας, ο πρόεδρος του ΣτΕ υπενθύμισε ότι η Δικαιοσύνη αποτελεί το μοναδικό θεσμικό αντίβαρο απέναντι στην κυβερνητική πλειοψηφία και ότι η αμφισβήτησή της ισοδυναμεί με «πλήρη άρνηση της Δημοκρατίας».
Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της έκθεσης, οι εκκρεμείς υποθέσεις στις αρχές του 2024 ανέρχονταν σε 11.504, ενώ το ίδιο έτος εισήχθησαν 3.050 νέες υποθέσεις και διεκπεραιώθηκαν 3.991, με τις εκκρεμείς υποθέσεις στο τέλος του 2024 να φτάνουν τις 10.564.