Πυρκαγιές: Πόσο έτοιμοι (δεν) είμαστε για τον μόνιμο καλοκαιρινό «εφιάλτη»;

Οι αριθμοί σε μέσα και ανθρώπινο δυναμικό «ευημερούν» αλλά απουσιάζει η πραγματική επένδυση στην πρόληψη

Πριν καν προλάβει να «ντεμπουτάρει» η φετινή αντιπυρική περίοδος στη χώρα μας το δελτίο συμβάντων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας είχε… μπόλικα προς καταγραφή συμβάντα την εβδομάδα που πέρασε.

Του Σίμου Κωνσταντινίδη

Κάτι η φωτιά που ξεκίνησε το περασμένο Σάββατο σε οικοπεδικό χώρο στην Κάρυστο της Ευβοίας, κάτι η μεγάλη δασική πυρκαγιά που ξέσπασε στην αρχή της εβδομάδας στη Ζάκυνθο, αλλά και οι φλόγες που έζωσαν πριν από μερικά 24ωρα την Διψέλιζα της Κερατέας, είναι αρκετές για να «γεννήσουν» την αναρώτηση πόσο έτοιμοι είναι (και) φέτος ο κρατικός μηχανισμός να αντιμετωπίσει τον μόνιμο καλοκαιρινό εφιάλτη του…

Το καλοκαίρι του 2023 ήταν το θερμότερο που είχε καταγραφεί ποτέ σε ολόκληρη την υφήλιο τα τελευταία 2.000 χρόνια. Το «ρεκόρ» μάλιστα δεν χρειάστηκε παρά μόλις έναν χρόνο για να «σπάσει», αφού το 2024 ήταν ακόμα θερμότερο, με τον Ιούνιο και τον Ιούλιο να μένουν στην ιστορία ως οι θερμότεροι μήνες στην ιστορία της Γης. Η Ελλάδα δεν αποτέλεσε κάποια εξαίρεση, αλλά, αντιθέτως, ήταν μία από τις χώρες με τις υψηλότερες θερμοκρασίες παγκοσμίως.

Όπως ήταν επόμενο, οι ακραία υψηλές θερμοκρασίες, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη ανομβρία, τα χαμηλά επίπεδα υγρασίας, τους ισχυρούς ανέμους και τις χρόνιες ανεπάρκειες του κρατικού μηχανισμού στην πρόληψη, δημιούργησαν ένα πανίσχυρο «κοκτέιλ», με καταστροφικές συνέπειες. Κατά την αντιπυρική περίοδο του 2024, οι πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν ήταν 9.500, δηλαδή 7,42% πάνω από τον μέσο όρο της 20ετίας, ενώ μία εξ αυτών, από την οποία έχασε τη ζωή της και μία γυναίκα, εκκίνησε από τον Βαρνάβα Αττικής και έφτασε να καίει εντός του αστικού ιστού στο… Χαλάνδρι!

Την ίδια ώρα, η χώρα αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα λειψυδρίας, ιδίως στα νησιά, οι περιπτώσεις νοσηλείας (ή ακόμα και θανάτων) που προκλήθηκαν από τις ακραίες καιρικές συνθήκες αυξήθηκαν, ενώ 4 Πυροσβέστες έχασαν τη ζωή τους στη «μάχη» με τις φλόγες. Όσον αφορά το κομμάτι της βιωσιμότητας στις μεγαλύτερες πόλεις και κυρίως στην πρωτεύουσα, οι λέξεις δυσκολεύονται να αντικατοπτρίσουν με ακρίβεια την πραγματικότητα. Όσοι το βίωσαν, ξέρουν!

Το φετινό καλοκαίρι, αν και προβλέπεται ελάχιστα βελτιωμένο λόγω των ελαφρώς αυξημένων βροχοπτώσεων και χιονοπτώσεων στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα, δεν πρόκειται να ξεφύγει από τον γενικό κανόνα. Ο χειμώνας του 2025 ήταν ο πιο ζεστός που έχει καταγραφεί στην Ελλάδα, ενώ ήδη από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα έχουν εκδηλωθεί περισσότερες από 1.500 πυρκαγιές, καταστρέφοντας πάνω από 4.200 στρέμματα δασικών, χορτολιβαδικών και γεωργικών εκτάσεων (φαινόμενο «πυρόκαινου»). Με άλλα λόγια, πριν καν «μπει» καλά-καλά η αντιπυρική περίοδος, η οποία εκκίνησε επίσημα την περασμένη Πέμπτη (1/5), το φετινό «πύρινο» καλοκαίρι έχει προλάβει ήδη να δείξει τα «δόντια» του.

Επαυξημένη η θωράκιση

Από την πλευρά τους, βέβαια, τόσο ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο φρεσκοτοποθετημένος στην ηγεσία του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Γιάννης Κεφαλογιάννης, εμφανίστηκαν καθησυχαστικοί, τονίζοντας ότι «ο κρατικός μηχανισμός είναι σε ετοιμότητα», αν και –όπως συνηγορούν και οι πυρομετεωρολογικές προβλέψεις– αναγνωρίζουν ότι η χώρα θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με ένα δύσκολο καλοκαίρι.

Δικαιολογούνται, άραγε, οι κυβερνητικές επιβεβαιώσεις περί ετοιμότητας; Η αλήθεια είναι ότι τα δεδομένα, τουλάχιστον με μία πρώτη ανάγνωση σε επίπεδο απόλυτων αριθμών, δείχνουν επαυξημένη θωράκιση των εμπλεκόμενων στην πυρόσβεση υπηρεσιών με μέσα και «πυρομαχικά» που την αντιπυρική περίοδο του 2024 δεν τα είχαν στη διάθεσή τους.

Ειδικότερα, φέτος, η Πολιτεία θα έχει διαθέσιμα προς χρήση 49 νοικιασμένα εναέρια μέσα, τα οποία έρχονται να προστεθούν στα 30-35 αεροσκάφη του εθνικού στόλου για την επιτήρηση και την κατάσβεση των πυρκαγιών. Επιπλέον, στην κατεύθυνση της βέλτιστης παρακολούθησης και πρόληψης, φέτος πρόκειται να χρησιμοποιηθούν περισσότερα drones με θερμικές κάμερες για τον εντοπισμό των εστιών των πυρκαγιών, με σκοπό να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος της χώρας.

Θα πρέπει να σημειωθεί μάλιστα ότι μόλις μερικές εβδομάδες νωρίτερα πραγματοποιήθηκε δωρεά ύψους 6 εκατ. ευρώ του ΔΕΔΔΗΕ προς το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας: 80 drones που λειτουργούν με τεχνητή νοημοσύνη και ανιχνεύουν αυτόματα τις πυρκαγιές, την στιγμή που το περασμένο καλοκαίρι η Πολιτεία είχε μόλις 47.

Όπως προκύπτει από τα συμφραζόμενα, η κυβέρνηση επενδύει ξανά στο μοντέλο της «ταχείας προσβολής», δηλαδή τον έγκαιρο εντοπισμό των εστιών πυρκαγιάς και την άμεση επέμβαση του Πυροσβεστικού Σώματος, το οποίο παρά την αξιοσημείωτη αύξηση του αριθμού των πύρινων συμβάντων (σ.σ. με μεγαλύτερο εξ αυτών τη μεγάλη φωτιά στην βορειοανατολική Αττική που ξεκίνησε το μεσημέρι στις 11ης Αυγούστου 2024 στον Βαρνάβα και σταμάτησε στο Πάτημα Χαλανδρίου) κρίθηκε αποτελεσματικό το περασμένο καλοκαίρι, με κριτήριο ότι το 2024 το μέγεθος των καμένων εκτάσεων στην επικράτεια ανήλθε αθροιστικά στα 444.500 στρέμματα όταν ο σχετικός μέσος όρος των καμένων στην 20ετία είναι τα 515.000 στρέμματα.

Όσον αφορά το κομμάτι του έμψυχου δυναμικού, η κατάσταση μοιάζει επίσης βελτιωμένη, αφού το 2025 ο αριθμός των ανδρών και γυναικών στο Πυροσβεστικό Σώμα θα είναι ο μεγαλύτερος που είχαμε ποτέ. Συγκεκριμένα, στη «μάχη» πρόκειται να «ριχτούν» συνολικά 18.000 πυροσβέστες (15.500 μόνιμοι και 2.500 εποχικοί), ενώ η αναλογία εμπειρίας και νεανικότητας, κρίνεται, σύμφωνα με μαρτυρίες αξιωματούχων της Πυροσβεστικής, «ικανοποιητική».

Τέλος, οι μονάδες των δασοκομάντος (ΕΜΟΔΕ) ανέρχονται σε 20, ξεπερνώντας τα 1.500 μέλη, ενώ η Πυροσβεστική θα ενισχυθεί και με 300 πυροσβέστες από 5 ευρωπαϊκές χώρες στο πλαίσιο του προγράμματος προεγκατάστασης (pre-positioning) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αντιπυρική περίοδος εκκίνησε επίσημα την Πρωτομαγιά αλλά ήδη από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα έχουν εκδηλωθεί περισσότερες από 1.500 πυρκαγιές, καταστρέφοντας πάνω από 4.200 στρέμματα δασικών, χορτολιβαδικών και γεωργικών εκτάσεων

Απουσιάζει η πραγματική επένδυση στην πρόληψη

Εκείνος, ωστόσο, που δεν κρίνεται «ικανοποιητικός», σύμφωνα τόσο με τις ίδιες πηγές όσο και τα αδιάψευστα στοιχεία που προκύπτουν, είναι για ακόμα μία φορά ο κυβερνητικός σχεδιασμός και η (πραγματική) επένδυση στην πρόληψη. Πιο αναλυτικά, παρά το «μεγαλύτερο έμψυχο δυναμικό των τελευταίων ετών» στην Πυροσβεστική για το οποίο επαίρεται η κυβέρνηση, η οποία φυσικά «ξεχνά» να αναφέρει ότι η σύγκριση γίνεται είτε με τα χρόνια της κρίσης είτε με την περίοδο πριν από εκείνη, όταν οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης δεν ήταν ακόμα τόσο εμφανείς, τα προβλήματα των περασμένων ετών και η προβληματική κατά τόπους κατανομή αυτού του προσωπικού σε πυροσβεστικούς σταθμούς παραμένουν άλυτα, ενώ κενές παραμένουν επίσης περισσότερες από 3.000 οργανικές θέσεις.

Όπως εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί, η υποστελέχωση μεταφράζεται σε ιδιαίτερα αυξημένο φόρτο εργασίας για τους υπάρχοντες πυροσβέστες, οι οποίοι πολλές φορές καλούνται να επιχειρούν κάτω από αντίξοες συνθήκες, για πολλές ώρες και δίχως επαρκή ανάπαυση. «Το ρεπό είναι άγνωστη λέξη και οι υπερωρίες κανόνας. Οφείλονται 2 εκατομμύρια ημέρες σε ρεπό από τα προηγούμενα έτη, όπως και 550.000 ημέρες άδειας. Τα πρωτοβάθμια σωματεία των πυροσβεστών έχουν κινηθεί δικαστικά και λαμβάνουν θετικές αποφάσεις για αποζημιώσεις. Πώς είναι δυνατόν να καμαρώνουμε για 18.000 πυροσβέστες και αυτοί να εργάζονται χωρίς να πληρώνονται υπερωρίες και να παίρνουν ρεπό;», είχε υπογραμμίσει χαρακτηριστικά σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Εφ.Συν» ένας συνδικαλιστής πυροσβέστης.

Στη μάχη της πυρόσβεσης πρόκειται να «ριχτούν» φέτος συνολικά 18.000 πυροσβέστες (15.500 μόνιμοι και 2.500 εποχικοί), ενώ οι μονάδες των δασοκομάντος ανέρχονται σε 20, ξεπερνώντας τα 1.500 μέλη

Παράλληλα, το φιλόδοξο πρόγραμμα «Αιγίς», το οποίο τα κυβερνητικά στελέχη διαφημίζουν σε κάθε ευκαιρία και προβλέπει την αγορά σύγχρονων πυροσβεστικών οχημάτων και εξοπλισμών ύψους 2,1 δισ. ευρώ, θα αρχίσει επί της ουσίας να λειτουργεί από το 2026 και μετά, καθώς οι περισσότερες και πιο καίριες παραλαβές δεν θα ολοκληρωθούν φέτος.

«Αγκάθι» στον τομέα της πρόληψης παραμένει επίσης το κομμάτι του καθαρισμού των δασών και των οικοπέδων. Συγκεκριμένα, μέχρι τώρα, λόγω και της αυξημένης κρατικής χρηματοδότησης προς τις τοπικές αυτοδιοικήσεις, έχουν καθαριστεί και αποκατασταθεί κάτι παραπάνω από 600.000 στρέμματα δάσους. Ωστόσο, υπολείπονται ακόμη περίπου 300.000 στρέμματα, τα οποία είναι απίθανο να έχουν καθαριστεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Ταυτόχρονα, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των Αρχών και τις συνεχείς παρατάσεις, χιλιάδες ιδιωτικά οικόπεδα παραμένουν ακαθάριστα, γεμάτα ξερά χόρτα και εύφλεκτα υλικά.

Τα εν λόγω οικόπεδα αποτελούν εν δυνάμει «βόμβες ανάφλεξης» μέσα σε κατοικημένες περιοχές, ενώ δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε και το περυσινό αδιανόητο φαινόμενο, όταν χιλιάδες οικόπεδα είχαν μεν καθαριστεί από τους ιδιοκτήτες τους, αλλά τα υπολείμματα των καθαρισμών στοιβάχτηκαν στους δρόμους ή σε χωράφια και ρέματα και εν τέλει λειτούργησαν ως… προσάναμμα.

Όπως, τέλος, επισημαίνουν και οι πηγές, οι πραγματικές δράσεις πρόληψης της Πολιτείας, όπως το άνοιγμα και η συντήρηση δασικών δρόμων και ζωνών πυροπροστασίας και η ενίσχυση των δασαρχείων ήταν από μηδαμινές έως ελάχιστες και ανεπαρκείς. Δυστυχώς, η Κυβέρνηση δεν προχώρησε ούτε φέτος στη διόρθωση του «εγκλήματος» της κυβέρνησης Σημίτη το 1998, όταν με τον νόμο 2612/1998 αφαιρέθηκε η αρμοδιότητα κατάσβεσης των δασικών πυρκαγιών από τη Δασική Υπηρεσία και ανατέθηκε στην Πυροσβεστική, με αποτέλεσμα οι καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή εκείνες που γνωρίζουν τις περιοχές, διαθέτουν τους χάρτες καύσιμης ύλης και γνωρίζουν τη σύνθεση της βλάστησης και των δυνάμεων που μπορούν να κινητοποιηθούν, να μην έχουν τον παραμικρό λόγο στον σχεδιασμό πρόληψης και καταστολής της Πολιτείας.

Δεν αρκεί η επικοινωνία και το damage control

Ευσύνοπτα, είναι σαφές ότι, λόγω της κλιματικής κρίσης, η χώρα θα αντιμετωπίσει ξανά ένα εξαιρετικά δύσκολο καλοκαίρι, για το οποίο, παρά την αισιοδοξία που ενδέχεται να προκαλεί η αρχική ανάγνωση ορισμένων αριθμών, στην πραγματικότητα παραμένει ανέτοιμη και αθωράκιστη. Έπειτα από έξι χρόνια στο «τιμόνι» της χώρας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία δείχνουν να επιμένουν τόσο στο –πλήρως αναποτελεσματικό– δόγμα της αυστηροποίησης των ποινών, όπως η αυστηροποίηση των διοικητικών κυρώσεων (προστίμων) σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 9/2024 Πυροσβεστική Διάταξη, καθώς και των διατάξεων του άρθρου 265 του Π.Κ. για τα αδικήματα του εμπρησμού σε δάση, προπαρασκευαστικές πράξεις και παραβίαση προληπτικών μέτρων και του άρθρου 265Α του Π.Κ. για το αδίκημα της δήμευσης σε περίπτωση εμπρησμού σε δάση, όσο και στην επικοινωνιακή διαχείριση, μέσω αισιόδοξων και πολυδιαφημισμένων δράσεων, περιτυλιγμένες από έναν «εντυπωσιακό μανδύα».

Το προβληματικό είναι ότι όπως και σε άλλες πτυχές της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής, έτσι και στην περίπτωση των καταστρεπτικών πυρκαγιών η επικοινωνία δεν σβήνει τις φωτιές και το damage control που ακολουθεί όταν γίνει το (πύρινο) κακό δεν αρκεί για να αποκατασταθούν οι καμένες περιουσίες και ο αφανισμός του φυσικού πλούτου της χώρας.

 

Διαβάστε επίσης

Χρησιμοποιούμε cookies για λόγους στατιστικών & επισκεψιμότητας Συμφωνώ Περισσότερα