Σαν βγεις στον πηγαιμό για τη… Χάγη (θα ’ναι πολύ μακρύς ο δρόμος)

Πάγια γραμμή η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο, εφόσον συμφωνήσει η Τουρκία, αλλά όχι «αυτοσκοπός», και με ορθάνοιχτη ατζέντα η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών

Από τη μεταπολίτευση και μετά, κάθε φορά που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ακροβατούν στη διακεκαυμένη ζώνη μίας εμπόλεμης σύγκρουσης, σχεδόν ανακλαστικά «αναφύεται» στον δημόσιο διάλογο το όνομα της Χάγης.

Η… εθιμοτυπία δεν άλλαξε ούτε αυτήν τη φορά. Η Άγκυρα, καιρό τώρα, κλιμακώνει τις προκλήσεις της εναντίον της Ελλάδας σε όλα τα μέτωπα –και στο Αιγαίο και στην Κύπρο και στη Λιβύη– και το όνομα της διοικητικής πρωτεύουσας της Ολλανδίας που φιλοξενεί το Διεθνές Δικαστήριο της Δικαιοσύνης έκανε την εμφάνισή του ακόμη και στα γκάλοπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πρόσφατη δημοσκόπηση της εταιρείας MRB, ενώ το 54,6% των Ελλήνων δήλωσε ότι ανησυχεί για το ξέσπασμα ενός θερμού επεισοδίου που θα προκαλέσει η Τουρκία, το 42,6% των ερωτηθέντων απάντησε ότι η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αποτελεί την πιο ενδεδειγμένη επίλυση των όποιων διαφορών μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.

Δεν είναι να απορεί κανείς πώς έχει καταγραφεί η Χάγη στο συλλογικό ασυνείδητο περίπου ως η πανάκεια που θα «γιατρέψει» πάσαν νόσον των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Πρόκειται για την πάγια εθνική επιχειρηματολογία που υιοθέτησαν ανεξαρτήτως ιδεολογικής καταγωγής οι ελληνικές κυβερνήσεις από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου έως τους νεότερους διατελέσαντες πρωθυπουργούς. Τελευταίος εξ αυτών ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που αναγνωρίζοντας ως μοναδική διαφορά των δύο χωρών την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, κάλεσε πριν από λίγες ημέρες την Τουρκία να συμφωνήσει σε προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης «το οποίο θα αποφανθεί για το ποιος τελικά έχει δίκιο και ποιος έχει άδικο».

Η ιστορία διδάσκει

Είναι προφανές ότι η Άγκυρα δεν περιμένει –υπό τις παρούσες συνθήκες τουλάχιστον– να βρει το δίκιο της στη Χάγη, διότι απλούστατα δεν έχει δίκιο. Γι’ αυτό και δεν καρποφορεί καμία απόπειρα της Ελλάδας να βρεθεί κοινός τόπος συνεννόησης με την Άγκυρα. Η ιστορία διδάσκει και δείχνει για παράδειγμα ότι, ήδη από τον Ιανουάριο του 1975, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πρότεινε στην Τουρκία να παραπέμψουν από κοινού οι δύο χώρες (με συνυποσχετικό) στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης το πρόβλημα της υφαλοκρηπίδας. Στον τουρκικό πρωθυπουργικό θώκο καθόταν τότε ο Μπουλέντ Ετζεβίτ, ο οποίος αν και δέχθηκε κατ’ αρχάς την πρόταση Καραμανλή, τελικά οι διπλωματικές επαφές που ακολούθησαν κατέληξαν σε αδιέξοδο, με την Αθήνα να προτείνει τρία εναλλακτικά κείμενα συνυποσχετικού και την Άγκυρα κανένα! Χρειάστηκε να περάσουν πέντε μήνες και να αλλάξει η Τουρκία πρωθυπουργό για να επανεκκινηθεί η διαδικασία, αυτήν τη φορά στις Βρυξέλλες και με πρωθυπουργό τον διάδοχο του Ετσεβίτ, Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Στη βελγική πρωτεύουσα ο Εθνάρχης συμφώνησε με τον Τούρκο ομόλογό του αφενός να επιταχυνθεί η διαδικασία της σύνταξης του συνυποσχετικού και να ακολουθήσει η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το τι ακολούθησε είναι γνωστό: οι Τούρκοι τορπίλισαν τις διαδικασίες, λέγοντας ότι θα δέχονταν να συζητήσουν με τους Έλληνες, όχι όμως με θέμα τη σύνταξη συνυποσχετικού, αλλά μόνο για τη συνεκμετάλλευση του Αιγαίου, πρόταση που φυσικά απορρίφθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ ΘΑ ΕΠΙΛΥΣΕΙ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ, ΑΛΛΑ ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Μοναχικός καβαλάρης…

Όσοι, λοιπόν, υποστηρίζουν –παραφράζοντας τον ποιητή– ότι σαν βγει (η Ελλάδα) στον πηγαιμό για την Ιθάκη της Χάγης, ο δρόμος θα είναι πολύ μακρύς. Και δεν απαιτείται ευχολόγιο, όπως προέτρεπε στο εμβληματικό ποίημά του ο Καβάφης, αλλά αξιολόγηση της σκληρής πραγματικότητας που ελάχιστοι διαβλέπουν πηγαίνοντας κόντρα στο πλειοψηφόν υπέρ Χάγης ρεύμα.

Αντώνης Σαμαράς: «Να αποτρέψουμε την επιθετικότητα, όχι να την ενθαρρύνουμε»

Ανάμεσα σε αυτούς τους λίγους και ένας πρώην πρωθυπουργός, ο Αντώνης Σαμαράς. Έχοντας διατελέσει και πρόεδρος της κυβέρνησης και πρόεδρος του κόμματός του αλλά και επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών, ο Μεσσήνιος πολιτικός επιμένει μοναχικά ότι, με βάση το σημερινό κλίμα που επικρατεί στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας, η συζήτηση περί Χάγης δεν ευνοεί τις εθνικές επιδιώξεις. Το είπε ξεκάθαρα ο Αντ. Σαμαράς στην τελευταία συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» εξηγώντας πως: «Όταν ακούγεται για προσφυγή στη Χάγη υπό τις τωρινές συνθήκες, δηλαδή εκ των προτέρων συνθηκολόγηση της Ελλάδας σε “συνυποσχετικό” που παρακάμπτει το Δίκαιο της Θάλασσας όπως ζητάει η Τουρκία (η οποία δεν το έχει υπογράψει), δεν αποτρέπουμε την επιθετικότητα της άλλης πλευράς. Την ενθαρρύνουμε ακόμα περισσότερο…»

Γίνεται κατανοητό, λοιπόν, ότι το πρόβλημα δεν είναι ποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο θα επιλύσει τις ελληνοτουρκικές διαφορές, αλλά ποιες είναι αυτές οι διαφορές. Και ο πρώην πρωθυπουργός, μπαρουτοκαπνισμένος πολιτικός γαρ, ξέρει πολύ καλά ότι αυτό είναι το ζητούμενο. Όπως ξέρει, επίσης, ότι δεν πρέπει να δοθεί μία λύση απλώς για να δοθεί, όπως έγινε στην περίπτωση του Μακεδονικού, με την επίκληση δήθεν χαμένων ευκαιριών (βλ. Σημίτης) ή επιχειρημάτων (βλ. Ντόρα Μπακογιάννη) του τύπου ότι «στην εξωτερική πολιτική, το κάθε πέρσι και καλύτερα είναι μια πραγματικότητα».

 

Διαβάστε επίσης