
Σκάνδαλο υποκλοπών: Η πιο σκοτεινή, καθεστωτική και ανεξίτηλη κηλίδα του Κυριάκου
⏭ Πώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη έβαλε ταφόπλακα στη Δημοκρατία ⏭ Αντιγράφοντας το σκοτεινό εγχειρίδιο του παρελθόντος, μαγείρεψε νόμους, «άλωσε» την ηγεσία του Αρείου Πάγου και έστησε το τέλειο πλυντήριο συγκάλυψης, εμπαίζοντας βάναυσα τη νοημοσύνη ενός ολόκληρου λαού
Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)

Υπάρχει ένα όριο στο θράσος της εκτελεστικής εξουσίας, πέρα από το οποίο η πολιτική διαχείριση μιας κρίσης μετατρέπεται σε ωμή προσβολή απέναντι στους ίδιους τους πολίτες. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη το όριο αυτό δεν το ξεπέρασε απλώς· το ποδοπάτησε. Με μια σειρά από πρωτοφανείς, αδίστακτες μεθοδεύσεις, έριξε «μαύρο» στην απονομή της δικαιοσύνης και εμπαίζει πλέον σύσσωμο τον ελληνικό λαό. Το σκάνδαλο των υποκλοπών, το οποίο ξεκίνησε ως η πιο σκοτεινή υπόθεση παρακρατικής λειτουργίας της Μεταπολίτευσης, έχει πλέον μετεξελιχθεί στο απόλυτο θεσμικό πραξικόπημα, με αποκλειστικό σκοπό να κρατηθεί το Μέγαρο Μαξίμου μακριά από τις ποινικές του ευθύνες.
Ζούμε τον απόλυτο παραλογισμό, σερβιρισμένο με περίσσεια αλαζονεία. Η κυβέρνηση επιχειρεί να μας πείσει, υποτιμώντας βάναυσα τη νοημοσύνη μας, ότι ένα ζήτημα μείζονος εθνικής ασφάλειας δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια… απλή περίπτωση παραβίασης προσωπικών δεδομένων από 4 φυσικά πρόσωπα. Μας ζητούν, δηλαδή, να χάψουμε αμάσητο το αφήγημα ότι τέσσερις ιδιώτες ξύπνησαν μια μέρα και αποφάσισαν, εντελώς αυθαίρετα, να στοχοποιήσουν με το ψηφιακό λογισμικό Predator πάνω από 90 κορυφαία πρόσωπα της δημόσιας ζωής. Μας ζητούν να πιστέψουμε ότι αυτοί οι τέσσερις ιδιώτες παρακολουθούσαν, για δικό τους -άγνωστο- χόμπι, τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, κορυφαίους υπουργούς όπως τον Κωστή Χατζηδάκη, ηγετικά στελέχη της ίδιας της κυβερνητικής παράταξης όπως τον Αντώνη Σαμαρά, ακόμα και την ίδια την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων στο πρόσωπο του στρατηγού Κωνσταντίνου Φλώρου.
Και το πιο εξοργιστικό όλων; Η κυβέρνηση, η οποία υποτίθεται ότι κόπτεται για την εθνική ασφάλεια, δεν φάνηκε να νοιάζεται ούτε στιγμή να αναζητήσει σε πολιτικό επίπεδο το πώς, το γιατί και για λογαριασμό ποιου γίνονταν αυτές οι τεράστιου μεγέθους παρακολουθήσεις. Έκλεισε τα μάτια μπροστά στην πιο ανατριχιαστική «σύμπτωση»: το γεγονός ότι ένα στα τρία θύματα του Predator τελούσε ταυτόχρονα και υπό επίσημη, κρατική επισύνδεση από την ΕΥΠ.
Η ΕΥΠ, ας μην το ξεχνάμε, είχε υπαχθεί απευθείας υπό τον έλεγχο του ίδιου του Πρωθυπουργού. Πώς γίνεται, λοιπόν, ο κρατικός κοριός και το παράνομο λογισμικό να χτυπούσαν ακριβώς τους ίδιους στόχους την ίδια ακριβώς χρονική συγκυρία; Η απάντηση είναι προφανής σε κάθε σκεπτόμενο πολίτη: υπήρχε ένα ενιαίο κέντρο συντονισμού. Αντί όμως η κυβέρνηση να ερευνήσει μέχρι τέλους αυτή τη συνέργεια, καταχράστηκε στο έπακρο την εξουσία της για να τη θάψει.
Αυτός ο απόλυτος ηθικός και πολιτικός ξεπεσμός του Κυριάκου Μητσοτάκη, ως Πρωθυπουργού και Προέδρου της ΝΔ – του πάλαι ποτέ εκφραστή της μεγάλης κεντροδεξιάς παράταξης – δεν αποτελεί απλώς μια μεμονωμένη στιγμή κυβερνητικής αδυναμίας. Είναι η στρατηγική επιλογή ενός ανθρώπου που, προκειμένου να διασώσει τον εαυτό του, δεν δίστασε να κατακρεουργήσει το Κράτος Δικαίου. Ωστόσο, για να κατανοήσουμε το μέγεθος και τη μεθοδολογία αυτής της εκτροπής, πρέπει να κοιτάξουμε λίγο πιο πίσω. Διότι αυτή η εργαλειοποίηση των θεσμών δεν εφευρέθηκε χθες· αποτελεί ένα βαθιά ριζωμένο πολιτικό DNA, ένα σκοτεινό εγχειρίδιο συγκάλυψης που γράφτηκε πριν από δεκαετίες και βρήκε, παραδόξως, τους πιο πρόθυμους αντιγραφείς του εκεί που κανείς δεν το περίμενε.
Το οικογενειακό «εγχειρίδιο» της συγκάλυψης
Αυτή η βάναυση εργαλειοποίηση των θεσμών, ωστόσο, δεν προέκυψε στο κενό. Έχει βαθιές ιστορικές ρίζες και αποτελεί ένα δοκιμασμένο, σκοτεινό εγχειρίδιο εξουσίας που κληροδοτήθηκε από το παρελθόν. Για να κατανοήσουμε το σημερινό κατάντημα, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στο πολιτικό DNA αυτής της πρακτικής, το οποίο μας γυρίζει πίσω στην περίοδο 1990-1993, επί πρωθυπουργίας του πατέρα, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Τότε, το πανελλήνιο παρακολουθούσε εμβρόντητο το σκάνδαλο των υποκλοπών, με πρωταγωνιστές τον υπάλληλο του ΟΤΕ Χρήστο Μαυρίκη και τον στρατηγό Νίκο Γρυλλάκη, υπεύθυνο ασφαλείας του τότε Πρωθυπουργού. Το δίκτυο παρακολουθούσε όχι μόνο πολιτικούς αντιπάλους, αλλά και εσωκομματικούς «εχθρούς» (όπως ο Μιλτιάδης Έβερτ). Πώς αντέδρασε τότε το σύστημα Μητσοτάκη για να γλιτώσει το Μαξίμου; Εφηύρε την απόλυτη θεσμική ασπίδα: τη διαβόητη «βουτιά στην επετηρίδα». Τον Ιούλιο του 1990, η κυβέρνηση παραβίασε την ιεραρχική αρχαιότητα των δικαστών και τοποθέτησε στην προεδρία του Αρείου Πάγου τον Βασίλειο Κόκκινο, παρακάμπτοντας όλους τους αρχαιότερους Αντιπροέδρους.
Το αντάλλαγμα; Μόλις έσκασε το σκάνδαλο, η ηγεσία του Αρείου Πάγου λειτούργησε ως θεσμικό αλεξικέραυνο: φίμωσε τα ΜΜΕ κάνοντας λόγο για απαράδεκτη «σκανδαλολογία», επέβαλε τη σιωπή της ανάκρισης και έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στην κυβέρνηση να ρίξει όλο το φταίξιμο στον «μοναχικό λύκο» Μαυρίκη, αφήνοντας το Μαξίμου στο απυρόβλητο. Θα περίμενε κανείς πως η λεγόμενη «Πρώτη Φορά Αριστερά», ο κατεξοχήν αυτοπροσδιοριζόμενος πολιτικός πολέμιος του Κυριάκου Μητσοτάκη, θα αποτελούσε την ιστορική ρήξη με αυτές τις καθεστωτικές πρακτικές. Φευ! Το παράδοξο της ελληνικής πολιτικής ιστορίας είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας αποδείχθηκε ο πιο πιστός αντιγραφέας, ο πιο αφοσιωμένος μαθητής του Μητσοτακικού εγχειριδίου.
Τον Ιούνιο του 2015, η κυβέρνηση Τσίπρα προχώρησε στη δική της «βουτιά στην επετηρίδα», επιλέγοντας τη Βασιλική Θάνου ως Πρόεδρο του Αρείου Πάγου μέσα από μια σκανδαλώδη δια περιφοράς συνεδρίαση στις 2 τα μεσάνυχτα. Η συνέχεια είναι γνωστή και εξόχως διδακτική: η κ. Θάνου, αμέσως μετά τη συνταξιοδότησή της, μετακόμισε απευθείας στο Νομικό Γραφείο του Πρωθυπουργού στο Μέγαρο Μαξίμου. Από εκείνη τη θέση, μετατράπηκε στο επικοινωνιακό «πολιορκητικό κριό» της κυβέρνησης για την υπόθεση Novartis. Λειτούργησε ως δεύτερο γραφείο τύπου, προεξοφλώντας ενοχές πολιτικών αντιπάλων, μιλώντας για το «μεγαλύτερο σκάνδαλο» και φωνάζοντας δημόσια «κάτω τα χέρια από τους εισαγγελείς». Ο Τσίπρας αντέγραψε αυτούσια τη συνταγή: έλεγχος της κορυφής, εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης για την εξόντωση των αντιπάλων και δημιουργία ενός νομικού προπυργίου προστασίας της εκτελεστικής εξουσίας.
Αν όμως ο πατέρας Μητσοτάκης και ο Αλέξης Τσίπρας άνοιξαν τον δρόμο της θεσμικής εκτροπής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον μετέτρεψε σε λεωφόρο. Δεν αρκέστηκε στην απλή αντιγραφή. Το «τερμάτισε». Για να καταφέρει να στήσει το απόλυτο πέπλο προστασίας γύρω από τις δικές του ευθύνες στο σκάνδαλο των υποκλοπών, έπρεπε πρώτα να εξουδετερώσει βίαια και νομοθετικά όσους δικαστές τόλμησαν, απλώς, να κάνουν σωστά τη δουλειά τους.
Η κυνική εργαλειοποίηση της ανώτατης ηγεσίας της Θέμιδας
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη τραγωδία αλλά και η μεγαλύτερη απόδειξη της ενοχής του συστήματος Μητσοτάκη. Η Δικαιοσύνη, στο επίπεδο των λειτουργών της, που δεν έχουν την καρέκλα της ηγεσίας, όχι απλώς δεν ήταν τυφλή, αλλά έκανε –και με το παραπάνω– το καθήκον της. Όταν οι εισαγγελείς Πρωτοδικών Αθηνών επί σχεδόν ενάμιση χρόνο ερεύνησαν, έκαναν ανακριτικές πράξεις και όταν, το φθινόπωρο του 2023, ζήτησαν από την ΑΔΑΕ να διασταυρώσει τις λίστες της Αρχής Προστασίας Δεδομένων με τα αρχεία των επισυνδέσεων της ΕΥΠ, το Μέγαρο Μαξίμου πάτησε το κουμπί του απόλυτου πανικού. Γιατί; Διότι η διασταύρωση αυτή θα αποδείκνυε νομικά αυτό που γνώριζε όλη η Ελλάδα: ότι η κρατική ΕΥΠ, που υπαγόταν απευθείας στον Πρωθυπουργό, χρησιμοποιούσε το Predator.

Το τελειωτικό χτύπημα, όμως, για το κυβερνητικό παραμύθι περί «ιδιωτών» ήρθε στις 26 Φεβρουαρίου 2026. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών εξέδωσε μια ιστορική απόφαση-καταπέλτη. Καταδίκασε τους τέσσερις εκπροσώπους και στελέχη των εταιρειών του Predator (Ντίλιαν, Χαμού, Μπίτζιο, Λαβράνο) επιβάλλοντάς τους συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών. Το πιο ανατριχιαστικό και κρίσιμο, ωστόσο, δεν ήταν η ποινή, αλλά το σκεπτικό του δικαστηρίου: έκρινε κατηγορηματικά ότι αυτοί οι τέσσερις δεν ενήργησαν αποσπασματικά, αλλά βάσει ενός συστηματικού, ενιαίου και οργανωμένου κέντρου δράσης. Μια μαζική παρακολούθηση 90 κορυφαίων προσώπων απαιτεί κεντρικό συντονισμό και κρατική πλάτη. Κάνοντας το αυτονόητο, το δικαστήριο διέταξε τη διαβίβαση της δικογραφίας πίσω στην Εισαγγελία Πρωτοδικών για να διερευνηθεί επιτέλους η τέλεση του βαρύτατου κακουργήματος της κατασκοπείας.
Εδώ είναι που ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποφάσισε να «τερματίσει» τον κυνισμό, ξεπερνώντας κάθε πολιτικό του πρόγονο. Αν η δικογραφία για την κατασκοπεία ακολουθούσε τη νόμιμη, δικονομική οδό, θα κατέληγε στους Εισαγγελείς Πρωτοδικών και σε Τακτικό Ανακριτή, ο οποίος θα άνοιγε την έρευνα, θα καλούσε μάρτυρες και θα αποκάλυπτε την αλήθεια. Έπρεπε, λοιπόν, να προκληθεί άμεσα μια τεχνητή νομοθετική ασφυξία.
Ως «από μηχανής θεός» της συγκάλυψης, η κυβέρνηση, διά του Υπουργού Δικαιοσύνης κ. Φλωρίδη, έφερε μια σκανδαλώδη, φωτογραφική τροπολογία. Με αυτή τη ρύθμιση, η θητεία των Διευθυνόντων τις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών αυξήθηκε και παρατάθηκε αναγκαστικά από 2 σε 3 έτη. Η κυβέρνηση νομοθέτησε γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων της τις οργισμένες, γραπτές αντιδράσεις της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, περιφρονώντας ακόμα και τις επικρίσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου. Σκοπός της; Να κρατήσει στις καρέκλες τους τούς «βολικούς» προϊσταμένους Εισαγγελείς.
Και το αντάλλαγμα αυτού του νομοθετικού δώρου ξεπληρώθηκε ακαριαία. Ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, ο οποίος εξασφάλισε την παραμονή του στη θέση αποκλειστικά χάρη στην κυβερνητική τροπολογία, ήταν ακριβώς το πρόσωπο που στις αρχές Απριλίου 2026 πήρε τον καυτό φάκελο της κατασκοπείας και, αντί να τον δώσει στους Πρωτοδίκες (ως όφειλε), τον έστειλε «πακέτο» και απευθείας στον Άρειο Πάγο. Μια πρωτοφανής, ενορχηστρωμένη μεθόδευση αφαίρεσης της φυσικής δικαιοδοσίας, με το γελοίο νομικό άλλοθι της «μείζονος σημασίας» της υπόθεσης.
Το σχέδιο ήταν πλέον κρυστάλλινο: η έρευνα έπρεπε πάση θυσία να φύγει από τα χέρια των αδέσμευτων εισαγγελικών λειτουργών, που έκαναν απλώς τη δουλειά τους, και να παραδοθεί στα «ασφαλή», κλειστά γραφεία της ανώτατης δικαστικής ηγεσίας. Μιας ηγεσίας που δεν βρέθηκε εκεί τυχαία, αλλά είχε στηθεί και φυτευτεί προσεκτικά από το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου, σαν μια καλοκουρδισμένη ορχήστρα έτοιμη να παίξει τον ρέκβιεμ της αλήθειας.
Η «Αγία Τριάδα» της ασυλίας
Όταν ο καυτός φάκελος της κατασκοπείας, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της κυβέρνησης μέσω του νόμου Φλωρίδη, έφτασε στην κορυφή της δικαστικής πυραμίδας, το Μέγαρο Μαξίμου ήταν ήδη προετοιμασμένο. Η ηγεσία του Αρείου Πάγου είχε τοποθετηθεί προσεκτικά για να παίξει τον ρόλο του απόλυτου στεγανού. Ήταν η ώρα να αναλάβει δράση η «Αγία Τριάδα» της συγκάλυψης, αποτελούμενη από τους εισαγγελείς Αδειλίνη, Τζαβέλλα και Μπακέλα, σε ένα θέατρο σκιών που νομικά στερείται κάθε λογικής βάσης και αγγίζει τα όρια της θεσμικής ειρωνείας.
Πράξη 1η: Γεωργία Αδειλίνη και η αρπαγή του φακέλου
Το καλοκαίρι του 2023, η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε φροντίσει να κάνει εκ νέου «άλμα» στην επετηρίδα, επιλέγοντας την Ιωάννα Κλάπα ως Πρόεδρο και τη Γεωργία Αδειλίνη ως Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τον Οκτώβριο του 2023, και ενώ οι Πρωτοδίκες Εισαγγελείς ετοιμάζονταν να συγκρίνουν τις λίστες θυμάτων με την ΑΔΑΕ, η κ.Αδειλίνη αφαίρεσε ξαφνικά και βίαια τη δικογραφία από τα χέρια τους. Με το νομιμοφανές αλλά προκλητικό πρόσχημα της «ταχύτερης διεκπεραίωσης», ανέθεσε την υπόθεση στον Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση. Παράλληλα, η κυβερνητική πλειοψηφία άλλαξε σκανδαλωδώς τη σύνθεση του ΔΣ της ΑΔΑΕ για να μπλοκάρει τη διασταύρωση. Το αποτέλεσμα; Τον Αύγουστο του 2024, ο Άρειος Πάγος εξέδωσε το περιβόητο πόρισμα που αρχειοθέτησε το κρατικό σκέλος, κρίνοντας ότι η ΕΥΠ ήταν… άμεμπτη και το Predator αφορούσε αποκλειστικά ιδιώτες. Το πρώτο «πλυντήριο» είχε μόλις ολοκληρώσει τον κύκλο του.

Πράξη 2η: Κωνσταντίνος Τζαβέλλας – Το μαγείρεμα, το απόρρητο και η απόλυτη ύβρις
Στη συνέχεια, τη σκυτάλη της συγκάλυψης πήρε ο άνθρωπος, που αποτελεί την απόλυτη ενσάρκωση του καθεστωτισμού. Ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας δεν ήταν ένας τυχαίος δικαστής. Πριν προαχθεί, διετέλεσε Εποπτεύων Εισαγγελέας της ΕΥΠ. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που συνυπέγραφε τις χιλιάδες διατάξεις για τις δήθεν «νόμιμες» επισυνδέσεις. Ήταν ο δικαστικός λειτουργός που έβαλε την υπογραφή του για να παρακολουθούνται κορυφαία πρόσωπα (όπως ο Κωστής Χατζηδάκης και ο Θανάσης Κουκάκης), τα οποία «όλως τυχαίως» μολύνθηκαν και από το Predator. Όταν το 2022 είχε κληθεί στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής να εξηγήσει ποιος ζήτησε αυτές τις παρακολουθήσεις, αρνήθηκε πεισματικά να μιλήσει, οχυρωμένος πίσω από το υπηρεσιακό «απόρρητο».
Πώς επιβραβεύτηκε αυτή η σιωπή; Τον Ιούλιο του 2025 η κυβέρνηση τον επέλεξε για Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Όμως ο τρόπος με τον οποίο «φυτεύτηκε» εκεί, συνιστά ένα αδιανόητο κοινοβουλευτικό μαγείρεμα. Στη μυστική ψηφοφορία της Διάσκεψης των Προέδρων το 2025, όπου επιτρέπονταν πολλαπλές ψήφοι, η Νέα Δημοκρατία διέθετε ακριβώς 15 μέλη. Λειτούργησαν σαν στρατός, μοιράζοντας ελεγχόμενα τις ψήφους για να «κλειδώσουν» το αποτέλεσμα: έδωσαν συμπαγώς 15 ψήφους στον εισαγγελέα Β. Φλωρίδη, αδελφό του υπουργού Δικαιοσύνης (για να βγει 1ος) και 14 ψήφους στον Τζαβέλλα, κλειδώνοντάς τον μαθηματικά στη 2η θέση της τριάδας, αφήνοντας τρίτη τη Μαρία Γκανέ (12 ψήφοι). Γιατί 14 και όχι 15; Διότι ένας βουλευτής της ΝΔ «απέσχε» τεχνητά από τον σταυρό στον Τζαβέλλα, προκειμένου να μην υπάρξει ισοψηφία στην κορυφή. Αυτό δεν είναι ψηφοφορία ανεξάρτητων βουλευτών• είναι ένα καλοκουρδισμένο κυβερνητικό φίλτρο, μια νοθεία νομιμοφάνειας.
Και όταν τον Απρίλιο του 2026 ο κ. Τζαβέλλας κλήθηκε να αποφασίσει για τον φάκελο της κατασκοπείας, διέπραξε το απόλυτο νομικό ατόπημα. Αρνούμενος πεισματικά να διατάξει έστω και μια στοιχειώδη ανάκριση, έβαλε την υπόθεση οριστικά στο αρχείο μέσω μιας μονοπρόσωπης εισαγγελικής διάταξης.
Γιατί ήταν τόσο κρίσιμο να εκδώσει διάταξη; Για να σκοτώσει το φως. Αν διενεργούσε ανάκριση, θα υποχρεωνόταν νομικά να καλέσει μάρτυρες (στελέχη της ΕΥΠ, τεχνικούς, θύματα) και να ζητήσει άρση απορρήτων. Δικάζοντας μόνος του, «στα χαρτιά», κλειδωμένος στο γραφείο του, εξασφάλισε ότι η υπογραφή του είναι ανέκκλητη (δεν υπόκειται σε κανέναν απολύτως έλεγχο). Το κερασάκι στην τούρτα του θράσους; Όταν η Βουλή τον κάλεσε να δώσει εξηγήσεις για αυτή την οριστική ταφόπλακα, ο ίδιος άνθρωπος που παλιά κρυβόταν πίσω από το «απόρρητο», τώρα αρνήθηκε να προσέλθει επικαλούμενος με επιστολή του τη… «διάκριση των εξουσιών»!

Πράξη 3η: Ευάγγελος Μπακέλας – Το «δεδικασμένο» της ντροπής
Η σκυταλοδρομία της συγκάλυψης ολοκληρώθηκε στα χέρια του Ευάγγελου Μπακέλα, ο οποίος ανέλαβε στη συνέχεια την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Μετά την αρχειοθέτηση Τζαβέλλα, ήρθαν στο φως συντριπτικά νέα στοιχεία που «ούρλιαζαν» για την ενοχή του κράτους: Πρώτον, επίσημα έγγραφα και τιμολόγια από το Ισραήλ που αποκάλυπταν τη ροή του χρήματος από ελληνικές κρατικές οντότητες προς την Intellexa για τη συντήρηση του Predator. Δεύτερον, τα e-mails του πρώην υπουργού Χρήστου Σπίρτζη που είχαν υποκλαπεί, αποδεικνύοντας ότι ιδιώτες κατείχαν εμπιστευτικά, κρατικά έγγραφα (η απόλυτη απόδειξη της κατασκοπείας). Τρίτον, το αναλυτικό σκεπτικό του Πλημμελειοδικείου που έδειχνε ότι οι μολύνσεις με Predator γίνονταν λίγα μόλις λεπτά ή ώρες μετά τις «νόμιμες» επισυνδέσεις της ΕΥΠ, πιστοποιώντας το κοινό κέντρο.
Πώς αντέδρασε ο κ. Μπακέλας; Με μια απλή, ανέκκλητη εισαγγελική πράξη έκρινε όλα αυτά τα ντοκουμέντα ως… «μη ουσιώδη». Τα υποκλαπέντα e-mails θεωρήθηκαν απλώς ως “επιμέρους αποδεικτικά υλικά της ήδη γνωστής παρακολούθησης”, και τα έγγραφα του Ισραήλ απορρίφθηκαν επειδή, κατά τον ίδιο, δεν ανέτρεπαν τον πυρήνα του προηγούμενου πορίσματος. Με αυτόν τον τρόπο, ο Μπακέλας μετέτρεψε την προηγούμενη συγκάλυψη σε ένα άτυπο «δεδικασμένο», σφραγίζοντας οριστικά τον τάφο του σκανδάλου.

H ταφόπλακα της Δημοκρατίας
Αν ενώσουμε όλα τα κομμάτια αυτού του σκοτεινού παζλ, η εικόνα που σχηματίζεται προκαλεί ανατριχίλα. Το κοινό σημείο αναφοράς των κυβερνήσεων του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, του Αλέξη Τσίπρα και, στην πιο ακραία του μορφή, του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι η συστηματική, κυνική εργαλειοποίηση της ανώτατης ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Και οι τρεις εφάρμοσαν το ίδιο ακριβώς θεσμικό μοτίβο: τη «βουτιά στην επετηρίδα» ως εργαλείο απόλυτου ελέγχου και τη μετατροπή της δικαστικής ιεραρχίας σε νομικό και επικοινωνιακό ανάχωμα –ένα «δεύτερο κυβερνητικό γραφείο τύπου»– με αποκλειστικό σκοπό την προστασία της εκτελεστικής εξουσίας και την εξουδετέρωση των αντιπάλων τους.
Τι είναι, όμως, αυτό που ενώνει τρεις πρωθυπουργούς; Δεν είναι τίποτα άλλο από τη λατρεία για τον έλεγχο, την εξουσία και την πάση θυσία παραμονή στην καρέκλα του αφεντικού. Αυτή είναι η θλιβερή ουσία: καμία ουσιαστική πολιτική δεν παρήχθη από αυτές τις κυβερνήσεις προκειμένου να διευκολυνθεί η ζωή των πολιτών ή να διαφυλαχθεί η ανεξαρτησία των πυλώνων του πολιτεύματος. Αντίθετα, νοιάστηκαν αποκλειστικά και μόνο για την «πάρτη» τους.
Ειδικά, όμως, στην περίπτωση του σημερινού Πρωθυπουργού, δεν μιλάμε απλώς για πολιτική ιδιοτέλεια. Μιλάμε για την απόλυτη υποταγή του Κράτους Δικαίου στην κομματική σκοπιμότητα. Όταν το Μέγαρο Μαξίμου κατασκευάζει φωτογραφικούς νόμους, για να διατηρήσει στις θέσεις τους τούς βολικούς εισαγγελείς, όταν μαγειρεύει ψηφοφορίες στη Βουλή για να διορίσει επικεφαλής του Αρείου Πάγου τον άνθρωπο που υπέγραφε τις ίδιες τις παρακολουθήσεις, αποδεικνύει ότι αντιλαμβάνεται το κράτος όχι ως ανεξάρτητο θεσμό, αλλά ως το προσωπικό του λάφυρο.
Πρόκειται για το απόγειο του κυνισμού και την «εξαγορά» μιας ιδιότυπης ποινικής ασυλίας. Η κυβέρνηση εκπέμπει ωμά το πιο επικίνδυνο μήνυμα που μπορεί να ακουστεί σε μια κοινωνία: ότι οι κανόνες του δικαίου ισχύουν και εξαντλούνται μόνο για τους απλούς πολίτες, ενώ οι «άριστοι» της εξουσίας μπορούν να ράβουν και να ξηλώνουν τους νόμους στα μέτρα τους για να μην λογοδοτήσουν ποτέ. Οι δημοκρατικές δικλείδες ασφαλείας δεν είναι πλέον τα θεμέλια του πολιτεύματος, αλλά ενοχλητικά εμπόδια που πρέπει να παρακαμφθούν με κάθε κόστος.
Αυτό που ζούμε από το 2015 και εντεύθεν δεν είναι Δημοκρατία. Ούτε πρόκειται να είναι ποτέ, όσο η Δικαιοσύνη λειτουργεί ως πλυντήριο των ανομημάτων της εκτελεστικής εξουσίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν απέφυγε απλώς να δώσει εξηγήσεις για το μεγαλύτερο σκάνδαλο παρακρατικής λειτουργίας στη νεότερη ιστορία, αλλά για να σώσει τον εαυτό του, κατακρεούργησε τους ίδιους τους θεσμούς. Υποτίμησε με απύθμενο θράσος τη νοημοσύνη ενός ολόκληρου λαού. Αυτή η ασύλληπτη Ύβρις, όμως, δεν παραγράφεται με καμία εισαγγελική διάταξη. Θα τον ακολουθεί για πάντα ως η πιο σκοτεινή, καθεστωτική και ανεξίτηλη κηλίδα της πολιτικής του διαδρομής.
(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος αρθρογράφος