Στη Θεσσαλονίκη ο σπουδαίος Έλληνας σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς

Ο Κώστας Γαβράς, ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες σκηνοθέτες όλων των εποχών, έρχεται στη Θεσσαλονίκη, προσκεκλημένος του κεντρικού δήμου, για μια σειρά εκδηλώσεων προς τιμήν του. Ακόμη, θα παρουσιάσει το θρυλικό «Ζ» το πρωί της Κυριακής 15 Φεβρουαρίου, στις 11:30΄, σε μια δωρεάν προβολή για το κοινό της πόλης, στο Ολύμπιον.

Σήμερα Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου, στις 12:00΄, θα πραγματοποιηθεί τελετή  χωροθέτησης του «Δείκτη Μνήμης» – Σημείο Ζ στη συμβολή των οδών Ελ. Βενιζέλου και Ερμού, πλησίον του μνημείου Γρηγόρη Λαμπράκη. Το απόγευμα, στις 19:00΄, θα δώσει το «παρών» σε ανοιχτή εκδήλωση, στην αίθουσα Συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης.

Την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου στις 19:00΄, ο δήμαρχος Νεάπολης Συκεών Σίμος Δανιηλίδης και το δημοτικό συμβούλιο θα υποδεχθούν τον Κώστα Γαβρά στον πολιτιστικό χώρο τού πρώην εργοστασίου Κωνσταντινίδη ΗΛΙΟΣ, σε εκδήλωση της μετονομασίας του, σε Πολυχώρο Πολιτισμού «Ζ».

Το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου, στις 19:30΄ η δήμαρχος Χρύσα Αράπογλου και το δημοτικό συμβούλιο του δήμου Καλαμαριάς θα υποδεχθούν τον Κώστα Γαβρά στο Remezzo, σε μια συνάντηση- συζήτηση του σκηνοθέτη με νεολαίους των πολιτιστικών σχημάτων και φορέων πολιτισμού του δήμου Καλαμαριάς.

 

test7

Ο διάσημος Έλληνας σκηνοθέτης που ζει στο Παρίσι, όπως είναι γνωστό, συνδέεται με τη Θεσσαλονίκη, καθώς το «Ζ», βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού, αναφέρεται στη δολοφονία του ειρηνιστή βουλευτή της ΕΔΑ, Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Μάιο του 1963, από το παρακράτος, και στην επακόλουθη αναζήτηση των ενόχων από τον ανακριτή Χρήστο Σαρτζετάκη, μετέπειτα πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Οι εκδηλώσεις πραγματοποιούνται σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το Μουσείο Μίκη Θεοδωράκη Ζάτουνας.

Ζ (ή και Ζει) είναι ο τίτλος ταινίας του Κώστα Γαβρά, παραγωγής 1969, με θέμα τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, και την αναζήτηση των ενόχων από τον ανακριτή Χρήστο Σαρτζετάκη, μετέπειτα Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το σενάριο, διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος που έγραψε το 1966 ο Βασίλης Βασιλικός, έγραψε ο Ισπανός συγγραφέας Χόρχε Σεμπρούν, ο οποίος αργότερα έγινε υπουργός Πολιτισμού της Ισπανίας. Πρόθεση των δημιουργών ήταν το «Ζ» του τίτλου να προφέρεται «Ζει» και όχι «Ζήτα», καθώς ήθελαν να εκφράζει ηχητικά το ρήμα που ακουγόταν στις διαδηλώσεις που έγιναν όταν σκοτώθηκε ο βουλευτής – «Λαμπράκη ζεις, εσύ μας οδηγείς» και «Ζει, Ζει, Ζει».

Ο αδελφός του Κώστα Γαβρά είχε υπηρετήσει στον στρατό μαζί με τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό με τον οποίο παρέμειναν φίλοι. Όταν διάβασε το «Ζ» του Βασιλικού για την υπόθεση Λαμπράκη, το πρότεινε αμέσως στον αδελφό του. Εκείνος το είδε θετικά, αλλά δεν βιάστηκε να το υλοποιήσει. Εντούτοις,  όταν έγινε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών τον Απρίλη του 1967, ο Γαβράς αποφάσισε αμέσως να κάνει την ταινία.

Εξώφυλλο της α΄ έκδοσης, 1966

Η ταινία είναι γαλλόφωνη, ενώ τα γυρίσματα έγιναν στην Αλγερία (η τότε σοσιαλιστική αλγερινή κυβέρνηση βοήθησε πρόθυμα με τα γυρίσματα) και πρωταγωνιστούν κυρίως Γάλλοι ηθοποιοί, με ορισμένες εξαιρέσεις, όπως η Ελληνίδα Ειρήνη Παππά, στον ρόλο της χήρας του αριστερού βουλευτή, ενώ κύριες μορφές είναι ο Ιβ Μοντάν στον ρόλο του Λαμπράκη, ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν στον ρόλο του Σαρτζετάκη, και ο Ζακ Περέν ως φωτορεπόρτερ. Η μουσική της ταινίας ανήκει στον Μίκη Θεοδωράκη.

«Η συμμετοχή μου στη ταινία Κώστα Γαβρά “Ζ”  είχε μια ιδιομορφία, γιατί τον καιρό εκείνο ήμουν εξόριστος στη Ζατούνα. Το σενάριο δεν μπόρεσε να φτάσει ποτέ στα χέρια μου παρά τις προσπάθειες του Γαβρά. Επομένως, η επιλογή της μουσικής πρέπει να έγινε από τον Κώστα Γαβρά και τον Γάλλο υπεύθυνο για τη μουσική της ταινίας. Νομίζω πως βασικό κριτήριο στην επιλογή τους θα έπαιξε το γεγονός ότι τα έργα μου Ένας Όμηρος και Mauthausen, από τα οποία άντλησαν τα κύρια θέματα της ταινίας, ήσαν πολύ συγγενικά προς την ιστορία τού “Z”. Άλλωστε το Γελαστό παιδί (κύριο μουσικό θέμα της ταινίας), ο ελληνικός λαός το είχε απολύτως συνδέσει με τον Γρηγόρη Λαμπράκη μετά τον θάνατό του. Νομίζω ότι η επιλογή ήταν σωστή, όπως επίσης και η ενορχήστρωση υπήρξε πολύ καλή. Δεν μπορώ εκ των υστέρων να φανταστώ ότι θα έγραφα καλύτερη μουσική… Πάντως, κι αυτό κάνεις δεν μπορεί να το ξέρει», είχε δηλώσει ο Μίκης Θεοδωράκης το 2002.

Η ταινία δεν αναφέρει ότι αφορά την Ελλάδα, αλλά αυτό διαφαίνεται από διάφορα ελληνικά στοιχεία. Αρχίζει με έναν εμπαθή στρατηγό της χωροφυλακής που εκπροσωπεί τη δεξιά κυβέρνηση να βγάζει λογύδριο για την απόφαση των αρχών να πατάξουν τους κομμουνιστές, και μετά δείχνει έναν ειρηνιστή επιστήμονα και βουλευτή, τον Ιβ Μοντάν, να προετοιμάζει μια εκδήλωση της αντιπολίτευσης, στην οποία ο ίδιος θα μιλούσε για πυρηνικό αφοπλισμό. Η οργάνωση της εκδήλωσης αυτής σκοντάφτει σε μια σειρά από εμπόδια. Τελικά διοργανώνεται, και ο ειρηνιστής βουλευτής κάνει την ομιλία του, αλλά λίγες ώρες αργότερα υποκύπτει στα χτυπήματα που δέχεται από παρακρατικούς έξω από τον χώρο της εκδήλωσης.

Στην ταινία η επίθεση γίνεται μπροστά στα μάτια της αστυνομίας, που δεν επεμβαίνει για να συλλάβει τους δράστες, και αυτοί απομακρύνονται με το αυτοκίνητό τους, αφού ο ένας από αυτούς χτυπήσει τον βουλευτή στο κεφάλι με έναν λοστό. Οι αρχές πιέζουν τους μάρτυρες να καταθέσουν ότι επρόκειτο για τροχαίο και ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν μεθυσμένος. Διενεργείται όμως ιατροδικαστική αυτοψία και πιστοποιείται ότι ο θάνατος δεν προκλήθηκε από τροχαίο. Ο ανακριτής που εξετάζει την υπόθεση (Ζαν-Λουί Τρεντινιάν) με τη βοήθεια ενός φωτορεπόρτερ (Ζακ Περέν) αποκαλύπτουν ότι ο φόνος διαπράχθηκε από δύο άνδρες, και βρίσκουν στοιχεία που ενοχοποιούν και τέσσερα στελέχη της χωροφυλακής. Εντούτοις, η κυβέρνηση προσπαθεί να συγκαλύψει την υπόθεση, παίρνει τον φάκελο από τον ανακριτή, που έδειχνε αποφασισμένος να χαρακτηρίσει τον θάνατο του βουλευτή δολοφονία, και οι αυτόπτες μάρτυρες εξαφανίζονται ή σκοτώνονται κάτω από αδιευκρίνιστες και ύποπτες συνθήκες. Οι υπαίτιοι καταδικάζονται σε σχετικά ελαφρές για το έγκλημά τους ποινές. Οι αξιωματικοί της χωροφυλακής δέχονται κυρίως διοικητικές ποινές, οι στενοί συνεργάτες του Γρηγόρη Λαμπράκη απελαύνονται ή πεθαίνουν και ο φωτορεπόρτερ φυλακίζεται με την κατηγορία ότι έδωσε στη δημοσιότητα απόρρητα στοιχεία.

Προτού αρχίσουν να πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, ο Γαβράς δείχνει μια λίστα από όσα απαγορεύει η χούντα που επιβλήθηκε στην Ελλάδα λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Λαμπράκη. Ανάμεσα σε αυτά είναι τα ειρηνευτικά κινήματα, οι απεργίες, η συγκρότηση εργατικών σωματείων, τα μακριά μαλλιά στους άνδρες, η μουσική των Beatles, ο Λέων Τολστόι, ο Ιονέσκο, ο Ζαν Πολ Σαρτρ, η ελευθεροτυπία, αλλά και το γράμμα «Ζήτα» που θυμίζει τον Λαμπράκη.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης (1912-1963) γεννήθηκε στην Κερασίτσα Αρκαδίας και ήταν το 14ο παιδί από τα συνολικά 18 που απέκτησαν οι γονείς του. Ο πατέρας του ήταν ξυλέμπορος και σήμερα το ξυλεμπορικό του έχει μετατραπεί σε πολιτιστικό χώρο, ενώ αδελφός του ήταν ο Θεόδωρος Λαμπράκης, γιατρός και βουλευτής με την Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου (ΕΠΕΚ).

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύτηκε στη Γυναικολογία. Υπήρξε αθλητής στο Άλμα εις Μήκος με πολλές πανελλήνιες και βαλκανικές νίκες. Στη διάρκεια της Κατοχής διοργάνωνε με άλλους συναθλητές του αγώνες, διαθέτοντας τα έσοδα σε λαϊκά συσσίτια. Το 1950 κατέλαβε τη θέση του υφηγητή Μαιευτικής – Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Απέκτησε τρεις γιους, τον Γιώργο, τον Θοδωρή και τον Γρηγόρη.

Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1961 ο Λαμπράκης εξελέγη βουλευτής Πειραιά ως ανεξάρτητος υποψήφιος, συνεργαζόμενος με την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της «Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη». Στις 21 Απριλίου 1963, αψηφώντας σχετική απαγόρευση της αστυνομίας, πραγματοποίησε την 1η Μαραθώνια πορεία Ειρήνης. Βάδισε το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μόνος του, εν μέσω απειλών, πριν τελικά συλληφθεί και κρατηθεί για μερικές ώρες.

Αμέσως μετά, μετέβη στο Λονδίνο για να συμπαρασταθεί στους Έλληνες, Κύπριους και Άγγλους διαδηλωτές που ζητούσαν την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και η Βρετανίδα σύζυγος του Αντώνη Αμπατιέλου, Μπέτυ Μπάρτλετ-Αμπατιέλου. Στόχος των διαδηλωτών ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία βρισκόταν στην αγγλική πρωτεύουσα προκειμένου να παραστεί σε βασιλικούς γάμους. Η σύζυγος του Αμπατιέλου ζήτησε ακρόαση από τη Φρειδερίκη, η οποία την αρνήθηκε παρά τις πιέσεις του Λαμπράκη. Σχεδόν ένα μήνα μετά, στις 22 Μαΐου, καθώς ο Γρηγόρης Λαμπράκης εξερχόταν από συγκέντρωση για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό στη Θεσσαλονίκη, δέχτηκε δολοφονική επίθεση από παρακρατικούς. Τραυματίστηκε βαριά και υπέκυψε στα τραύματά του λίγες ημέρες μετά.

Η δολοφονία

Το βράδυ της 22ας Μαΐου 1963 ο Λαμπράκης μίλησε σε εκδήλωση που διοργάνωσε στη Θεσσαλονίκη η «Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη». Πριν ακόμα η εκδήλωση ξεκινήσει, πλήθος παρακρατικών και αστυνομικών με πολιτικά είχαν καταλάβει τα γειτονικά πεζοδρόμια, κραυγάζοντας συνθήματα και προπηλακίζοντας όσους προσέρχονταν στην αίθουσα για να πάρουν μέρος σε αυτήν. Άλλοι αστυνομικοί, ένστολοι, αν και παρόντες σε μεγάλο αριθμό δεν λάμβαναν κανένα μέτρο για την απώθηση των παρακρατικών, παρά τις διαμαρτυρίες των οργανωτών και του ίδιου του Λαμπράκη, ενός μέλους δηλαδή του ελληνικού Κοινοβουλίου. Μάλιστα, ένας παρακρατικός κατόρθωσε να χτυπήσει τον Λαμπράκη στο κεφάλι με ρόπαλο κατά την είσοδό του στην αίθουσα της εκδήλωσης, τραυματίζοντάς τον ελαφρά. Αντίθετα, τραυματίστηκε σοβαρά από τους ανεξέλεγκτους διαδηλωτές ο έτερος παρών αριστερός βουλευτής, Γιώργος Τσαρουχάς.

Με την ολοκλήρωση της εκδήλωσης, ο Λαμπράκης εγκατέλειψε την αίθουσα με πρόθεση να κατευθυνθεί σε κοντινό ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει. Στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Ελ. Βενιζέλου, και παρά το γεγονός ότι η αστυνομία είχε αποκλείσει όλους τους δρόμους, ένα τρίκυκλο εμφανίστηκε από το πουθενά, πλησίασε τον Λαμπράκη με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τον έριξε στο έδαφος. Κανένας αστυνομικός δεν κινήθηκε για να εμποδίσει το τρίκυκλο πριν από το χτύπημα, να συλλάβει τον οδηγό του μετά, ή ακόμα και να βοηθήσει τον αιμόφυρτο Λαμπράκη. Όπως αποδείχτηκε, το θύμα είχε δεχτεί ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι από μεταλλικό αντικείμενο.

Το πιθανότερο είναι ότι οι δράστες της επίθεσης θα είχαν διαφύγει ανενόχλητοι, αν ένας παριστάμενος Θεσσαλονικιός, ο Μανόλης Χατζηαποστόλου (με το παρατσούκλι «Τίγρης») δεν είχε πηδήσει αστραπιαία στην καρότσα του τρίκυκλου. Για ένα περίπου χιλιόμετρο το τρίκυκλο έτρεχε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης χωρίς κανέναν αστυνομικό ή άλλο όχημα να το καταδιώκει. Ο Χατζηαποστόλου εξουδετέρωσε μετά από σκληρή πάλη τον μοναδικό επιβάτη της καρότσας, Μανώλη Εμμανουηλίδη (ήταν αυτός που είχε καταφέρει το θανατηφόρο χτύπημα στον Λαμπράκη) και κατόπιν υποχρέωσε τον οδηγό Σπύρο Γκοτζαμάνη να σταματήσει. Ακολούθησε νέα πάλη, αυτήν τη φορά ανάμεσα στον Χατζηαποστόλου και τον Γκοτζαμάνη, έως ότου εμφανίστηκε ένας απλός τροχονόμος, ο οποίος, μη γνωρίζοντας όσα είχαν προηγηθεί, συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη κατόπιν υποδείξεων των περαστικών. Ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ σε κωματώδη κατάσταση, από την οποία δεν συνήλθε ποτέ, αφήνοντας την τελευταία του πνοή τέσσερις ημέρες μετά.

Η σορός του Λαμπράκη μεταφέρθηκε στην Αθήνα, στον ναό του Αγίου Ελευθερίου και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, ενώ η νεκρώσιμη ακολουθία έλαβε χώρα στη Μητρόπολη. Την κηδεία του παρακολούθησαν όλοι οι αρχηγοί και οι βουλευτές των κομμάτων της αντιπολίτευσης και δεκάδες χιλιάδες λαού.

Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε η «Νεολαία Λαμπράκη», της οποίας πρώτος πρόεδρος εκλέχτηκε ο Μίκης Θεοδωράκης ενώ, μετά την εκλογική του ήττα, ο Κ. Καραμανλής αποχώρησε από την ενεργό πολιτική δράση αλλά και από τη χώρα, με προορισμό την Ελβετία, αρχικά, για να εγκατασταθεί τελικά στο Παρίσι, αφού προηγουμένως οι σχέσεις του με το παλάτι είχαν διαρραγεί οριστικά.

 

 

Οκτώβριος 1955, ο Κώστας Γαβράς φτάνει στο Παρίσι, μόνος και με ελάχιστα χρήματα αλλά γεμάτος ελπίδες και όνειρα, έστω και απροσδιόριστα. «Το να ανακαλύψεις, να μάθεις, ήταν το όνειρο μέσα στο όνειρο», γράφει. Στην Ελλάδα, λόγω των πολιτικών φρονημάτων του πατέρα του, ήταν απαγορευμένο να σπουδάσει.

Στα 65 χρόνια που ακολούθησαν ο Γαβράς γύρισε περισσότερες από 20 ταινίες, συνεργάστηκε με σημαντικούς συγγραφείς, σεναριογράφους, ηθοποιούς, μουσικούς, φωτογράφους και τεχνικούς του κινηματογράφου, γνώρισε και συνομίλησε με τους σπουδαιότερους πολιτικούς της εποχής του. Σκηνοθέτης και σεναριογράφος, με τολμηρό πολιτικό λόγο και παγκόσμια αναγνώριση, τιμήθηκε με τα μεγαλύτερα βραβεία κινηματογράφου: Όσκαρ, Χρυσό Φοίνικα Φεστιβάλ Καννών, Χρυσή Άρκτο Φεστιβάλ Βερολίνου, Μεγάλο Βραβείο Ακαδημίας Γαλλικού Κινηματογράφου, Βραβεία στα Φεστιβάλ Μόσχας και Τορόντο, Βραβεία Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Σεζάρ, Λυμιέρ κ.ά.

Στην Αυτοβιογραφία του Γαβρά, ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί απλώς το άκρως ενδιαφέρον και συχνά περιπετειώδες παρασκήνιο των ταινιών του, αλλά και την οδυσσειακή πορεία ενός ανθρώπου που ξεκίνησε από κάποια ελληνική φτωχογειτονιά για να διανύσει έναν ανηφορικό αλλά λαμπρό δημιουργικό δρόμο.

Διαβάστε επίσης

Χρησιμοποιούμε cookies για λόγους στατιστικών & επισκεψιμότητας Συμφωνώ Περισσότερα