Στοίχημα δημοκρατίας οι σουηδικές εκλογές

Ποιο θα είναι το πολιτικό τοπίο στη Σουηδία μετά τις βουλευτικές εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου;

Σύμφωνα με τον πολιτικό αναλυτή Ουλφ Μπέρελντ, «είναι δύσκολο να καταλήξουμε στο πιο πιθανό σενάριο» καθώς κανένα κόμμα δεν φαίνεται να κερδίζει την πλειοψηφία των ψήφων, με την ακροδεξιά να εμφανίζεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο.

«Καλύτερα πρέπει να αναζητήσουμε τα λιγότερα απίθανα σενάρια», εκτίμησε.

Όπως και να εξελιχθούν τα πράγματα η επόμενη κυβέρνηση της Σουηδίας θα είναι μειοψηφίας και ο κίνδυνος των πρόωρων εκλογών εκτιμάται αυξημένος καθώς κάποιοι οικονομολόγοι και πολιτικοί ηγέτες φοβούνται ανάσχεση της οικονομικής ανάπτυξης.

Στάτους κβο

Μια κυβέρνηση υπό τον Σοσιαλδημοκράτη Στέφαν Λεβέν, αν και αποδυναμωμένη και χωρίς πλειοψηφία, είναι η έκβαση που θεωρούν πιο πιθανή οι αναλυτές.

Ο «κόκκινος- πράσινος» συνασπισμός, με τη συμμετοχή των Σοσιαλδημοκρατών και των Οικολόγων και τη στήριξη στο κοινοβούλιο του Αριστερού Κόμματος (πρώην κομμουνιστές) έρχεται πρώτος στις δημοσκοπήσεις.

Στη διάρκεια της νέας του θητείας ο Λεβέν μπορεί να ελπίζει να πάρει με το μέρος του κάποιους κεντρώους ή και φιλελεύθερους βουλευτές σε θέματα που έχουν σχέση με τη μετανάστευση, την ενσωμάτων, την ισότητα των δύο φύλων.

Οι Σουηδοί Δημοκράτες (SD), το ακροδεξιό κόμμα, θα αναμένουν για να ρίξουν την κυβέρνηση με την πρώτη ευκαιρία, για παράδειγμα την ψηφοφορία για τον προϋπολογισμό.

«Αστική» εναλλαγή

Ο επικεφαλής των συντηρητικών Ουλφ Κρίστερσον είναι έτοιμος να προτείνει μια εναλλακτική. Παρά τις διαφωνίες τους στο θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής τα κόμματα της Ένωσης (συντηρητικοί, κεντρώοι, φιλελεύθεροι και χριστιανοδημοκράτες), που ήταν στην εξουσία από το 2006 ως το 2014, έχουν συμφωνήσει να συγκυβερνήσουν.

Αυτό όμως δεν θα είναι εύκολο: χρειάζονται τις ψήφους της ακροδεξιάς για να κερδίσουν την πλειοψηφία και για αυτό θα αναγκαστούν να κάνουν υποχωρήσεις, κάτι που μέχρι στιγμής τα τέσσερα κόμματα αρνούνται.

Άγνωστο μένει το ποσοστό που θα συγκεντρώσουν οι χριστιανοδημοκράτες, που εδώ και καιρό σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις δεν ξεπερνούν το όριο του 4% που είναι απαραίτητο για να εισέλθουν στο κοινοβούλιο. Στο τέλος της προεκλογικής εκστρατείας φαίνεται να καταφέρνουν να διατηρηθούν στη βουλή.

Συμφωνία των κέντρων

Σε περίπτωση αποτυχίας των δύο προηγούμενων σεναρίων, οι Σοσιαλδημοκράτες ίσως επιλέξουν το άνοιγμα καλώντας τους φιλελεύθερους και τους κεντρώους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο απερχόμενος πρωθυπουργός Λεβέν, αν και δηλώνει ότι επιθυμεί να συνεχίσει τη συμμαχία του με τους Οικολόγους, αρνείται να αποκλείσει τις άλλες εναλλακτικές. Ωστόσο θα χρειαστεί να ξεπεράσει σημαντικές διαφωνίες, περιλαμβανομένου για τον προϋπολογισμό.

Αυτή η ενδεχόμενη συμμαχία θα σημάνει το τέλος της «αστικής» Ένωσης.

Τέταρτη οδός;

Από το ποσοστό της ακροδεξιάς θα εξαρτηθεί πολύ η ικανότητα της δεξιάς να προτείνει μια εναλλακτική: κάποιες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν πρώτους τους Σουηδούς Δημοκράτες (SD) και αναλυτές επισημαίνουν ότι συχνά η ψήφος στην ακροδεξιά υποεκτιμάται. Δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο το SD να είναι πρώτο κόμμα.

Ακόμη κι έτσι θα είναι απομονωμένο, χωρίς καμία δυνατότητα να σχηματίσουν κυβέρνηση. Ο ίδιος ο επικεφαλής του SD Τζιμί Οκεσόν πιστεύει ότι το κόμμα του θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση και προκρίνει τη συμμαχία με τους συντηρητικούς.

Όσα θα θέλατε να γνωρίζετε για την Σουηδία

Φτωχή χώρα από την οποία χιλιάδες άνθρωποι μετανάστευσαν στα τέλη του 19ου αιώνα, η Σουηδία μετατράπηκε τον 20 ό αιώνα σε χώρα υποδοχής οικονομικών μεταναστών, αντιφρονούντων και διωκόμενων.

Από χώρα αποδήμων σε χώρα υποδοχής μεταναστών

Περίπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι μετανάστευσαν από τη Σουηδία μεταξύ του 1850 και του 1920 για να γλιτώσουν από τον λιμό και τις άθλιες συνθήκες ζωής, κατευθυνόμενοι κυρίως στη Βόρεια Αμερική.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Σουηδία εισάγει εργατικό δυναμικό για τις βιομηχανίες της: Φινλανδοί, Ιταλοί, Έλληνες, Ισπανοί, Γιουγκοσλάβοι εγκαθίστανται τα χρυσά χρόνια (1950-1980) στη χώρα για να εργαστούν στα ορυχεία, τη χαλυβουργία και την υφαντουργία.

«Εβραϊκό» διαβατήριο το 1938

Μπροστά στην εισροή Εβραίων από την Αυστρία και στη συνέχεια από τη Γερμανία το 1938, οι σουηδικές αρχές σκληραίνουν τους όρους υποδοχής του, ενώ παράλληλα διευκολύνουν την είσοδο στη χώρα ανθρώπων που θεωρούνται «άριοι».

Το φθινόπωρο του 1938 το σουηδικό υπουργείο Εξωτερικών ζήτησε από το Βερολίνο να διασφαλίσει ότι θα υπάρχει ειδική σήμανση στα εβραϊκά διαβατήρια. Κι έτσι στις 5 Οκτωβρίου η Γερμανία αποφάσισε ότι όλα διαβατήρια των Εβραίων θα φέρουν μια μεγάλη, κόκκινη σφραγίδα με το γράμμα “J”.

Στις αρχές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου η Σουηδία δέχθηκε 3.000 Εβραίους πρόσφυγες από τους συνολικά 300.000 που εγκατέλειψαν τη Γερμανία από το 1933 και μετά.

Γέννηση μιας «ανθρωπιστικής υπερδύναμης»

Μετά τον Β’ παγκόσμιο Πόλεμο και η Σουηδία ανακαλύπτει τους ήρωές της.

Ο Ράουλ Βάλενμπεργκ, ένας διπλωμάτης στη Βουδαπέστη, έσωσε χιλιάδες Εβραίους προτού συλληφθεί από τους Σοβιετικούς. Πέθανε υπό κράτηση στη Μόσχα στα τέλη της δεκαετίας του 1940.

Επισήμως η Σουηδία ήταν ουδέτερη την περίοδο 1939-1945 και έκτοτε αναλαμβάνει να διαδραματίσει έναν ρόλο μεσολαβητή σε ανθρωπιστικές κρίσεις.

Καταφύγιο για τους κατατρεγμένους

Η Σουηδία γίνεται χώρα υποδοχής για τους κατατρεγμένους, για ανθρώπους που φεύγουν για να γλιτώσουν από τα αποικιοκρατικά καθεστώτα στην Ασία, από δικτατορίες στη Λατινική Αμερική, αλλά και για χριστιανούς από τη Μέση Ανατολή.

Ο Σοσιαλδημοκράτης Ούλοφ Πάλμε, πρωθυπουργός της Σουηδίας τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, αναδείχθηκε ήρωας των μαχών για την ανεξαρτησία από το Βιετνάμ ως τη Νότια Αφρική, από την Καμπότζη ως τα παλαιστινιακά εδάφη.

Τις δεκαετίες 1970 και 1980 η Σουηδία δέχεται Ιρανούς, Χιλιανούς, Λιβανέζους, Πολωνούς και Κούρδους. Η μετανάστευση είναι μαζική, όμως η χώρα παραμένει φιλόξενη. Η συζήτηση για την υποδοχή των μεταναστών φαίνεται να αρχίζει με την κατάρρευση της πρώην Γιουγκοσλαβίας που οδήγησε περίπου 125.000 ανθρώπους να αναζητήσουν καταφύγιο στη Σουηδία από το 1991 ως το 1995.

Η στροφή του 2015

Τον Αύγουστο του 2014 ο συντηρητικός πρωθυπουργός Φρέντρικ Ράινφελντ ζήτησε από τους Σουηδούς «να ανοίξουν την καρδιά τους» για να δεχθούν τους αιτούντες άσυλο από τη Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Τον Σεπτέμβριο του 2015 ο Σοσιαλδημοκράτης διάδοχός του Στέφαν Λεβέν συνεχίζει την ίδια πολιτική. «Η δική μου Ευρώπη δεν εγείρει τείνει, τείνουμε το χέρι, όταν το απαιτεί η περίσταση», είχε τονίσει.

Εκείνη τη χρονιά φτάνουν στη Σουηδία 160.000 αιτούντες άσυλο.

Από το 2012 ως το 2017 η σουηδική υπηρεσία έχει καταγράψει σχεδόν 400.000 αιτήσεις για την παροχή ασύλου, το ένα τρίτο εκ των οποίων έχουν καταθέσει Σύροι. Περισσότερες από 226.000 έχουν γίνει δεκτές.

Το 2017 η Σουηδία μετρούσε 1,9 εκατομμύρια ανθρώπους που είχαν γεννηθεί στο εξωτερικό, δηλαδή το 18,5% του πληθυσμού της.

Διαβάστε επίσης