Συνέδριο Ν.Δ.: Ρεσιταλ ναρκισσισμού, πολιτικής κοροϊδίας και άρνησης της πραγματικότητας

Σχεδόν μηδενική αυτοκριτική, παντελής απουσία πολιτικής ενσυναίσθησης και συνειδητή «εξαφάνιση» Καραμανλή και Σαμαρά από το συλλογικό κάδρο της παράταξης είναι τα βασικά συμπεράσματα του 16ου συνεδρίου της μητσοτακικής Νέας Δημοκρατίας

Πάει κι αυτό! Το 16ο τακτικό Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας πέρασε στην κομματική ιστορία κι αν υπάρχει σήμερα μια κυρίαρχη αίσθηση αποτίμησης του τι είδαμε κι ακούσαμε το προηγούμενο τριήμερο στο Metropolitan Expo, αυτή είναι ότι η διαδικασία λειτούργησε περισσότερο ως τελετουργία αυτοεπιβεβαίωσης της μητσοτακικής ηγεσίας παρά ως κιβωτός πολιτικής αυτογνωσίας και ως πεδίο πολιτικής αναμέτρησης με την πραγματικότητα.

Αυτό, τουλάχιστον, δείχνουν τα χειροκροτήματα, τα βίντεο, οι σκηνοθετημένες εικόνες ενότητας, οι επαναλαμβανόμενες θριαμβολογίες του Κυριάκου Μητσοτάκη, καθώς και η στοχοπροσήλωση στο να κερδηθεί ακόμη μία τετραετία εξουσίας.

Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε στο επίκεντρο της παρουσίας του πρωτίστως τον… Κυριάκο Μητσοτάκη. Το πολιτικό αφήγημα δεν δομήθηκε γύρω από μια συλλογική διαδρομή της παράταξης ή μια βαθύτερη ανάγνωση των κοινωνικών μεταβολών. Δομήθηκε γύρω από την προσωπική εικόνα του ηγέτη-Μωυσή που σηκώνει το τηλέφωνο στις τρεις τα ξημερώματα, που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στο 2030, διαθέτοντας(;) την απαιτούμενη(;) αξιοπιστία(;).

Ίσως η πιο χαρακτηριστική στιγμή της πρωθυπουργικής αυταρέσκειας ήταν η φράση του Μητσοτάκη ότι «την Ιστορία τη γράφουν οι παρόντες». Μια αποστροφή που επιχείρησε να απαντήσει στους απόντες Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, που ο ίδιος είχε φροντίσει να εξαφανίσει από το συλλογικό κομματικό κάδρο μιας και οι δύο πρώην αρχηγοί της παράταξης και διατελέσαντες πρωθυπουργοί δεν εμφανίστηκαν ούτε στο αφιερωματικό βίντεο που συνόδευσε την έναρξη τους συνεδρίου.

Το δεύτερο στοιχείο που χαρακτήρισε το συνέδριο ήταν η κινδυνολογία καθώς η διεκδίκηση μιας τρίτης τετραετίας παρουσιάστηκε πρωτίστως ως αναγκαιότητα αποτροπής καταστροφής –ο Κυριάκος προειδοποίησε ότι η χώρα δεν πρέπει να «ρισκάρει να γυρίσει τρεις τετραετίες πίσω»– και δευτερευόντως του (δήθεν) επιτυχημένου κυβερνητικού έργου που οι πολίτες θα επιθυμούσαν υπό νορμάλ συνθήκες (αν υφίστατο δηλαδή επιτυχία) να συνεχιστεί.

Δεν χωράει αμφιβολία ότι η επίκληση του φόβου αποτελεί ξεκάθαρο σημάδι πολιτικής ανασφάλειας που διακατέχει τους «Μεγαρίτες» της Ηρώδου Αττικού αντιλαμβανόμενοι ότι ακόμη και οι δημοσκόποι αδυνατούν να… φτιασιδώσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια που υπάρχει για τα πεπραγμένα της επιτελικής κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Υπήρξε, τέλος, και η στιγμή που αποκαλύφθηκε σε όλες του τις διαστάσεις το έλλειμμα πολιτικής ενσυναίσθησης. Ήταν η στιγμή που ο Κυριάκος Μητσοτάκης. είπε το αμίμητο «Λυπάμαι και θυμώνω με την ακρίβεια».

Η δήλωση έμοιαζε να απευθύνεται σε «πρωτάκια» του δημοτικού που δεν γνωρίζουν ότι ο πρωθυπουργός είναι ο επικεφαλής της κυβερνώσας Νέας Δημοκρατίας που διαχειρίζεται την οικονομική πολιτική εδώ και εφτά χρόνια.

Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν το κοροϊδευτικό βγάλσιμο της γλώσσας σε όλους εκείνους που βλέπουν την ακρίβεια στο ράφι, στη στέγαση και στη κάνουλα του βενζινάδικού να τους…  κλέβει το πορτοφόλι.

Το χειρότερο; Την «λύπη» και τον «θυμό» τον εξέφρασε –για το θεαθήναι– ο πολιτικός άνδρας που το 2011 ευχόταν να μην χρειαστεί ποτέ να ζήσει με €800 και που είναι πρωθυπουργός από το 2019, ψηφισμένος από τον λαό για να «μην λυπάται» για τα προβλήματα αλλά για να τα λύνει.

Φαίνεται ότι η κατανόηση των όσων συμβαίνουν έξω από τη γυάλα του Μαξίμου είναι δύσκολο σπορ που είτε δεν ξέρουν είτε δεν θέλουν να το παίξουν…

Διαβάστε επίσης

Χρησιμοποιούμε cookies για λόγους στατιστικών & επισκεψιμότητας Συμφωνώ Περισσότερα