
Συνέντευξη του Γιάννη Κεφαλογιάννη στην «Α»: «Στο ποδόσφαιρο, όπως και στην πολιτική, δεν αρκεί να έχεις της κατοχή, πρέπει να βάζεις και γκολ»
«Η ακρίβεια είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει όχι μόνο η ελληνική κυβέρνηση αλλά όλες σχεδόν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις»
Συνέντευξη στη Βασιλική Πολύζου
Μέχρι τα τέλη Ιουλίου, οι πυρκαγιές σε όλη τη χώρα αντιμετωπίζονται άμεσα, πριν πάρουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Σε όσους γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα γύρω από την Πολιτική Προστασία αποδίδουν τα εύσημα στον τέως υπουργό, Γιάννη Κεφαλογιάννη.
Τον Ρεθυμνιώτη πολιτικό που ανασχηματίστηκε όταν έφτασε στη Βουλή η δικογραφία με τους 11 βουλευτές της κυβερνώσας παράταξης. Έπειτα από τρεις μήνες και με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να θέσει στο αρχείο τη δική του υπόθεση, ο Γιάννης Κεφαλογιάννης αισθάνεται δικαιωμένος.
Αλλά δεν απαιτεί να επιστρέψει στο υπουργείο. Τον καλύπτουν τα θετικά σχόλια που γίνονται για τη δουλειά του στην προετοιμασία της αντιπυρικής περιόδου. Όπως, άλλωστε, λέει στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Α», το πραγματικό μέτρο της πολιτικής ευθύνης είναι να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον με συνέπεια και προσήλωση στο καθήκον.
Τι άλλαξε, κύριε Κεφαλογιάννη στην καθημερινότητά σας, έπειτα από την αρχειοθέτηση του φακέλου σας, για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ;
«Αυτό που άλλαξε είναι ότι έκλεισε ένας κύκλος αβεβαιότητας που, αναπόφευκτα, επιβαρύνει κάθε άνθρωπο όταν τίθεται υπό αμφισβήτηση η προσωπική και επαγγελματική του υπόληψη. Οι τρεις αυτοί μήνες δεν ήταν εύκολοι, ούτε για εμένα ούτε για την οικογένειά μου. Όταν υπηρετείς τη δημόσια ζωή, γνωρίζεις ότι η κριτική είναι μέρος της πολιτικής. Άλλο όμως η πολιτική κριτική και άλλο η προεξόφληση ενοχής πριν ακόμη ολοκληρωθεί η έρευνα. Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να θέσει την υπόθεση, ως προς το πρόσωπό μου, στο αρχείο, αφού δεν διαπίστωσε κανένα στοιχείο που να θεμελιώνει γνώση ή εμπλοκή μου σε οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, επιβεβαίωσε αυτό που έλεγα από την πρώτη ημέρα: ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί με στοιχεία, αποδείξεις και εφαρμογή του νόμου, όχι με εικασίες, δημοσιεύματα ή πολιτικές σκοπιμότητες. Αυτό είναι μια σημαντική υπενθύμιση για όλους μας, γιατί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι θεμέλιο της Δημοκρατίας.»
Υπάρχει περίπτωση να επιστρέψετε και στο Υπουργικό Συμβούλιο; Σάς ρωτώ διότι είχατε το χαρτοφυλάκιο της Κλιματικής Κρίσης και της Πολιτικής Προστασίας πριν από την αρχειοθετημένη, πλέον, δικογραφία…
«Αντιλαμβάνομαι την ηθική διάσταση του συλλογισμού σας, με την έννοια της αποκατάστασης μιας πολιτική “αδικίας”, αλλά δεν βλέπω τα πράγματα με αυτή τη λογική. Δεν θεωρώ ότι οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης συνδέονται με μια αυτόματη πολιτική ή κυβερνητική εξέλιξη. Οι κυβερνητικές επιλογές ανήκουν αποκλειστικά στον πρωθυπουργό, ο οποίος έχει τη συνολική ευθύνη της σύνθεσης και της λειτουργίας του Υπουργικού Συμβουλίου. Δεν είναι ούτε θεσμικά ορθό ούτε πολιτικά χρήσιμο να σχολιάζω υποθετικά σενάρια ή να συζητώ για αξιώματα. Αν στο μέλλον κρίνει ότι μπορώ να προσφέρω από οποιαδήποτε θέση, ασφαλώς θα ανταποκριθώ με το ίδιο αίσθημα ευθύνης. Μέχρι τότε, συνεχίζω να υπηρετώ το δημόσιο συμφέρον από τη θέση του Βουλευτή, με την ίδια συνέπεια και την ίδια προσήλωση στο καθήκον. Αυτό είναι για μένα το πραγματικό μέτρο της πολιτικής ευθύνης.».
Πώς διαμορφώνεται το ευρύτερο πολιτικό σκηνικό, έπειτα από την απαλλαγή 9 βουλευτών, αλλά και την παραπομπή τεσσάρων; Υπήρξαν έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, ενώ και στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας ακούστηκαν διάφορα για τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας…
«Νομίζω ότι αυτή η υπόθεση πρέπει να μας οδηγήσει σε έναν πιο ώριμο πολιτικό και θεσμικό προβληματισμό. Το γεγονός ότι, από τα δεκατρία πολιτικά πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της έρευνας, οι υποθέσεις των εννέα τέθηκαν τελικά στο αρχείο, δείχνει ότι όταν πρόκειται για υποθέσεις που αγγίζουν τον πυρήνα της πολιτικής ζωής απαιτείται ιδιαίτερη σοβαρότητα, ψυχραιμία και αίσθημα ευθύνης από όλους. Και όταν λέω από όλους, εννοώ το πολιτικό σύστημα, τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και τις δικαστικές αρχές. Η Δικαιοσύνη οφείλει να υπερβαίνει και όχι να τροφοδοτεί τον πολιτικό ανταγωνισμό.
Από εκεί και πέρα, οι τέσσερις συνάδελφοι που παραπέμπονται έχουν κάθε δικαίωμα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ενώπιον της Δικαιοσύνης. Και εμείς στη Νέα Δημοκρατία οφείλουμε να σταθούμε δίπλα τους και να υπερασπιστούμε το τεκμήριο της αθωότητας τους. Είναι μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του δυτικού νομικού και πολιτικού πολιτισμού, γιατί προστατεύει κάθε πολίτη από την αυθαιρεσία, την προκατάληψη και τη λογική της δημόσιας διαπόμπευσης. Αν εγκαταλείψουμε αυτή την αρχή όταν πρόκειται για πολιτικά πρόσωπα, τότε στην πραγματικότητα αποδυναμώνουμε μια θεμελιώδη εγγύηση που αφορά ολόκληρη την κοινωνία.».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέκρινε την κυβέρνηση με την Εθνική ομάδα της Ισπανίας. Εσείς βλέπετε ομοιότητες; Σάς ρωτώ διότι στις δημοσκοπήσεις δεν φαίνεται ότι σάς θεωρεί η κοινή γνώμη αποτελεσματικούς και κυριαρχικούς όπως ήταν οι Ισπανοί στο Παγκόσμιο Κύπελλο…
«Αν έπρεπε να σας απαντήσω ποδοσφαιρικά θα σας έλεγα ότι στη Νέα Δημοκρατία ξέρουμε να παίζουμε μπάλα. Ξέρουμε όμως και ότι δεν υπάρχουν πρωταθλητές χωρίς απαιτητικούς φιλάθλους. Και οι πολίτες σήμερα είναι, δικαιολογημένα, πολύ απαιτητικοί. Οι δημοσκοπήσεις είναι για εμάς μια διαρκής υπενθύμιση ότι η εμπιστοσύνη δεν κατακτάται μία φορά, αλλά ανανεώνεται καθημερινά.
Η κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί μεγάλες κρίσεις και να προωθήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Ταυτόχρονα, όμως, γνωρίζουμε ότι ζητήματα όπως η ακρίβεια και πολλά ζητήματα της καθημερινότητας εξακολουθούν να πιέζουν τους πολίτες. Εκεί πρέπει να κριθούμε. Στην πολιτική, όπως και στο ποδόσφαιρο δεν αρκεί να έχεις την κατοχή της μπάλας· πρέπει να βάζεις και γκολ.».
Στη συνεδρίαση που προανέφερα, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι αποσύρεται από τη Συνταγματική Αναθεώρηση η διάταξη για το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού, όπβς και τελικά έγινε. Εσείς είχατε διαφωνήσει εξ αρχής. Τι άλλαξε, λοιπόν, σε αυτή την περίπτωση;
«Η άποψή μου είναι ότι το Σύνταγμά μας έχει επιλέξει το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, όπου η κυβέρνηση αναδύεται μέσα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και παραμένει πολιτικά υπεύθυνη απέναντι στη Βουλή. Η δυνατότητα των βουλευτών να αναλαμβάνουν κυβερνητικές ευθύνες αποτελεί οργανικό στοιχείο αυτού του μοντέλου. Ένα γενικό ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας δεν θα ήταν μια απλή οργανωτική αλλαγή. Θα επηρέαζε τη θεσμική αρχιτεκτονική του πολιτεύματος. Θεωρώ ότι όλες αυτές οι θεσμικές επισημάνσεις θα συνεκτιμηθούν και ότι μέσα από αυτή τη στάθμιση θα προκύψει μια λύση που θα υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τη σταθερότητα και τη λειτουργικότητα του πολιτεύματος για τις επόμενα χρόνια.».
Ανεβαίνουν οι τόνοι και εναντίον του Αντώνη Σαμαρά; Τελικά, προβληματίζει τόσο πολύ την κυβέρνηση το νέο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού;
«Η Νέα Δημοκρατία συμπληρώνει πάνω από μισό αιώνα πολιτικής διαδρομής. Στην ιστορία της γνώρισε διαφωνίες, αποχωρήσεις, ακόμη και τη δημιουργία νέων κομμάτων από κορυφαία στελέχη της. Κι όμως, παρέμεινε η μεγάλη παράταξη της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς στην Ελλάδα. Αυτό συνέβη γιατί η δύναμή της δεν στηρίζεται σε πρόσωπα, αλλά στις αρχές της, στην κοινωνική της βάση και στην ικανότητά της να εκφράζει τις ανάγκες κάθε εποχής. Σε ό,τι με αφορά, δεν αντιμετωπίζω τη συγκυρία με όρους ανησυχίας, αλλά με την αυτοπεποίθηση που απορρέει από την ιστορική διαδρομή της παράταξής μας.».
Με την ακρίβεια, τι θα κάνετε, κύριε Κεφαλογιάννη; Το ρεπορτάζ δείχνει ότι οι αυξήσεις που δόθηκαν πρόσφατα, ήδη εξανεμίστηκαν από την τιμή των καυσίμων…
«Η ακρίβεια είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει όχι μόνο η ελληνική κυβέρνηση αλλά όλες σχεδόν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Και το λέω αυτό γιατί πρόκειται για ένα εξαιρετικά σύνθετο οικονομικό φαινόμενο. Δεν οφείλεται σε μία μόνο αιτία, ούτε αντιμετωπίζεται με ένα μόνο μέτρο. Αν υπήρχε μια μαγική λύση, θα την είχαν ήδη εφαρμόσει όλες οι χώρες. Εκείνο που μπορεί και οφείλει να κάνει μια υπεύθυνη κυβέρνηση είναι να παρεμβαίνει ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα: να ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα, να προστατεύει τον υγιή ανταγωνισμό, να αντιμετωπίζει φαινόμενα καταχρηστικής κερδοφορίας όπου υπάρχουν, να μειώνει το ενεργειακό κόστος και να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Είναι μια συνεχής μάχη, όχι μια απόφαση που λαμβάνεται μία φορά.».