
Σύνοδος ΝΑΤΟ: Σιωπηλός μουσαφίρης ο Κυριάκος στο πάρτι Ερντογάν-Τραμπ
Απλός παρατηρητής η Ελλάδα στην Άγκυρα - Ανεπίτρεπτη για Έλληνα πρωθυπουργό η αναφορά Μητσοτάκη στο τουρκικό casus belli ως «ιστορική ανορθογραφία»
Η αυλαία της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα έπεσε αφήνοντας πίσω της πολύ περισσότερα ερωτήματα για την ελληνική διπλωματία απ’ όσα απαντήσεις. Παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης να παρουσιάσει την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη ως μια επιτυχημένη παρέμβαση που ανέδειξε τις ελληνικές θέσεις, για θεωρηθεί έστω ικανοποιητική για την Αθήνα η συνολική εικόνα που εκπέμφθηκε από τον πρωθυπουργό, θα πρέπει οι «Μαξιμιλιανοί» της Ηρώδου Αττικού να την τραβήξουν από τα μαλλιά σε βαθμό… ξεμαλλιάσματος.
Κι αυτό επιχείρησε να κάνει εν προκειμένω η κυβέρνηση, αν κρίνουμε από το αφήγημα που αποτυπώνουν στα ρεπορτάζ τους όσοι ανήκουν στο «ιππικό» της Ν.Δ. στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ.
Τι λέει αυτό το αφήγημα; Ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης «έθεσε το casus belli στο τραπέζι», ότι διατήρησε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα και ότι η Ελλάδα δεν έχει λόγο να ανησυχεί για τις εξελίξεις γύρω από τα F-35.
Ωστόσο, πίσω από τις επικοινωνιακές διατυπώσεις, τα πολιτικά αποτελέσματα της Συνόδου μοιάζουν εξαιρετικά περιορισμένα αν όχι τραγικά. Το τελευταίο αφορά φυσικά την ανεπίτρεπτη για Έλληνα πρωθυπουργό αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στο τουρκικό casus belli το οποίο χαρακτήρισε «ιστορική ανορθογραφία». Η δίχως άλλο κατευναστική επιλογή του πρωθυπουργού να ξεπλύνει την τουρκική απειλή, αντί να επιμείνει στην άμεση και ρητή απαίτηση για την κατάργησή της, έδωσε την αίσθηση ότι η Ελλάδα αποδέχεται ως απλό λεκτικό παράπτωμα των γειτόνων που επί δεκαετίες απειλούν επισήμως και δίχως μισόλογα την χώρα μας με πόλεμο εφόσον ασκήσει ένα δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, δηλαδή την επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.
Η αντίδραση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήρθε σχεδόν αμέσως να επιβεβαιώσει ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει. Ο Τούρκος πρόεδρος όχι μόνο δεν άφησε το παραμικρό περιθώριο για άρση του casus belli, αλλά υποβάθμισε συνολικά το ζήτημα, υποστηρίζοντας ότι ο τουρκικός λαός δεν γνωρίζει καν περί τίνος πρόκειται. Παράλληλα, επανέφερε τη γνωστή του θέση περί διαλόγου για «όλα τα θέματα του Αιγαίου», μια διατύπωση που απέχει σημαντικά από την πάγια ελληνική θέση ότι μοναδική διαφορά είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί «ήρεμων νερών», η τουρκική ρητορική παρέμεινε απολύτως αμετάβλητη. Το casus belli εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, οι τουρκικές διεκδικήσεις δεν μετακινήθηκαν ούτε κατά ένα χιλιοστό και η Άγκυρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει συνολικά το Αιγαίο ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Την ίδια ώρα, η ελληνική παρουσία στη Σύνοδο ανέδειξε και ένα ακόμη στοιχείο που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητο: την περιορισμένη διπλωματική κινητικότητα της Αθήνας. Σε μια Σύνοδο όπου πραγματοποιήθηκαν δεκάδες διμερείς επαφές μεταξύ ηγετών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είχε προγραμματισμένη ούτε μία επίσημη συνάντηση με ομόλογό του. Ούτε με τον Αμερικανό πρόεδρο, ούτε με κορυφαίους Ευρωπαίους ηγέτες, ούτε με άλλους συμμάχους της Συμμαχίας.
Η απουσία οποιασδήποτε διμερούς ατζέντας ενισχύει την εικόνα μιας ελληνικής παρουσίας που περιορίστηκε στις υποχρεωτικές εργασίες της Συνόδου, χωρίς να αξιοποιηθεί η ευκαιρία για πολιτικές πρωτοβουλίες ή για την προώθηση κρίσιμων εθνικών ζητημάτων σε ανώτατο επίπεδο. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα και η Τουρκία επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της απέναντι τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εικόνα αυτή προκαλεί εύλογο προβληματισμό.
Στο μέτωπο των F-35, η κυβέρνηση επιχείρησε να καθησυχάσει τις ανησυχίες που προκάλεσαν οι θερμές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Τούρκο πρόεδρο. Η Αθήνα υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει άμεση μεταβολή, καθώς εξακολουθούν να υφίστανται τα νομικά εμπόδια που συνδέονται με τους S-400 και απαιτείται απόφαση του αμερικανικού Κογκρέσου για οποιαδήποτε αλλαγή. Η εκτίμηση αυτή έχει βάση, όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Τουρκία συνεχίζει να επενδύει πολιτικά στην αποκατάσταση των σχέσεών της με την Ουάσιγκτον, ενώ η Ελλάδα παρακολουθεί περισσότερο τις εξελίξεις παρά τις διαμορφώνει.
Συνολικά, η Σύνοδος της Άγκυρας δύσκολα μπορεί να καταγραφεί ως διπλωματική επιτυχία για την ελληνική πλευρά. Η κυβέρνηση επιχειρεί να αναδείξει ως κέρδος τη διατήρηση του διαλόγου και την προβολή των ελληνικών θέσεων, όμως τα απτά αποτελέσματα παραμένουν όχι απλώς πενιχρά, αλλά πάνω τους αντανακλάται η εικόνα ότι στο πάρτι που έστησαν στην Άγκυρα ο «σουλτάνος» Ερντογάν και «πλανητάρχης» Τραμπ ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε το ρόλο του φτωχού συγγενή που συμπλήρωσε την ομαδική φωτογραφία των ηγετών –και κατ΄ επίφαση συμμάχων– των χωρών μελών της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας