Tα μνημόνια φεύγουν(;), τα capital controls παραμένουν!           

Το ξημέρωμα της 29η Ιουνίου του 2015 βρήκε την Ελλάδα με κλειστές τις τράπεζες, τα ATM στον… γύψο των capital controls και τις Κασσάνδρες για άλλη μία φορά εύστοχες στη δυσοίωνη μαντεψιά τους, όπως ακριβώς προστάζει ο μυθολογικός ρόλος τους: οι αυστηροί περιορισμοί στην κυκλοφορία των κεφαλαίων είχαν έρθει για να μείνουν. Το θέμα είναι ότι οσονούπω θα γιορτάσουμε τα τρίχρονα «γενέθλια» του δήθεν πρόσκαιρου μέτρου κι ανεξάρτητα με το αν από Δευτέρα 4 Ιουνίου… ξεχειλώνει το όριο αναλήψεων στα €5.000, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί αναμένεται να παραμείνουν σε ισχύ ακόμη κι αν επιτευχθεί η έξοδος τον Αύγουστο από το 3ο μνημόνιο.

Του Νίκου Τσαγκατάκη

Αν, λοιπόν, τα μνημόνια φεύγουν, τα capital controls πότε θα ακολουθήσουν; Ουδείς μπορεί να απαντήσει με ασφάλεια και τα δύο σενάρια που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τοποθετούν την πλήρη επιστροφή στο τραπεζικό status quo ante είτε στα τέλη του τρέχοντος έτους είτε εντός του πρώτου τριμήνου του 2019. Ωστόσο το πότε οι συναλλαγές θα ξαναρχίζουν να εκτελούνται δίχως περιορισμούς δεν είναι χρονικό ζήτημα, αλλά δομικά οικονομοτεχνικό που αφορά την από δω και πέρα λειτουργία του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Την πρώτη στάση στη διαδρομή της επόμενης ημέρας οι Έλληνες τραπεζίτες θα την κάνουν ακριβώς μία εβδομάδα από σήμερα, στις 5 Μαΐου, όποτε και αναμένεται να επιβεβαιωθούν και επισήμως οι καλοί οιωνούς των προηγούμενων ημερών. Ότι δηλαδή όλες οι συστημικές τράπεζες θα πάρουν προβιβάσιμο βαθμό στο… διαγώνισμα αντοχής της ΕΚΤ.
Ακόμη κι έτσι, όμως, το φορτίο των δανείων σε καθυστέρηση (non-performing loans – NPLs) και των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (non-performing exposure – NPEs) παραμένει δυσβάσταχτο, γεγονός που κρατά μισόκλειστη τη στρόφιγγα της ρευστότητας. Επομένως δίχως τη γενναία μείωση των «κόκκινων» δανείων που θα εξυγιάνει τα χαρτοφυλάκια τους, τα capital controls δύσκολα θα αρθούν με το πέρας του τρίτου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.

Το αυτονόητο

Μία δεύτερη –αυτονόητη– προϋπόθεση για να αρθούν τα capital controls είναι πάρουν την ανιούσα οι τραπεζικές καταθέσεις. Για να υπάρχει μια τάξη μεγέθους του πόσο καταλυτική ήταν η αιμορραγία των καταθέσεων στο να επιβληθούν οι κεφαλαιακοί περιορισμοί το καλοκαίρι του 2015 αρκεί να θυμηθούμε ότι από τα 178 δισ. ευρώ που ανερχόταν το σύνολο των καταθέσεων (Δημοσίου, νοικοκυριών και επιχειρήσεων) στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα στις αρχές Νοεμβρίου 2014, αυτές καταβαραθρώθηκαν στα 130 δισ. ευρώ (σ.σ. στοιχεία της ΤτΕ) στο τέλος Ιουνίου 2015 και αφού είχε μεσολαβήσει η διαπραγματευτική θητεία Βαρουφάκη στο υπουργείο Οικονομικών. Με λίγα λόγια ο δείκτης των τραπεζικών καταθέσεων έχασε σε ένα οκτάμηνο 48 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 70% το «σήκωσαν» οι νοικοκυραίοι που φοβήθηκαν την κατάρρευση του συστήματος και το GRexit.
Ευτυχώς τέτοιοι εικόνα δεν υπάρχει πια. Αντιθέτως, έστω και ασθμαίνοντας, η εικόνα των καταθέσεων στο πρώτο τρίμηνο του 2018 έχει ανοδική τάση δημιουργώντας προσδοκίες για αύξηση των καταθετικών υπολοίπων κατά τουλάχιστον 5 δισ. ευρώ σε δωδεκάμηνη βάση. Δύσκολο το στοίχημα, μιας και επί της ουσίας το τι θα συμβεί είναι καθαρά θέμα εμπιστοσύνης των καταθετών στο τραπεζικό σύστημα. Αλλά τεχνικά μιλώντας, όσο δεν αιμορραγούν τα γκισέ τόσο πιο κοντά θα έρχεται η μέρα της πλήρους άρσης των κεφαλαιακών περιορισμών.

«Κλειδί» η ρευστότητα και η κερδοφορία

Ο συνδυασμός των δύο παραπάνω προϋποθέσεων στρώνει τον δρόμο για τις δύο επόμενες κομβικές συνθήκες, την ρευστότητα και την κερδοφορία των τραπεζών, που θα ξεκλειδώσουν το λουκέτο των capital controls. Σε ό,τι αφορά τη ρευστότητα αυτή θα τροφοδοτηθεί σαφώς από τις καταθέσεις αλλά και την αυξανόμενη πρόσβαση των ελληνικών συστημικών τραπεζών στις διεθνείς αγορές χρήματος, προκειμένου να αντληθεί ζεστό και κυρίως φτηνό χρήμα. Μέχρι όμως να συμβεί αυτό (σ.σ. που προϋποθέτει με τη σειρά του αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους αξιολόγησης), εκ των ων ουκ άνευ παράγοντας ρευστότητας είναι η διατήρηση εν ζωή του waiver, δηλαδή η κατ’ εξαίρεση αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως εγγύηση στις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών.
Από την άλλη πλευρά, ο δείκτης της κερδοφορίας των τραπεζών θα παίξει κι αυτός τον ρόλο του στην άρση των capital controls, καθώς ελλείψει αρκετών εσόδων οδηγεί σε μη κάλυψη τους κόστους κεφαλαίου των τραπεζών και σε αδυναμία στήριξης της οικονομική ανάπτυξη. Η παραδοχή, άλλωστε, ότι «η οικονομία είναι ψυχολογία» βρίσκει την απόλυτη επιβεβαίωσή της στην κερδοφορία. Όσο πιο συχνά και σταθερά θα εμφανίζεται το θετικό πρόσημο στα κέρδη των τραπεζών, τόσο θα εδραιώνεται η πεποίθηση ότι παρά τα σημαντικά προβλήματα των μη εξυπηρετούμενων δανείων τα εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εισέρχονται σε σταθερό έδαφος και μπορούν πλέον να επιτελέσουν τον ρόλο τους στην οικονομία δίχως τον μπαμπούλα των κεφαλαιακών περιορισμών.
Σε κάθε περίπτωση πλήρης άρση των capital controls δεν γίνεται αν δεν μηδενιστεί το… κοντέρ του Έκτακτου Μηχανισμού Ρευστότητας της ΕΚΤ. Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες πρέπει να επιστρέψουν το σύνολο των δανείων που έχουν λάβει από τον ΕLA (σ.σ. σήμερα χρωστούν 13,55 δισ. ευρώ) και το ελπιδοφόρο είναι ότι έχει επιταχυνθεί ο ρυθμός αποπληρωμής τους. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, το «άνοιγμα» των ελληνικών συστημικών τραπεζών στον ELA θα έχει εξαλειφθεί έως τον Φεβρουάριο του 2019.

Διαβάστε επίσης