
Τέμπη, θυμός, οργή…
Η κοινωνία φωνάζει για οξυγόνο, η Κυβέρνηση προσπαθεί ανεπιτυχώς να μαζέψει τα ασυμμάζευτα και η αντιπολίτευση ψάχνει για παραθυράκια κυβερνησιμότητας
Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)

Το δυστύχημα των Τεμπών έχει ανοίξει τον ασκό του Αιόλου και με «ευγενική χορηγία» Κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, η ατμόσφαιρα μυρίζει «μπαρούτι». Ίσως φταίει και το πένθος για την τραγωδία, μιας και κανείς δεν έχει καταφέρει να αποδεχτεί το ασύλληπτο γεγονός, ότι 57 άνθρωποι μπήκαν σε ένα τραίνο και δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους.
Στην υπόθεση των Τεμπών έγιναν –επικοινωνιακά και ουσιαστικά– όλα λάθος και οδήγησαν το 70-80% των πολιτών είτε να πιστεύουν ότι η Κυβέρνηση συγκαλύπτει τις ευθύνες της είτε να είναι εξαιρετικά καχύποπτοι απέναντί της. Η έντονη δε αντισυστημική τάση, που έχει καλλιεργηθεί από μέρους κομμάτων της αντιπολίτευσης, καθιστά πλέον βέβαιο το ότι οι συγκεντρώσεις της 28ης Φεβρουαρίου θα είναι ένα εκρηκτικό μίγμα απαίτησης Δικαιοσύνης με έντονα αντικυβερνητικό χαρακτήρα.
Κακά τα ψέματα! Με ευθύνη της Κυβέρνησης και από λανθασμένους επικοινωνιακούς χειρισμούς εμπεδώθηκε καταρχήν στην κοινή γνώμη η πεποίθηση της συγκάλυψης των ευθυνών της.
Η πρεμούρα του Κ. Μητσοτάκη να αποδώσει, από την πρώτη μέρα, την καθολική ευθύνη του δυστυχήματος σε «τραγικό ανθρώπινο λάθος», ενώ ακόμα δεν είχε καν δοθεί εντολή για διενέργεια ανάκρισης, η παρωδία της Εξεταστικής Επιτροπής που έψαχνε να βρει διαχρονικές ευθύνες για το δυστύχημα 20 χρόνια πίσω, το πόρισμα της ΝΔ, που εν τέλει υπερψηφίστηκε στη Βουλή από μόνους τους βουλευτές της ΝΔ, στο οποίο καταγράφεται ως αιτία της φονικής σύγκρουσης το γεγονός ότι δεν τηρήθηκαν οι κανόνες του Γενικού Κανονισμού Κίνησης, επιρρίπτοντας ευθύνες αποκλειστικά στον σταθμάρχη, τους 2 νεκρούς μηχανοδηγούς και την Hellenic Train (!), η απόρριψη του αιτήματος για σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής, προκειμένου να διερευνηθούν οι ευθύνες των πρώην υπουργών Υποδομών και Μεταφορών Χρήστου Σπίρτζη και Κώστα Αχ. Καραμανλή για τα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος και της απιστίας αναφορικά με την μη υλοποίηση της σύμβασης 717, με βάση τα όσα περιγράφονταν στο πόρισμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Από εκεί και έπειτα όμως, αυτό που κυριάρχησε είναι το αίσθημα της καχυποψίας. Αυτό το «Βρε, λες;». Για να φτάσει το 70-80% της κοινωνίας να το λέει αυτό, σημαίνει ότι η Κυβέρνηση κάτι έχει κάνει πολύ λάθος. Δεν έχουν τόση δύναμη τα κόμματα της αντιπολίτευσης ώστε να «κατασκευάσουν» εκ του ουκ άνευ το αίσθημα της καχυποψίας.
Η κοινωνία κοίταζε ήδη σκωπτικά την Κυβέρνηση και τούτο διότι, έχει πληγεί η εμπιστοσύνη της προς του θεσμούς. Θες ο νόμος για το επιτελικό Κράτος, όπου ο πρωθυπουργός πήρε υπό την αποκλειστική εποπτεία του την ΕΥΠ και την ΕΡΤ;
Θες το σκάνδαλο των υποκλοπών, όπου παρακολουθούνταν όλοι από παράνομο λογισμικό, το οποίο κανείς δεν πήρε χαμπάρι ότι λειτουργούσε στη χώρα; Θες το ότι κατέβηκαν σε κομβόι Κροάτες χούλιγκαν, διέσχισαν όλη τη χώρα και πάλι κανείς δεν τους πήρε χαμπάρι; Θες που περιμένουμε όλοι την έρμη αυτή την οικονομική ανάπτυξη και αυτή ούτε που αχνοφαίνεται; Θες τους μυστικοπαθείς χειρισμούς των ελληνοτουρκικών σχέσεων; Βάλε ό,τι άλλο θες, η σειρά είναι ατελείωτη.
Η ιστορία μάς έχει διδάξει ότι οι καταπιεσμένοι λαοί εξεγείρονται και όχι αυτοί που τρέχουν στα λιβάδια με ξέπλεκα μαλλιά. Και εμείς δεν έχουμε καν λιβάδια… Πλημμύρισαν στον Daniel ή κάηκαν στις πυρκαγιές.
Στην «Α» έχουμε αναδείξει με αντικειμενικότητα πολλάκις τις αστοχίες και τα επικοινωνιακά τρικ που έχει μετέλθει η Κυβέρνηση, προκειμένου να δικαιολογήσει τις πράξεις και παραλείψεις της. Δεν θα αναλωθούμε σε επαναλήψεις εδώ, αλλά θα ξεκαθαρίσουμε απλά κάποια «στρεβλά» σημεία.
Καταρχάς, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του δυστυχήματος των Τεμπών και της μη υλοποίησης της σύμβασης 717 είναι πραγματική, υπαρκτή και έχει διαγνωστεί ήδη. Οπότε, είναι μάλλον προβληματικό ότι η Κυβέρνηση εξακολουθεί να την αποτάσσει.
Ο μεν ανακριτής έχει ενσωματώσει στην ποινική δικογραφία και τη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που αφορούσε τους λόγους για τους οποίους δεν είχε ολοκληρωθεί η σύμβαση 717, μιας και ο ανακριτής αναγνώρισε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία «θεμελιώνουν αποδεικτικά το κίνητρο και τον αναγκαίο αιτιώδη σύνδεσμό για τις ερευνώμενες πράξεις», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο έγγραφο αίτημά του.
Το δε Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής συγγενών θύματος των Τεμπών κατά του ΟΣΕ και της Hellenic Train, διαγιγνώσκει ότι «αποδείχθηκε πως γνώριζαν ότι δεν λειτουργούσε η σηματοδότηση και η τηλεδιοίκηση και παρόλα αυτά οι μεν πρώτη ΟΣΕ επέτρεπε τη διενέργεια των μεταφορών η δεύτερη Hellenic Train ενεργούσε τις μεταφορές επιβατών εκθέτοντας και τους τελευταίους αλλά και τους εργαζόμενους σε κίνδυνο ζωής και υγείας ευθύνονται σωρευτικά για το επελθόν αποτέλεσμα».
Κατά δεύτερον, το «ξεμπάζωμα» και το «μπάζωμα» είναι επίσης πραγματική, υπαρκτή εγκληματική ενέργεια, για την οποία έχουν ήδη ασκηθεί ποινικές διώξεις κατά όλων των υπευθύνων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας, Βασίλης Παπαγεωργίου.
Μάλιστα, η εισαγγελέας που διενήργησε την προκαταρκτική εξέταση, έχει επισημάνει, στη διάταξη που απέστειλε στη Βουλή, όταν έπεσε πάνω στο όνομα του Χρήστου Τριαντόπουλου, ότι όσοι συνέβαλλαν είτε με πράξεις είτε με παραλείψεις στην πλήρη εκχέρσωση του τόπου του δυστυχήματος και στο μετέπειτα μπάζωμα αυτού ότι το έκαναν με σκοπό να αποτρέψουν την «έγκαιρη και ουσιαστική αξιοποίηση του υπάρχοντος αποδεικτικού υλικού και των ευρημάτων που υπήρχαν στον τόπο τέλεσης, δοθέντος μάλιστα ότι … ακόμη δεν είχαν εντοπιστεί όλες οι σωροί των θυμάτων, ανάμεσα στα οποία υπήρχαν και αγνοούμενοι», ώστε να προσπορίσουν «ηθικό όφελος στους δράστες των διερευνούμενων αδικημάτων». Κατόπιν αυτών, η επιμονή της Κυβέρνησης να πείσει τον κόσμο για το αντίθετο είναι και πάλι προβληματική.
Αυτό το «ξεμπάζωμα» και το «μπάζωμα» έχει αποτελέσει επίσης την κύρια αιτία πλήθους αντιπαραθέσεων. Αν δεν είχε γίνει αυτή η αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος, θα είχαν σίγουρα συλλεγεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να εξηγήσουν την πυρκαγιά που προκλήθηκε.
Η θέση αυτή επιρρωνύεται ακόμα περισσότερο μετά και τις μετρήσεις που έχει διενεργήσει το Γενικό Χημείο του Κράτους σε δείγματα από το χώμα που μεταφέρθηκε από τον τόπο του δυστυχήματος και από την επιβατική αμαξοστοιχία. Με βάση τις μετρήσεις του ΓΧΚ αφενός πιστοποιείται η ύπαρξη πτητικών υδρογονανθράκων (αρωματικοί υδρογονάνθρακες κ.λπ.) αφετέρου οι τιμές αυτών είναι πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα. Η ύπαρξη δε αυτών των χημικών υλικών δεν μπορεί να εξηγηθεί από τα όσα βρίσκονταν ήδη πάνω στα δύο τραίνα.
Ακόμα όμως και αυτήν την αιτία πρόκλησης της πυρκαγιάς, η Κυβέρνηση έσπευσε να την προκαταβάλει. Δύο εβδομάδες μετά την τραγωδία, στις 21/3/2023, ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξή του στον Σταύρο Θεοδωράκη δηλώνει κατηγορηματικά μεταξύ άλλων ότι η φωτιά προκλήθηκε από «εύφλεκτα υλικά λάδια, τα οποία πήρανε φωτιά όταν έγινε η σύγκρουση», όπως είπε χαρακτηριστικά.
Τότε, όμως αυτό δεν μπορούσε να το γνωρίζει μιας και η πρώτη (μονοσέλιδη) πραγματογνωμοσύνη της πυροσβεστικής που συντάχθηκε στις 1/3/2023 ήταν στη δικογραφία και αφενός απαγορευόταν να βρίσκεται στα χέρια του αφετέρου ανέφερε απλώς ως αιτία της πυρκαγιάς «πρόσκρουση των δύο αμαξοστοιχιών», και η συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη της πυροσβεστικής έφτασε στα χέρια του ανακριτή 4 μήνες μετά τη συνέντευξη του Κ. Μητσοτάκη και συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2023! Σε αυτή την πραγματογνωμοσύνη αναφέρουν για πρώτη φορά οι πραγματογνώμονες της πυροσβεστικής ότι η φωτιά οφείλεται σε έλαια σιλικόνης που διέφυγαν στον αέρα μετά τη σύγκρουση των αμαξοστοιχιών!
Έπειτα, είναι και το σίριαλ με τα βίντεο. Τα βίντεο αυτά αναζητήθηκαν προκειμένου να εξακριβωθεί αν υπήρξε πάνω στην εμπορευματική αμαξοστοιχία φορτίο, το οποίο δεν είχε δηλωθεί ως νομίμως μεταφερόμενο. Για την μη έγκαιρη προσκόμιση των βίντεο και για την προσκόμιση λάθος βίντεο έχει κινηθεί ποινική διαδικασία σε βάρος των υπευθύνων. Και για αυτό το ζήτημα, ο Κ. Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στον Α. Σρόιτερ ευχήθηκε να υπήρχαν βίντεο που να δείχνουν τι κουβαλούσε η εμπορευματική αμαξοστοιχία και ως διά μαγείας εγένετο βίντεο!
Όλες οι παραπάνω ενέργειες της Κυβέρνησης, από μόνες τους, είναι ικανές για να ενισχύσουν το ήδη υφιστάμενο στην κοινή γνώμη αίσθημα καχυποψίας απέναντι στην Κυβέρνηση. Και μοιραία το 70-80% των πολιτών αναρωτιέται «Βρε λες, να κουβάλαγε το τραίνο παράνομα υλικά και να μπάζωσαν τον τόπο του δυστυχήματος για να μην αποκαλυφθεί»;
Από εκεί και έπειτα, πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι η αντιπολίτευση εκμεταλλεύτηκε την καχυποψία της κοινής γνώμης και την καλλιέργησε ακόμα περισσότερο, ώστε να αποκομίσει πολιτικό όφελος, ανάλογα με τις προσωπικές και πολιτικές επιδιώξεις του καθενός. Για παράδειγμα, το ΠΑΣΟΚ δίνει μεγαλύτερο βάρος στην μη ορθή απονομής της Δικαιοσύνης, γιατί ο Ν. Ανδρουλάκης έχει τον προσωπικό του καημό με το ζήτημα των υποκλοπών, τα κόμματα του αυτοαποκαλούμενου «προοδευτικού δημοκρατικού τόξου» τα ισοπεδώνουν όλα, μιας και δεν ξέρουν κάτι άλλο να κάνουν και μοναδικό τους στόχο έχουν να πάρουν την εξουσία πάσει θυσία, ο δε Βελόπουλος την έχει δει «Έλληνας Trump» με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Και πάλι όμως, η Κυβέρνηση απέτυχε να κάμψει την καχυποψία και την ενίσχυσε ακόμα περισσότερο. Εντελώς ερασιτεχνικά και με ατυχέστατους επικοινωνιακούς χειρισμούς, η Κυβέρνηση, μπήκε στο πεδίο της αντιπαράθεσης είτε επιτιθέμενη («όσοι μιλούν για μπάζωμα είναι για τα μπάζα»), είτε προσπαθώντας να απομειώσει το δυστύχημα («γιατί μιλάτε συνέχεια για τα Τέμπη; Δεν προχωράει η ζωή;»), είτε απολογούμενη («ό,τι μου είπαν … σας είπα»).
Και με τούτα και με εκείνα και σε ακραία πόλωση οδηγούμαστε στις συγκεντρώσεις της 28ης Φεβρουαρίου. Το χειρότερο, όμως είναι ότι κανείς δεν έχει προτάξει το αυτονόητο. Αυτοσυγκράτηση. Ο κόσμος έχει θυμό, η αντιπολίτευση ενισχύει τον θυμό αυτό και η Κυβέρνηση καλεί σε οργή. Απηύθυνε κάλεσμα η Κυβέρνηση στους νεοδημοκράτες να απαντούν με οργή σε όσους πιστεύουν τη συγκάλυψη.
Οπότε, την Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου οι νεοδημοκράτες καλούνται να αντιπαρατεθούν με ποιους; Με όσους συμμετάσχουν στις διαδηλώσεις; Οι οποίοι τι είναι; Εχθροί του πολιτεύματος;
Από την άλλη πλευρά, έχουμε τις αυτοαποκαλούμενες δυνάμεις του «προοδευτικού δημοκρατικού τόξου» οι οποίοι καλούν σε λαϊκό ξεσηκωμό, για να πέσει η Κυβέρνηση. Το σύνθημα που επικρατεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πλέον είναι «πάμε να ρίξουμε την Κυβέρνηση», «βαστάτε παιδιά τους ρίχνουμε», «την Παρασκευή θα πέσει».
Στ’ αλήθεια πάμε για πραξικόπημα; Ετοιμαζόμαστε για πόλεμο;
Και άντε και πιάνει. Και σου λέω εγώ ότι βγαίνει την επόμενη μέρα ο Μητσοτάκης και λέει «Αδέρφια, παραιτούμαι». Τι θα γίνει μετά;
Θα δικαιωθούν μήπως αυτομάτως οι 57 νεκροί; Όχι. Θα συνεχίσουμε να περιμένουμε την ολοκλήρωση της ανάκρισης και την απόφαση του Δικαστηρίου.
Θα μπει μήπως αυτομάτως στην φυλακή όλη η Κυβέρνηση για το δυστύχημα των Τεμπών; Όχι. Θα πρέπει να γίνουν στη Βουλή οι διαδικασίες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Εκτός και αν σκοπεύει κάποιος να καταλύσει το Σύνταγμα και σε αυτή την περίπτωση, θα ήθελα να το ξέρω…
Και πες ότι δημιουργείται νέα Κυβέρνηση (δεύτερη φορά αριστερά το sequel), τι θα κάνει; Θα παρέμβει στο έργο της Δικαιοσύνης και θα διατάξει τον ανακριτή να απαγγείλει κατηγορίες σε όποιον του υποδείξει η νέα Κυβέρνηση;
Αφού, λοιπόν, το μείζον (η απονομή της Δικαιοσύνης) δεν επιτυγχάνεται, πάμε στο έλασσον.
Πάμε σε εκλογές. Τι θα γίνει; Ποιος θα συγκυβερνήσει με ποιον; Ο ΣΥΡΙΖΑ, στην εκτίμηση ψήφου έχει 8% περίπου, με ποιον θα πάει; Με τη Νέα Αριστερά του 3% ή με τον Κασσελάκη του 3,2%; Το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει βία ένα 15%, με ποιον θα πάει; Με το ΚΚΕ; Η Πλεύση Ελευθερίας καταγράφει 9% περίπου. Με ποιον θα πάει η Ζωή; Κανείς δεν κάνει χωριό με κανέναν από τα αριστερά.
Εδώ δεν έχουν αποφασίσει πότε θα κάνουν πρόταση δυσπιστίας θα μου πει κανείς, συγκυβέρνηση θα καταφέρουν να κάνουν; Η ΝΔ θα συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ; Αποκλείεται. Επίσης ούτε ο Βελόπουλος ούτε η Λατινοπούλου θέλουν να συνεργαστούν με τη ΝΔ, όπως δηλώνουν τουλάχιστον…
Αν, λοιπόν, δει κανείς όλα τα παραπάνω από απόσταση, γίνεται προφανώς αντιληπτό για ποιον λόγο κυριαρχεί ο «Κανένας» στις δημοσκοπήσεις περί καταλληλότητας των προσώπων, που ηγούνται των κομμάτων, για να αναλάβει τη θέση του πρωθυπουργού. Είτε φταίνε τα πρόσωπα που δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη, είτε φταίει η έλλειψη ουσιαστικής και σύγχρονης πολιτικής πρότασης από τα κόμματα.
Σήμερα, αφενός έχουμε μία Κυβέρνηση, η οποία δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τον θυμό και την αγανάκτηση της κοινωνίας, αφού της λείπει η διάθεση αυτοκριτικής και πραγματικής ανάληψης ευθυνών, αφετέρου έχουμε πολλά μικρά σε απήχηση κόμματα, τα οποία δεν έχουν να παρουσιάσουν πολιτικές αντιμετώπισης των προβλημάτων που βασανίζουν την κοινωνία.
Αυτό το πολιτικό έλλειμα σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπιστοσύνης από μέρους της κοινωνίας στους θεσμούς είναι το τεράστιο πρόβλημα με το οποίο είμαστε αντιμέτωποι σήμερα, πρόβλημα που μοιάζει ανεπίλυτο από την τρέχουσα πολιτική/κομματική πραγματικότητα. Αν δε αναλογιστεί κανείς, ότι η Ευρώπη έχει αλλάξει πρόσωπο, νέες συμμαχίες αναπτύσσονται μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ο Τραμπ έχει βαλθεί να ξαναμοιράσει την τράπουλα του πλανήτη, ο Ερντογάν έρχεται όλο και πιο κοντά στην «Γαλάζια Πατρίδα» η ανάγκη να λάβει εικόνα και ονοματεπώνυμο ο «Κανένας», που προηγείται στις δημοσκοπήσεις μοιάζει πιο αναγκαία από ποτέ.
(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος-αρθρογράφος
Υ.Γ. Το παρόν άρθρο συντάχθηκε πριν την δημοσιοποίηση του πορίσματος του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, πλην όμως επιβεβαιωνόμαστε πλήρως. Όπως έχουμε σημειώσει και σε προηγούμενο άρθρο μας, ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ είναι ένας φορέας 100% εποπτευόμενος από το υπουργείο Υποδομών και ως εκ τούτου ακολούθησε την γραμμή περί ανθρώπινου λάθους του σταθμάρχη και διαχρονικών ευθυνών για τις παθογένειες του σιδηρόδρομου.
Ωστόσο, επεσήμανε με ιδιαιτέρως λεπτό τρόπο ότι για το λεγόμενο «μπάζωμα» δεν προέκυψε από την έρευνα του Οργανισμού «κεντρική εντολή».
Αυτό δεν αποκλείει τις ενδεχόμενες κυβερνητικές ευθύνες, μιας και, όπως αναφέρουμε στο άρθρο μας, έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του γ.γ. Πολιτικής Προστασίας του αντίστοιχου υπουργείου, ενώ παράλληλα η ανικανότητα που εντόπισε ο Οργανισμός των επιληφθέντων δυνάμεων (πυροσβεστικής και αστυνομίας) να ανταποκριθούν στα υφιστάμενα πρωτόκολλα, σαφώς και περιέχει ευθύνες αναγόμενες σε αρμόδια πολιτικά πρόσωπα.
Παράλληλα δε επιβεβαιώνει πλήρως τη θέση μας ότι αν δεν είχε γίνει η αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος, μετά μεγίστης βεβαιότητας θα ήταν δυνατός ο προσδιορισμός της αιτίας πρόκλησης της πυρόσφαιρας.