
Θυμίζει χαβιάρι ο φετινός οβελίας
Το πασχαλινό τραπέζι πληρώθηκε πιο ακριβά κατά 20% κατά μέσο όρο προκαλώντας δυσαρέσκεια και στους καταναλωτές, αλλά και στους κτηνοτρόφους, οι κατηγορούν την κυβέρνηση πως καθυστέρησε να διαχειριστεί τις ζωονόσους
Την μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών αντιμετώπισαν αυτό το Πάσχα οι κτηνοτρόφοι και οι καταναλωτές, καθώς η τιμή του οβελία ξεπέρασε κάθε όριο και αντί του καθιερωμένου εθίμου πολλοί συμπολίτες μας προτίμησαν άλλα κρέατα, πιο φτηνά έναντι του αρνιού και του κατσικιού.
Του Μιχάλη Κωτσάκου
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και οι κρεοπώλες προμηθεύτηκαν μικρότερες ποσότητες, καθώς όλη την προηγούμενη εβδομάδα είδαν οι παραγγελίες τους να είναι σαφώς πιο μικρότερες, κυρίως λόγω της τιμής, που κατέγραψε αύξηση μέχρι και 25%. Για παράδειγμά πέρυσι το αρνί το αγόραζες στα σούπερ μάρκετ στα10 ευρώ το κιλό (9,90 για την ακρίβεια), ενώ φέτος πωλείτο από 11,90 έως και 12,90. Η ίδια αύξηση υπήρχε πάνω-κάτω και στις κεντρικές αγορές, όπως στη Βαρβάκειο στην Αθήνα και στο Καπάνι στην Θεσσαλονίκη, ενώ η τιμή στα συνοικιακά κρεοπωλεία κυμάνθηκε από 15,90 έως 17,80.
Αυτές οι τιμές ίσχυαν για τον ολόκληρο οβελία. Γιατί τα κομμάτια μόνα τους είχαν διαφορετική τιμή, ειδικά στα συνοικιακά κρεοπωλεία. Έτσι το μπούτι (από τα πίσω πόδια) και το χέρι (από τα μπροστινά πόδια) άγγιζε, ή και ξεπερνούσε τα 19 ευρώ και τέλος τα παϊδάκια, που αποτελούν τον αγαπημένο μεζέ των καλοφαγάδων ξεπερνούσε τα 20 ευρώ το κιλό.
Αν στην αυξημένη τιμή του κρέατος προσθέσουμε και τα χρήματα που θα απαιτηθούν για την παρασκευή εδεσμάτων, τότε το φετινό Πασχαλινό τραπέζι παρουσιάζει μία αύξηση μεταξύ 15% και 20%. Στο 15% το υπολογίζει σε έρευνα του το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά (πρόεδρος ο Βασίλης Κορκίδης), ενώ οι καταναλωτικές οργανώσεις (Ένωση Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας, ΙΕΛΚΑ κ.α.)ανεβάζουν την αύξηση στο 20-22%. Πάντως όλοι συμφωνούν ότι θα είναι ακριβότερο σε σύγκριση με το Πάσχα του 2025, το οποίο ήταν κατά 15% πιο ακριβό από το Πάσχα του 2024. Δηλαδή η συσσωρευμένη αύξηση των δύο τελευταίων χρόνων εξαΰλωσε σε χρόνο ρεκόρ τις όποιες αυξήσεις των εισοδημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι φέτος το κιλό η ντομάτα πωλείται ακόμη και στις λαϊκές αγορές στα 3 ευρώ το κιλό, ενώ το περσινό Πάσχα η τιμή της κυμαινόταν μεταξύ 1,90-2,00 ευρώ το κιλό.

Σε απόγνωση οι κτηνοτρόφοι
Την ίδια ώρα σε δυσμενή θέση βρίσκονται και οι Έλληνες κτηνοτρόφοι, καθώς η ταυτόχρονη εξάπλωση της ευλογιάς προβάτων και η απειλή του αφθώδους πυρετού, εκτός του ότι εξαφάνισε το ζωικό κεφάλαιο, έμειναν δίχως δουλειά.
Η ελληνική αγορά απαιτεί κάθε χρόνο περίπου 500.000 έως 550.000 αμνοερίφια για να καλύψει τη ζήτηση της εορταστικής περιόδου. Φέτος, ωστόσο, διατέθηκαν σχεδόν 150.000 λιγότερα αμνοερίφια λόγω των ζωονόσων. Είναι χαρακτηριστικό ότι την μερίδα του λέοντος στην αγορά είχαν τα αμνοερίφια από την Κρήτη, όπου απέφυγαν τις δύο βασικές ζωνόσους, ενώ ο αποκλεισμός στην Λέσβο, που επλήγη από τον αφθώδη πυρετό δημιούργησε προβλήματα και στην αγορά, αλλά και στην οικονομία του νησιού, καθώς απαγορεύθηκε η εξαγωγή από το νησί ακόμη και συσκευασμένων προϊόντων. Όχι μόνο κρέατος, αλλά το κυριότερο τυριού. Εξάλλου το λαδοτύρι της Λέσβου αποτελεί ένα ΠΟΠ προϊόν, το οποίο έχει φίλους εκτός της Ελλάδας σε πολλές αγορές της Ευρώπης. Η Λέσβος κάθε χρόνο προμηθεύει την ελληνική αγορά με 70.000 αμνοερίφια.
Η μεγάλη κρίση
Η κρίση στην κτηνοτροφία ξεκίνησε με την εμφάνιση της ευλογιάς προβάτων το καλοκαίρι του 2024, όταν ένα επιθετικό στέλεχος πέρασε από την Τουρκία στη Θράκη. Η αρχική εκτίμηση ήταν ότι η νόσος θα περιοριζόταν μέσω των ευρωπαϊκών πρωτοκόλλων «ριζικής εκρίζωσης», δηλαδή της άμεσης θανάτωσης όλων των ζώων σε μολυσμένα κοπάδια, της απολύμανσης των εγκαταστάσεων και της δημιουργίας ζωνών προστασίας.
Ωστόσο, η εφαρμογή του μέτρου αποδείχθηκε ανεπαρκής. Αντί να ανακοπεί, η διασπορά της νόσου επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα, οδηγώντας σε εκατοντάδες χιλιάδες θανατώσεις ζώων και στο κλείσιμο χιλιάδων κτηνοτροφικών μονάδων.
Τα στοιχεία για την επιδημιολογική πορεία της ευλογιάς προβάτων από την εμφάνισή της τον Αύγουστο του 2024 έως και τις 8 Μαρτίου 2026 είναι αποκαλυπτικά: 2.128 επιβεβαιωμένα κρούσματα, 484.135 ζώα θανατώθηκαν, ενώ 2.636 εκτροφές έχουν μολυνθεί.
Παράλληλα, η εμφάνιση κρουσμάτων αφθώδους πυρετού – μίας εξαιρετικά μεταδοτικής νόσου που πλήττει όχι μόνο αιγοπρόβατα, αλλά και βοοειδή και χοίρους– εντείνει την ανησυχία.
Υπό κατάρρευση ο κλαδος
Ωστόσο, η κρίση δεν αφορά μόνο την υγειονομική διάσταση. Οι οικονομικές επιπτώσεις για τους κτηνοτρόφους είναι ήδη δραματικές. Όπως επισήμανε προ ημερών ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας, Δημήτρης Μόσχος, «το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί, ενώ οι αποζημιώσεις είτε καθυστερούν είτε δεν επαρκούν για να καλύψουν τις απώλειες. Ο εγκλεισμός των ζώων, η αύξηση των ζωοτροφών, το υψηλό κόστος ενέργειας και οι ελλείψεις εργατικών χεριών στην κτηνοτροφία δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον, που οδηγεί πολλούς παραγωγούς στην εγκατάλειψη του επαγγέλματος. Ακούμε την ηγεσία του υπουργείου να ανακοινώνει χρηματοδοτήσεις και δάνεια για την περιβόητη ανασύσταση των κοπαδιών μας. Όμως με αυτόν τον τρόπο ανασύσταση δεν μπορεί να γίνει. Επομένως, το μέλλον προδιαγράφεται δυσοίωνο για την κτηνοτροφία και δεν αναμένεται να ανακάμψει τα επόμενα χρόνια».
Σαφώς πιο απαισιόδοξα είναι τα μηνύματα του Θωμά Μόσχου, προέδρου του Αγροτικού Συλλόγου Καστοριάς «Μακεδνός», ο οποίος σε δηλώσεις του υποστήριξε ότι καταναλωτές δεν είδαν ακόμη την τέλεια καταιγίδα: «Οι αγρότες έσπειραν δίχως να λάβουν καμία επιδότηση για το πετρέλαιο στην αντλία όπως υποσχέθηκε η κυβέρνηση. Οπότε το κόστος της φετινής παραγωγής ήταν σχεδόν 20% πιο αυξημένο. Αυτό σημαίνει ότι θα πουλήσουν τα προϊόντα τους πιο ακριβά και μέχρι να φτάσει το προϊόν στον καταναλωτή θα έχει πάρει τουλάχιστον τρεις ανατιμήσεις έναντι της σημερινής τιμής πώλησης».
Οι ευθύνες στην κυβέρνηση
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η κυβέρνηση για την διαχείριση της κρίσης στην κτηνοτροφία. Επιστημονικοί και επαγγελματικοί φορείς επισημαίνουν καθυστερήσεις, ελλείψεις συντονισμού και υποστελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών, που περιόρισαν την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Η στρατηγική της μαζικής θανάτωσης ζώων αμφισβητείται, ιδιαίτερα όταν δεν εφαρμόζεται άμεσα, καθώς οι καθυστερήσεις μπορεί να συμβάλλουν στη διασπορά του ιού αντί να την περιορίζουν.
Παράλληλα, εξακολουθεί να υπάρχουν τεράστια ερωτηματικά για την απουσία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου πρόληψης και ελέγχου, καθώς και για τη μη αξιοποίηση σύγχρονων εργαλείων, όπως ο οργανωμένος εμβολιασμός με τεχνολογία που επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ εμβολιασμένων και νοσούντων ζώων.