
Το «αποκριάτικο» διάγγελμα του Κυριάκου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση
Πρόσκαιρο επικοινωνιακό καταφύγιο αναζήτησε ο πρωθυπουργός ανοίγοντας την ατζέντα των αλλαγών τους καταστατικού χάρτη της χώρας
Την ώρα που η κοινωνία παραμένει σε αναβρασμό, με το εν εξελίξει σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και με ανοιχτή την έρευνα για την τραγωδία στο εργοστάσιο «Βιολάντα» που άνοιξε εμμέσως τη δημόσια συζήτηση για τις ευρύτερες ευθύνες της πολιτείας σε σχέση με την ασφάλεια στην εργασία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διάλεξε την επόμενη ημέρα της έναρξης της αποκριάτικης περιόδου για να… μασκαρέψει την διακυβέρνησή του σε δήθεν μεταρρυθμιστική δύναμη ευθύνης.

Με ένα σύντομο, προσεκτικά σκηνοθετημένο διάγγελμα, ο πρωθυπουργός έθεσε στο επίκεντρο τη συνταγματική αναθεώρηση, παρουσιάζοντάς την ως εθνική ανάγκη και ως πεδίο «μεγάλων συναινέσεων».


Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν η χώρα χρειάζεται θεσμικές αλλαγές υπό το πρίσμα ότι αυτό αποτελεί πάγιο αίτημα της μεταπολίτευσης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πότε, πώς και με ποια κοινωνική νομιμοποίηση επιχειρούνται αυτές οι αλλαγές. Και εδώ ακριβώς αρχίζουν οι πολιτικές ενστάσεις.
Η επιλογή της χρονικής στιγμής δεν μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη. Αντιθέτως, μοιάζει με συνειδητή προσπάθεια μετατόπισης της πολιτικής συζήτησης από τα ανοιχτά κοινωνικά μέτωπα όπως είναι λ. χ. η ακρίβεια ή η έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς στην «πίστα» της υψηλής πολιτικής, ώστε να εργαλειοποιήσει πολιτικά τη συνταγματική αναθεώρηση και να την εκμεταλλευτεί ως επικοινωνιακό καταφύγιο.

Οι προτάσεις και τα πραγματικά τους διακυβεύματα
Στο επίκεντρο των κυβερνητικών εξαγγελιών βρίσκεται, για άλλη μια φορά, το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών. Πρόκειται αναμφίβολα για μια διάταξη που έχει απαξιωθεί στα μάτια της κοινωνίας, καθώς συνδέθηκε με την αίσθηση ατιμωρησίας του πολιτικού προσωπικού. Η κυβέρνηση υπόσχεται αλλαγές, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζει αν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί μια πραγματικά ριζική τομή ή αν απλώς αναζητά μια θεσμική «εξωραϊσμένη» εκδοχή του ίδιου συστήματος. Οι συζητήσεις περί γνωμοδοτικών οργάνων και ενδιάμεσων φίλτρων γεννούν εύλογα το ερώτημα πιο ήταν, για παράδειγμα, το συνταγματικό εμπόδιο του άρθρου 86 που έδεσε τα χέρια του Μαξίμου από το να στείλει υπουργούς στο σκαμνί του φυσικού δικαστή; Κανένα!
Ακόμη πιο έντονη πολιτική φόρτιση έχει η πρόταση για το άρθρο 103 και τη μονιμότητα στο Δημόσιο. Υπό το σύνθημα της «αξιολόγησης» και της καταπολέμησης του «βαθέως κράτους», η κυβέρνηση επαναφέρει μια παλιά ατζέντα, που ξυπνάει κάποια κοινωνικά αντανακλαστικά περί δήθεν «τεμπέληδων και αργόμισθων κρατικοδίαιτων λειτουργών. Τι ξέχασε να πει ο πρωθυπουργός; Ότι από τα χρόνια της διακυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή στο δημόσιο τομέα υφίστανται συμβάσεις αορίστου χρόνου (δηλαδή δεν εξασφαλίζουν μονιμότητα) και ότι υπάρχει σε πλήρη ισχύ σαφές πλαίσιο βάσει του οποίου ένας δημόσιος υπάλληλος μπορεί να απολυθεί δίχως να χρειάζεται να νομοθετήσουν κάτι επιπλέον οι «αναθεωρητές νομοδιδάσκαλοι» του Μεγάρου.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επαναφορά του άρθρου 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Η συνταγματική κατοχύρωση των μη κρατικών πανεπιστημίων επιχειρεί να «νομιμοποιήσει εκ των υστέρων» μια πολιτική επιλογή που ήδη προωθήθηκε με νομοθετική παράκαμψη, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις. Η Παιδεία, αντί να αντιμετωπίζεται ως δημόσιο αγαθό που χρειάζεται ενίσχυση και αναβάθμιση, μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο αγοραίων λογικών.
Οι αναφορές σε αλλαγές στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, στη θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, στη θεσμοθέτηση σταθερών εκλογικών κύκλων και στην κοστολόγηση των κομματικών προγραμμάτων διευρύνουν μεν τη συζήτηση, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν την αίσθηση ενός θεσμικού «καλαθιού» χωρίς σαφή ιεράρχηση. Όταν όλα τίθενται μαζί, ελλοχεύει ο κίνδυνος τίποτα να μη συζητηθεί σε βάθος.
Η κυβέρνηση γνωρίζει καλά ότι χωρίς αυξημένες πλειοψηφίες η αναθεώρηση δεν προχωρά. Εξ ου και απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα συναίνεσης, με το ΠΑΣΟΚ να τοποθετείται στο επίκεντρο των πολιτικών υπολογισμών. Η επίκληση της «θεσμικής σοβαρότητας» της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είναι τυχαία, αντιθέτως λειτουργεί ταυτόχρονα ως πρόσκληση και ως έμμεση πίεση.
Όμως η συναίνεση δεν μπορεί να είναι προϊόν πολιτικού εκβιασμού ούτε να ταυτίζεται με τη σιωπηλή αποδοχή κυβερνητικών σχεδιασμών. Σε ένα δημοκρατικό σύστημα, η διαφωνία δεν είναι εμπόδιο στην πρόοδο· είναι συστατικό της. Και η πραγματική ευθύνη δεν μετριέται με το αν τα κόμματα «συντάσσονται», αλλά με το αν υπερασπίζονται με συνέπεια το δημόσιο συμφέρον.
Το διάγγελμα του Κυριάκου Μητσοτάκη άνοιξε αναμφίβολα μια βαριά θεσμική συζήτηση που όμως για την ώρα δεν φαίνεται να συνοδεύεται από κοινωνική δικαιοσύνη, ισχυρό κράτος δικαίου και πραγματική λογοδοσία. Κι αν αυτό επιβεβαιωθεί και στη βουλή όπου θα γίνουν οι σχετικές εργασίες, τότε οι σημερινές εξαγγελίες Μητσοτάκη θα μείνουν ένα αδειανό (καρναβαλικό) πουκάμισο…

