Το «εξωσυζυγικό φλερτ» της πολιτικής εξουσίας με τη Θέμιδα
Η πρόσφατη διαδικασία της επιλογής του νέου προέδρου και εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το Υπουργικό Συμβούλιο, επανέφερε στη δημόσια συζήτηση την ανάγκη να αναδιαρθρωθεί η Δικαιοσύνη στην επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση
Η πρόσφατη διαδικασία της επιλογής του νέου Προέδρου και Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το Υπουργικό Συμβούλιο, όπως ορίζει το άρθρο 90, παρ. 5 και 6, του Συντάγματος, έφερε στην επιφάνεια ένα μείζον θεσμικό ζήτημα.
Του Σίμου Κωνσταντινίδη(*)
Πιο αναλυτικά, το γεγονός ότι η Διάσκεψη των Προέδρων, έπειτα από την ολοκλήρωση της ακρόασης των υποψηφίων, προχώρησε σε ψηφοφορία και ανέδειξε πρώτο τον αδερφό του νυν υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη, τον αντιεισαγγελέα Βασίλη Φλωρίδη, με συνολικά 17 θετικές ψήφους, πέραν από την αμηχανία που προκάλεσε στο Μαξίμου –το οποίο λόγω της κοινωνικής «κατακραυγής» έκανε πίσω και προώθησε την εκλογή του Κωνσταντίνου Τζαβέλλα– ανέδειξε επίσης και το ζήτημα της μη ξεκάθαρης διάκρισης των τριών εξουσιών (Δικαστική, Νομοθετική, Εκτελεστική).
Με αφορμή, λοιπόν, και την επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος που θα ξεκινήσει τον ερχόμενο Οκτώβριο, κρίνεται εξαιρετικά σημαντικό να σταθούμε στο ζήτημα της διάκρισης των εξουσιών, η οποία αποτελεί την απαραίτητη συνθήκη για την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος, της ίδιας της δημοκρατίας και των θεσμών που τη συνιστούν. Με άλλα λόγια, Δικαιοσύνη που νοσεί, ισοδυναμεί με την ίδια τη Δημοκρατία να νοσεί.
Δεν πείθει…
Στην Ελλάδα, η οποία παρουσίαζε ανέκαθεν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, όπως το θέμα των αδιαμφισβήτητων και αδικαιολόγητων καθυστερήσεων στην απονομή της, εδώ και μερικά χρόνια, όπως συνηγορεί και το σύνολο των αντίστοιχων ερευνών και μετρήσεων της κοινής γνώμης, η Δικαιοσύνη πλέον πάσχει από κάτι ακόμα σημαντικότερο: Δεν πείθει ότι εκπληρώνει τον κρίσιμο θεσμικό της ρόλο.
Με άλλα λόγια, δεν έχει κατορθώσει να πείσει τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία ότι οι αποφάσεις της είναι προϊόν ανεξάρτητης και πλήρως ανεπηρέαστης κρίσης, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν είναι καθοδηγούμενες από συγκεκριμένα πολιτικά ή ακόμα και οικονομικά συμφέροντα. Από την υπόθεση της συγκλονιστικής τραγωδίας των Τεμπών, που στοίχισε τη ζωή σε 57, κυρίως νέους ανθρώπους, μέχρι το σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά και ορισμένες περιπτώσεις διασπάθισης δημοσίων πόρων όπως το τρέχον σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η Θέμιδα – ανεξάρτητα από το αν αυτό είναι αληθές ή όχι– δίνει την εντύπωση στην κοινωνία ότι επιδιώκει τη συγκάλυψη των ποινικών ευθυνών των εμπλεκόμενων, ιδίως όταν πρόκειται για πολιτικούς ή σημαντικούς οικονομικούς παράγοντες.
Ποινικές απαλλαγές λόγω παραγραφής αδικημάτων, αιφνίδιες αφαιρέσεις δικογραφιών από εισαγγελείς με άνωθεν δικαστική εντολή, παρεμβάσεις υπουργών επί εκκρεμών υποθέσεων ή ακόμα και «ανησυχητικές» αθωώσεις κατηγορούμενων (π.χ. Μάτι, υποκλοπές) είναι μόνο λίγα από τα παραδείγματα που έχουν συνεισφέρει στον πρωτοφανή κλυδωνισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη, κάτι το οποίο συνήθως αποτελεί τον προάγγελο ή καλύτερα το αρχικό «λίπασμα» για την ανάδειξη και ενίσχυση εθνολαϊκίστικων, υπερσυντηρητικών και οπορτουνίστικων πολιτικών μορφωμάτων, όπως η Χρυσή Αυγή ή οι «Σπαρτιάτες».
Εάν, δε, σε αυτά προστεθεί και η επιλογή από τον Κυριάκο Μητσοτάκη της πρώην προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Κατερίνας Σακελλαροπούλου, για τη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας το 2020, η κατάσταση χειροτερεύει έτι περαιτέρω, καθώς, κατά αυτόν τον τρόπο μεταδόθηκε, ηθελημένα ή μη, ένα εντελώς λανθασμένο μήνυμα σχετικά με τις σχέσεις της δικαστικής εξουσίας με τις άλλες δύο, τη νομοθετική και την εκτελεστική, τις οποίες, βάσει Συντάγματος, οφείλει να ελέγχει. Κι αυτή η «μομφή» δεν προσωποποιείται στην τέως ή όποια/όποιον επόμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αντιθέτως, αφορά το λανθασμένο συμβολικού χαρακτήρα μήνυμα που μεταδόθηκε.
Η Δικαιοσύνη δεν έχει κατορθώσει
να πείσει τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία
ότι οι αποφάσεις της είναι προϊόν
ανεξάρτητης και πλήρως ανεπηρέαστης κρίσης


Η «εμπλοκή» του Υπουργικού Συμβουλίου
Για να επανέλθουμε στην αναθεώρηση του Συντάγματος, η βάση όλων παραπάνω προβλημάτων, θα ήταν λάθος να αναζητηθεί οπουδήποτε αλλού εκτός από την ίδια την επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων (Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο, Διοικητικά Δικαστήρια), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 90, παρ. 5, του Συντάγματος, ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου, δηλαδή έγκειται, επί της ουσίας, στην ίδια την κυβέρνηση!
Όπως γίνεται αντιληπτό, ο συνειρμός ότι η εκάστοτε κυβέρνηση θα επιλέξει τους ανθρώπους που ενδέχεται να λειτουργήσουν με τρόπο ευνοϊκό προς τα συμφέροντα της, γίνεται αυτόματα, ακόμα και αν πολλές φορές αυτό είτε δεν είναι αληθές είτε η κριτική είναι υπερβολική.
Για να γίνουμε, όμως, ακόμα πιο σαφείς, αρκεί απλώς να τονίσουμε ότι ακόμα και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αποδέχεται ότι «η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να απονέμεται με σύννομο και δίκαιο τρόπο και με ευθυδικία, αλλά θα πρέπει παράλληλα –οπωσδήποτε– να πείθει τους πολίτες που την παρατηρούν, είτε υπό την ιδιότητα του διαδίκου είτε ως ενεργοί πολίτες, ότι έχει όντως ασκήσει το έργο της με σύννομο και δίκαιο τρόπο και με ευθυδικία» («It is not merely of some importance but it is fundamental importance that justice should not only be done, but should manifestly and undoubtedly be seen to be done»).

Η κατεύθυνση της Συνταγματικής Αναθεώρησης:
Αν και ο σκοπός του παρόντος κειμένου δεν είναι σε καμία περίπτωση να προτείνει τον βέλτιστο τρόπο επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστικών, καθώς αυτό είναι αρμοδιότητα πεπειραμένων δικαστικών και νομοθετών, θα ήταν στα όρια του λαϊκισμού να καταγράψουμε ένα σοβαρό θεσμικό ζήτημα και να μην προταθεί παράλληλα ένα πιθανό, μεταξύ των πολλών, σχέδιο θεσμικής και πολιτικής επίλυσης, στα πρότυπα των ευρωπαϊκών πρακτικών.
Η κατεύθυνση που οφείλει να «προκριθεί» κατά την επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση, όπως και αν αυτή υλοποιηθεί στο τέλος, θα πρέπει να είναι σαφής: Ανάμειξη των Ολομελειών των Ανώτατων Δικαστηρίων στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας επιλογής των ηγεσιών, μέσω της πρότασης ορισμένων υποψηφίων για την εκάστοτε θέση (π.χ. η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου να προτείνει έναν ορισμένο αριθμό υποψηφίων για την ηγεσία του) και, την ίδια ώρα, αφαίρεση της αρμοδιότητας της τελικής επιλογής από το Υπουργικό Συμβούλιο και μετάθεσή της στην Ολομέλεια της Βουλής, η οποία θα κληθεί να αποφασίσει μέσω αυξημένης (δύο τρίτων π.χ.) πλειοψηφίας.
Η επίτευξη της απαιτούμενης πλειοψηφίας δεν θα είναι εύκολο να επιτευχθεί και παράλληλα εντοπίζεται και ο κίνδυνος των στρατηγικών – με μικροπολιτικές πολλές φορές επιδιώξεις– «συμμαχιών» από τους βουλευτές. Ωστόσο, αφενός μία τόσο κρίσιμη απόφαση δεν μπορεί να λαμβάνεται αποκλειστικά από την κυβερνητική πλειοψηφία, ενώ, αφετέρου, ενδέχεται να συνδράμει και στον «εκπολιτισμό» του πολιτικού συστήματος, μέσω των αναγκαίων συναινέσεων και συμβιβασμών.
Όσον αφορά την εμπλοκή των Ολομελειών των Ανωτάτων Δικαστικών στη διαδικασία, είναι προφανές ότι δεν χρήζει περαιτέρω ανάλυσης. Όπως συνηγορεί η συντριπτική πλειονότητα των δικαστικών και τονίζει και σε επιστημονικό του άρθρο στη «nomarchia.gr» ο πρώην αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και επικεφαλής της ΑΔΑΕ Χρήστος Ράμμος, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι γνωρίζει καλύτερα τα προτερήματα και τα ελαττώματα των υποψηφίων, την ηθική ακεραιότητα τους, την ευρύτερη κατάρτισή τους και τις διοικητικές ικανότητές τους από τους ίδιους τους συναδέλφους τους.
Μάλιστα, ακόμα και το επιχείρημα ότι οι Ολομέλειες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν «στρατηγικές συμμαχίες» προς εξυπηρέτηση προσωπικών ή άλλων συμφερόντων δεν κρίνεται επαρκές, καθώς θα ήταν αδύνατον να εμπλακούν σε μία τέτοια διαδικασία όλοι οι δικαστικοί.
ΑΡΘΡΟ 86 Σ ΠΕΡΙ ΕΥΘΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ
Μόνο στην Ελλάδα προστατεύεται το «ανεύθυνο» των πολιτικών προσώπων

Έχοντας ανοίξει τη συζήτηση σχετικά με την πιθανή αναδιάρθρωση της Δικαιοσύνης στην επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση και έχοντας επίσης κατά νου και τις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, είναι μία καλή ευκαιρία να σταθούμε και στο ζήτημα του περίφημου άρθρου 86, σύμφωνα με το οποίο μόνο η Βουλή δύναται να κινήσει δίωξη για υπουργικά αδικήματα, με τη Δικαιοσύνη, ακόμα και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (ΕΡΡΟ), να μην έχει την παραμικρή αρμοδιότητα, αν δεν προηγηθεί η αντίστοιχη απόφαση της Βουλής.
Αντίθετα με όσα συμβαίνουν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει το δικαίωμα να ασκήσει δίωξη κατά πολιτικών προσώπων, να εισβάλλει σε γραφεία για να συλλέξει στοιχεία, ακόμα και να συλλάβει αξιωματούχους για υποθέσεις που αφορούν κοινοτικά κονδύλια, στην Ελλάδα ένας Ευρωπαίος εισαγγελέας δεν μπορεί να «αγγίξει» κάποιον υπουργό ή πρώην υπουργό, ακόμα και αν τα στοιχεία δεν επιδέχονται της παραμικρής αμφισβήτησης, καθώς το απαγορεύει το ίδιο το Σύνταγμα.
Το αδιανόητο σκάνδαλο διαφθοράς του ΟΠΕΚΕΠΕ έρχεται να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές και να ενισχύσει την ιδέα περί «ευρωπαϊκής εξαίρεσης».
Για να το θέσουμε διαφορετικά, δεν υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη, το Σύνταγμα της οποίας να προστατεύει κατά αυτόν τον τρόπο το «ανεύθυνο» των πολιτικών προσώπων και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να αλλάξει άμεσα. Οι 1.300.000 υπογραφές που συγκέντρωσε και κατέθεσε στη Βουλή τη Δευτέρα 7 Ιουλίου η επικεφαλής του συλλόγου «Τέμπη 2023», Μαρία Καρυστιανού, για την αναθεώρηση του άρθρου 86, κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση και είναι μία πρωτοβουλία που θα πρέπει να στηριχθεί από το σύνολο του πολιτικού συστήματος, χωρίς μικροκομματικές σκοπιμότητες.
Εν κατακλείδι, είναι σαφές ότι όταν μιλάμε για την επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση θα πρέπει πρωτίστως να αναφερόμαστε στον τομέα της Δικαιοσύνης και την – κομβικής σημασίας – διάκριση των εξουσιών.
Από τη διαδικασία της επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστικών, η οποία θα πρέπει να αφαιρεθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο και να μεταφερθεί στις Ολομέλειες των Δικαστηρίων και της Βουλής, μέχρι την απαγόρευση της ανάληψης οποιασδήποτε θεσμικής θέσης (Προεδρία της Δημοκρατίας, ηγεσία κάποιας Ανεξάρτητης Αρχής, θέση βουλευτή κλπ) από τους επικεφαλής των Ανωτάτων Δικαστηρίων για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την ολοκλήρωση της θητείας τους, αλλά και την αναθεώρηση του άρθρου 86 για το απαράδεκτο και αναχρονιστικό «ανεύθυνο» των πολιτικών, το οποίο οδηγεί σε εγκληματικά λάθη και παραλείψεις –από τα Τέμπη και το Μάτι μέχρι τη διαφθορά και τη χρεοκοπία της χώρας– είναι φανερό ότι οι θεσμικές και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη οφείλουν να αποτελέσουν την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για οτιδήποτε άλλο θελήσουμε να συζητήσουμε στη συνέχεια, όπως η αναδιανομή του πλούτου, η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, η φορολογική και κλιματική δικαιοσύνη, η ενίσχυση των δημοσίων υποδομών, η αναθεώρηση του άρθρου 16 κ.ο.κ. .
(*) Το άρθρο περιέχει χρήσιμες πληροφορίες και ιδέες από επιστημονικό άρθρο επί του ζητήματος που δημοσιεύθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 2024 στον επιστημονικό χώρο συζήτησης για επίκαιρα γεγονότα και εξελίξεις, «nomarchia.gr»