Το φθινόπωρο η μείωση των εισφορών

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ: Ποιες είναι οι παρεμβάσεις που ετοιμάζονται από το υπουργείο Εργασίας

Θα νομοθετηθούν τους επόμενους μήνες και θα τεθούν σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2020

Του Μιχάλη Κάσση

Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να βοηθηθούν οι επιχειρήσεις και να προχωρήσουν σε νέες προσλήψεις, ήταν μία από τις προεκλογικές δεσμεύσεις της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και μία απαίτηση της αγοράς. Έτσι, αν και καλά-καλά δεν έχει συμπληρώσει δύο μήνες, η κυβέρνηση επεξεργάζεται διάφορα σχέδια για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.

Κι όπως αναφέρουν καλά πληροφορημένες πηγές, το σχέδιο που έχει προκριθεί είναι να υλοποιηθεί σε δύο άξονες. Και θα αφορά τόσο τους ελεύθερους επαγγελματίες, οι οποίοι έχουν υποφέρει με τον νόμο Κατρούγκαλου, αλλά και τους μισθωτούς.

Ειδικά, στο σκέλος των εισφορών σε ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους και αγρότες, το υπουργείο Εργασίας μετρά όλα τα πιθανά σενάρια, με αιχμή την ελάφρυνση των μεσαίων εισοδημάτων. Όσο για τις εισφορές των μισθωτών, που βαρύνουν εργοδότες και εργαζόμενους, σύμφωνα με πληροφορίες, το υπουργείο Εργασίας φαίνεται πως βάζει στο συρτάρι το σχέδιο μείωσης των εισφορών κύριας ασφάλισης από 20% σε 15% σε βάθος 4ετίας.

Πλέον, εξετάζεται η μείωση των συνολικών εισφορών που βαραίνουν τις δύο πλευρές κατά 5 μονάδες, σε βάθος 5ετίας. Οι όποιες αλλαγές εκτιμάται ότι θα νομοθετηθούν εντός του φθινοπώρου, καθώς στόχος του υπουργείου εργασίας είναι να εφαρμοστούν στις αρχές του 2020.

Τα σενάρια

Τρία είναι τα κυρίαρχα σενάρια που επεξεργάζονται στο υπουργείο Εργασίας για τις εισφορές των μη μισθωτών.

Το πρώτο σενάριο αφορά τη θεσμοθέτηση ενός χαμηλότερου ανώτατου ορίου εισοδήματος για το οποίο θα καταβάλλει κάποιος ελεύθερος επαγγελματίας εισφορές, πολύ χαμηλότερο από τα 78.000 ευρώ που ισχύει σήμερα (10πλάσιο του κατώτατου μισθού επί 12 μήνες ήτοι 10Χ650 ευρώΧ12 μήνες). Το νέο αυτό όριο, θα παραμένει σταθερό, ανεξάρτητα από τις μελλοντικές, πιθανές αυξήσεις του κατώτατου μισθού.

Το δεύτερο σενάριο αφορά την έκπτωση των ασφαλιστικών εισφορών από το εισόδημα, και στη συνέχεια τον υπολογισμό των εισφορών της επόμενης χρονιάς. Να σημειωθεί ότι σήμερα οι ασφαλιστικές εισφορές για τους ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους και αγρότες, ανεξάρτητα από το ύψος του εισοδήματός τους, υπολογίζονται στο 100% του καθαρού φορολογητέου εισοδήματος συν τις καταβλητέες εισφορές του προηγούμενου έτους. Η ισχύουσα σήμερα διάταξη εφαρμόστηκε από τις αρχές του 2018, με έκπτωση του εισοδήματος επί του οποίου υπολογίζεται η εισφορά, κατά 15%. Από τις αρχές του τρέχοντος έτους όμως, η έκπτωση έπαψε να ισχύει, με συνέπεια την επιβάρυνση των ελεύθερων επαγγελματιών και των επαγγελματιών.

Το τρίτο σενάριο αφορά την πλήρη αποσύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών των μη μισθωτών από τη φορολογική βάση, ώστε να μη συνδέεται το ύψος τους με το εισόδημα. Σε αυτό το πιθανό σενάριο, μετρώνται οι δυνατότητες επαναφοράς μιας δικαιότερης και λογικότερης κλίμακας τεκμαρτών εισοδημάτων, επί των οποίων θα καταβάλλονται οι εισφορές.

Να σημειωθεί εδώ ότι, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, με το νέο σύστημα εισφορών για τους μη μισθωτούς, περίπου το 85% βρίσκεται στη χαμηλή κλίμακα, καταβάλλοντας χαμηλότερες εισφορές από το παρελθόν, θα λάβουν όμως αντίστοιχα μειωμένες συντάξεις κατά περίπου 35%. Την ίδια στιγμή, εκτιμάται ότι τα δηλωθέντα εισοδήματα μειώθηκαν κατά 500 εκατ. ευρώ, καθώς υπήρξε απόκρυψη εισοδημάτων με στόχο την καταβολή χαμηλότερων εισφορών. Για τον λόγο αυτό, οι εκπρόσωποι των φορέων που εκπροσωπούν τους αυτοαπασχολούμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες επισημαίνουν ότι η εισφοροδοτική ικανότητα των επαγγελματιών και εμπόρων έχει εξαντληθεί.

Οι εισφορές των μισθωτών

Όσον αφορά τις παρεμβάσεις στις εισφορές μισθωτών, πλέον, η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας έχοντας μελετήσει την πραγματική εικόνα της κατάστασης των οικονομικών του ΕΦΚΑ, έχει εγκαταλείψει το σενάριο για μείωση των εισφορών εργοδοτών και εργαζομένων για την κύρια ασφάλιση, από 20% σε 15%.

Σύμφωνα με πληροφορίες από το υπουργείου Εργασίας, μια τέτοια εξέλιξη αφενός θα οδηγούσε σε δραματικότερες –από αυτές που προβλέπει ήδη ο νόμος Κατρούγκαλου– μειώσεις συντάξεων. Αφετέρου θα οδηγούσε στην ανάγκη μιας νέας, βραχυχρόνιας παρέμβασης στο ασφαλιστικό σύστημα, με αιχμή είτε την περαιτέρω μείωση των παροχών, είτε την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης.

Αποκλείοντας κάθε τέτοιο ενδεχόμενο, ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης αναζητεί λύσεις στις εισφορές που δεν συνδέονται με την κύρια σύνταξη, αφορούν είτε τις παροχές υγείας (7,1%) και επικουρικής ασφάλισης (6,5%) είτε παροχές ανεργίας (5,61%), εργατικής κατοικίας (1%) και εργατικής εστίας 0,35%.

Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, το κόστος της προωθούμενης παρέμβασης έχει ήδη εκτιμηθεί σε 2,6 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μεικτό κόστος, καθώς στο καθαρό ποσό που θα προκύψει ως επιβάρυνση προς το σύστημα και κατά συνέπεια τα δημόσια οικονομικά από τη μείωση των εισφορών, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν τόσο οι συνέπειες στη φορολογία, λόγω της αύξησης του εισοδήματος, όσο και οι πιθανές θετικές προοπτικές από την αύξηση της απασχόλησης και τη μείωση της εισφοροδιαφυγής.

Να σημειωθεί ότι σήμερα, για μισθό 650 ευρώ μεικτά (547,63 ευρώ καθαρά), το συνολικό κόστος για τον εργοδότη, σε ετήσια βάση είναι της τάξης των 946,48 ευρώ. Εάν η κυβέρνηση προχωρήσει σε μείωση των λεγόμενων εισφορών υπέρ τρίτων που αφορούν ανεργία, κοινωνική κατοικία και άλλες παροχές όπως κοινωνικός τουρισμός κ.λπ., θα αυξηθούν από τη μια οι καθαρές αποδοχές του εργαζομένου και από την άλλη θα μειωθεί το συνολικό εργοδοτικό κόστος.

Για παράδειγμα, οι εισφορές για ΟΑΕΔ, ΟΕΚ ΟΕΕ είναι 3,28% για τον εργαζόμενο, που αναλογούν σε 21,32 ευρώ στις μεικτές αποδοχές του κατώτατου μισθού, και 3,68% για τον εργοδότη που αναλογούν σε 28 ευρώ μεικτά.

Στα εξεταζόμενα σενάρια συγκαταλέγεται επίσης η μείωση της διπλής εισφοράς υγείας, στις περιπτώσεις μισθωτών με διπλή ασφάλιση, ενώ δεν αποκλείεται και η επίσπευση της μείωσης των εισφορών για επικουρική ασφάλιση από 6,5% σε 6%, εντός του 2020.

Διαβάστε επίσης