
Το «μαξιλάρι» του Ταμείου Ανάκαμψης και ο… ονειροκρίτης του Κυριάκου
Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως νέο παραγωγικό αφήγημα: βιομηχανία νέας γενιάς, μεταποίηση με εξαγωγικό προσανατολισμό, αγροτική παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας, πραγματική σύνδεση της έρευνας με την αγορά
Στα μέσα της εβδομάδας που «κλείνει» αύριο ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν προσκεκλημένος και μίλησε στο 36ο Greek Economic Summit που διοργάνωσε Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο. Είδηση δεν βγήκε από το στόμα του πρωθυπουργού. Ούτε μάθαμε κάτι που δεν γνωρίζαμε.
Και δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά αφού ο πρόεδρος της κυβέρνησης αναλώθηκε σε τετριμμένες αναφορές για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Είπε για παράδειγμα ότι την περίοδο 2015-2018 η Ελλάδα είχε τους χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά τώρα η χώρα έχει μπει σε έναν ενάρετο κύκλο ανάπτυξης και αξιοπιστίας, με την ΕΕ να προσφέρει στα επόμενα χρόνια νέες μεγάλες χρηματοδοτικές ευκαιρίες.
Το… μητσοτάκειο συμπέρασμα; Ότι μετά από το επερχόμενο κλείσιμο της «κάνουλας» του Ταμείου Ανάκαμψης η συνέχεια θα εξαρτηθεί από το πλήθος των επενδύσεις, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και καλύτερη –λέει– παραγωγικότητα, που με τη σειρά της θα φέρει υψηλότερους μισθούς για όλους.
Στα πολλά «αν» και «θα» του πρωθυπουργικού συλλογισμού ευτυχώς υπάρχει η παραδοχή της αλήθειας. Ότι δηλαδή τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης ήταν ένας αναπνευστήρας έκτακτης ανάγκης, το οξυγόνο του οποίου είναι πεπερασμένο και κακά τα ψέματα είναι εξαιρετικά αμφίβολο –αν δεν είναι αδύνατο– να αναπληρωθεί με το μελλοντικό κοινοτικό χρήμα στο οποίο ομνύει ο Κυριάκος.
Πριν, λοιπόν, από τους βερμπαλισμούς ότι οι προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου προγράμματος που «δείχνουν» επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης μετά το 2026 «είναι εκ φύσεως συντηρητικές» και ότι στην πραγματικότητα(;)η ελληνική οικονομία έχει πολύ μεγαλύτερη δυναμική και μπορεί να πετύχει υψηλότερους ρυθμούς, υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα που λέει ότι το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας παραμένει επίμονα ελλειμματικό, στέλνοντας κάθε χρόνο δισεκατομμύρια στο εξωτερικό.
Δυστυχώς η ελληνική οικονομία συνεχίζει να στέκεται σε τρία σαθρά πόδια: κατανάλωση, τουρισμό και ακίνητα. Κλάδοι σημαντικοί, αλλά όχι αρκετοί για να στηρίξουν μια χώρα που θέλει να παίζει στην πρώτη κατηγορία της Ευρώπης. Παράγουμε λίγα, εισάγουμε πολλά και πανηγυρίζουμε για την ανάπτυξη χωρίς να κοιτάμε τη σύνθεσή της. Είναι σαν να χαίρεσαι που ανεβαίνει ο σφυγμός, ενώ έχεις πυρετό.
Το εμπορικό έλλειμμα δεν είναι απλώς ένας λογιστικός δείκτης. Είναι η πιο ειλικρινής φωτογραφία της παραγωγικής μας αδυναμίας. Εξαρτόμαστε από εισαγόμενη ενέργεια, πρώτες ύλες, τεχνολογία, ακόμα και βασικά βιομηχανικά προϊόντα. Κάθε κύμα διεθνούς αναταραχής μεταφράζεται σε ακριβότερο κόστος ζωής, πληθωρισμό και πιέσεις στις αντοχές της κοινωνίας. Και αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί. Δεν κατέληξε καλά.
Το Ταμείο Ανάκαμψης, όσο κι αν παρουσιάστηκε ως ιστορική ευκαιρία επανεκκίνησης, η κυβέρνηση το χρησιμοποίησε σε μεγάλο βαθμό ως καύσιμο κατανάλωσης και έργων γρήγορης απόδοσης, αντί μα το μετατρέψει σε καταλύτης βαθιάς παραγωγικής μεταμόρφωσης. Οι δομικές μεταρρυθμίσεις προχωρούν με αργό βηματισμό, η βιομηχανία παραμένει ασθενής και η καινοτομία συχνά εξαντλείται σε παρουσιάσεις PowerPoint.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι πολιτικό, κοινωνικό και βαθιά στρατηγικό. Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως νέο παραγωγικό αφήγημα: βιομηχανία νέας γενιάς, μεταποίηση με εξαγωγικό προσανατολισμό, αγροτική παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας, πραγματική σύνδεση της έρευνας με την αγορά. Χρειαζόμαστε λιγότερα συνθήματα και περισσότερα εργοστάσια. Λιγότερη επιδότηση κατανάλωσης και περισσότερη επένδυση στην παραγωγή.
Να το ξαναπούμε: Στο τέλος του νέου χρόνου που θα υποδεχτούμε σε λίγες ημέρες το «μαξιλάρι» του Ταμείου Ανάκαμψης θα ξεφουσκώσει. Τότε η χώρα θα σταθεί απέναντι στις αγορές, με μόνο όπλο την πραγματική της οικονομία. Αν αυτή εξακολουθεί να εισάγει περισσότερα από όσα παράγει, το έργο θα γίνει ξανά θρίλερ. Γι΄ αυτό επιμένουμε ότι η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Όσο νωρίτερα το καταλάβουμε, τόσο λιγότερο επώδυνος θα είναι ο επόμενος λογαριασμός. Γιατί, όπως γίνεται πάντα, ο εν λόγω λογαριασμός δεν εξαφανίζεται. Απλώς έρχεται αργότερα. Και συνήθως είναι πιο βαρύς.