
Τραμπ, ο «νομπελίστας» των εκβιασμών
Η πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράν είναι ακόμη μία απόδειξη ότι ο Αμερικανός πρόεδρος μετατρέπει κρίσιμα ζητήματα όπως η ασφάλεια ή η ενέργεια σε αντικείμενο παζαρέματος αποσταθεροποιώντας συμμαχίες και ενισχύοντας την καχυποψία
Στην παγκόσμια γεωπολιτική αρένα, η ισχύς δεν μετριέται μόνο με τα μεγέθη των οικονομιών και με τα… νταν στρατευμάτων και οπλοστασίων. Μετριέται συχνά και με την μετατροπή του διπλωματικού κεφαλαίου σε μοχλούς πίεσης ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες όπου ο εκάστοτε αντίπαλος δεν έχει καλές επιλογές, αλλά καλείται να διαλέξει μόνο τις λιγότερο κακές. Και σε αυτό το πεδίο, ο ντίλερ Ντόναλντ Τραμπ διεκδικεί με αξιώσεις τη «διάκριση» του αρχιτέκτονα της πολιτικής του εκβιασμού.
Του Νίκου Τσαγκατάκη
Όσοι περίμεναν τα ξημερώματα της Πέμπτης (σε ώρες Ελλάδος) να ακούσουν το πολυαναμενόμενο διάγγελμα του προέδρου των ΗΠΑ προς αμερικανικό λαό πιστεύοντας ότι θα μάθουν κάτι καινούργιο για τις εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο του Ιράν μάλλον έχασαν τζάμπα τον ύπνο τους.
Με περίσσια –αλλά εμφανώς επίπλαστη– αυτοπεποίθηση ο Τραμπ δήλωσε ότι η πολεμική μηχανή της αστερόεσσας θα χτυπήσει «πολύ σκληρά κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο-τριών εβδομάδων» τους Πέρσες, κομπορρημονώντας ότι «θα τους γυρίσουν πίσω στη Λίθινη Εποχή, όπου ανήκουν.». Απείλησε δε την Τεχεράνη πώς αν δεν κλειστεί συμφωνία «θα πλήξουμε καθέναν από τους ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς τους με μεγάλη ένταση και πιθανόν ταυτόχρονα».
Οι περισσότεροι διεθνείς αναλυτές συμφωνούν ότι αυτό που επεδίωξε να πετύχει ο Τραμπ με το διάγγελμά του ήταν να «πουλήσει» τον πόλεμο στον εσωτερικό αμερικανικό ακροατήριό του που δυσανασχετεί δημοσκοπικά με τη στρατηγική της στρατιωτικής εμπλοκής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Και για να το καταφέρει αυτό ο «πλανητάρχης» ακολούθησε τη γνωστή συνταγή του… MAGA αφηγήματος («Είμαστε κοντά στο να τελειώσουμε τη δυσοίωνη απειλή του Ιράν για την Αμερική και τον κόσμο. Έχουμε όλα τα χαρτιά στα χέρια μας. Αυτοί δεν έχουν κανένα»), με ολίγη από… εκβιασμούς.
Οι τελευταίοι αφορούσαν κυρίως τα κράτη-μέλη του NATO που δεν δέχτηκαν να «βοηθήσουν» την Ουάσινγκτον στο θέμα των Στενών του Ορμούζ, με τον Τραμπ να κουνάει το δάχτυλο προτρέποντας δεικτικά τις οι χώρες που εξαρτώνται από τον επίμαχο δίαυλο για τον ενεργειακό εφοδιασμό τους «να πάνε να τα καταλάβουν». «Πηγαίνετε στο στενό, καταλάβετέ το, προστατεύστε το, αξιοποιήστε το», είπε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πρόεδρος.
Σύμπτωση επαναλαμβανόμενη…
Τα παραπάνω δεν αποτελούν απλή επικοινωνιακή τραμπική υπερβολή. Αν δει κάποιος τις κινήσεις του σε τρία παράλληλα μέτωπα, εν προκειμένω την ενέργεια, τη γεωπολιτική ασφάλεια και το διεθνές εμπόριο, θα διαπιστώσει ότι ο Τραμπ πολιτεύεται βάσει του επαναλαμβανόμενου μοτίβο πίεση-απειλή-διαπραγμάτευση από θέση ισχύος. Τα παραδείγματα είναι πλέον πολλά για να θεωρηθούν σύμπτωση.
Έχουμε, καταρχάς, το choke point που λέγεται Ορμούζ. Σον Περσικό Κόλπο, είναι γνωστό ότι το Στενό του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένας θαλάσσιος διάδρομος. Είναι η «καρωτίδα» της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς, καθώς διέρχεται από εκεί περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Η άλλοτε έμμεσή και άλλοτε άμεση ρητορική Τραμπ γύρω από την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και την «ευθύνη» των συμμάχων να πληρώσουν για την προστασία της, δεν είναι νέα. Από την πρώτη του θητεία είχε θέσει το ερώτημα: γιατί οι ΗΠΑ να εγγυώνται δωρεάν την ασφάλεια των θαλάσσιων δρόμων; Το υπονοούμενο είναι σαφές: η ασφάλεια μπορεί να γίνει διαπραγματευτικό χαρτί και σε έναν κόσμο όπου η ενεργειακή αβεβαιότητα έχει χτυπήσει κόκκινο, αυτό αγγίζει τα όρια του εκβιασμού.
Στην άλλη επίσης πολεμική περίπτωση, στην Ουκρανία, το αμερικανικό αφήγημα αποκτά πιο χειροπιαστή μορφή. Η χώρα διαθέτει σημαντικά αποθέματα κρίσιμων πρώτων υλών όπως λ.χ. λίθιο και τιτάνιο, που είναι απαραίτητα για την πράσινη μετάβαση και τη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας. Η προσέγγιση Τραμπ στο ουκρανικό ζήτημα, όπως έχει αποτυπωθεί σε δηλώσεις και πολιτικές τοποθετήσεις, κινείται σε μια λογική «ανταλλάγματος». Ότι δηλαδή η στήριξη δεν είναι δεδομένη, αντιθέτως συνδέεται με οικονομικά και στρατηγικά οφέλη. «Η αμερικανική υποστήριξη προς την Ουκρανία έχει ένα τίμημα: ορυκτό πλούτο αξίας 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων», είχε δηλώσει δημόσια τον Φεβρουάριο του 2025 ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
Δασμοί και οικονομική πίεση
Απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το εργαλείο-μέγγενη που χρησιμοποίησε ο Τραμπ ήταν διαφορετική στην «όψη» αλλά ολόιδια στην (εκβιαστική) λογική. Κι αυτό το εργαλείο ήταν οι δασμοί ή τουλάχιστον η απειλή επιβολής τους που προκάλεσαν πολλές αναταράξεις στην Γηραιά Ήπειρο. Το μήνυμα του Λευκού Οίκου προς τις Βρυξέλλες ήταν –και παραμένει– σχεδόν ωμό και μεταφράζεται στο εκβιαστικό δίλλημα «ή παίζετε με τους δικούς μου όρους ή πληρώνετε το κόστος».

Θυμίζεται ότι με βάση τη συμφωνία που επιτεύχθηκε στα τέλη του Ιουλίου του 2025 για την αποφυγή υψηλότερων κυρώσεων η διοίκηση Τραμπ έχει επιβάλει δασμούς ύψους 15% στις περισσότερες ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ.
Έκπληξη; Καμία, καθώς η εμπειρία της προηγούμενης θητείας του Τραμπ έδειξε ότι το εμπόριο μπορεί να μετατραπεί σε όπλο. Από τον χάλυβα μέχρι τα αυτοκίνητα, η απειλή περιορισμών στην πρόσβαση στην αμερικανική αγορά χρησιμοποιήθηκε για να εξαναγκάσει τους αντιπάλους του… MAGA του Μαρ-α-Λάγκο σε διαπραγματεύσεις. Αυτός ήταν, άλλωστε, ανέκαθεν ο 80χρονος Αμερικανός πρόεδρος που επιζητούσε και το Νόμπελ Ειρήνης: ένας μεγιστάνας που μπήκε στην πολιτική αντιμετωπίζοντάς την ως σύστημα διαδοχικών συναλλαγών και επιδιώκοντας να βγάλει… ξύγκι από κάθε «μύγα» κρίσης.
