Με το τσαμπουκά στην προανακριτική ο Βενιζέλος

Με νέα επιστολή που κατέθεσε ο Ευάγγελος Βενιζέλος σήμερα το πρωί στην προανακριτική επιτροπή, ζητεί να διερευνηθούν όλες οι πτυχές της υπόθεσης Novartis ακόμη και το αδίκημα της απιστίας που σύμφωνα με το ΣΥΡΙΖΑ έχει παραγραφεί.

Μάλιστα ο κ. Βενιζέλος ζήτησε να εμφανιστεί ο ίδιος ενώπιον της επιτροπής για να αναπτύξει τις ενστάσεις και τα αιτήματα του. Το αίτημα του έγινε δεκτό και ο κ. Βενιζέλος θα πάει στην προανακριτική την Τρίτη το απόγευμα.

Στην εξασέλιδη επιστολή του ο κ. Βενιζέλος παραθέτει τα μέχρι τούδε δεδομένα, τις ενστάσεις του για τη λειτουργία της επιτροπής και τις εκτιμήσεις του ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είχε κάνει εξαρχής την επιλογή να αποφύγει, με κάθε δυνατό τρόπο, την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Κυρίως, όμως, ο κ. Βενιζέλος υπογραμμίζει ότι αν δεν γίνει έρευνα επί της ουσίας, δηλαδή, «αν οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν – όπως εξαγγέλθηκαν, κυοφορήθηκαν και διατυπώθηκαν – κατά δέκα πολιτικών προσώπων για την υπόθεση Novartis, δεν διερευνηθούν επί της ουσίας στη φάση αυτή από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, δεν πρόκειται, για προφανείς νομικούς λόγους, να διερευνηθούν από κανένα. Ούτε από το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 Σ. γιατί η υπόθεση δεν θα παραπεμφθεί σε αυτό, ούτε από τη τακτική Δικαιοσύνη γιατί δεν έχει δικαιοδοσία».

Η εξέταση της αρμοδιότητας

Ειδικότερα και ως προς την θέση του ΣΥΡΙΖΑ ότι πρέπει προεχόντως να εξεταστεί η αρμοδιότητα της ειδικής επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης, ο κ. Βενιζέλος υπογραμμίζει ότι τη θέση αυτή προβάλλει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, την ίδια ώρα που στην πρότασή της δεν συμπεριέλαβε την απιστία και την ενδεχόμενη βλάβη του δημοσίου, τον πυρήνα δηλαδή της υπόθεσης αυτής, με στόχο να καλύψει πράξεις και παραλείψεις του Παναγιώτη Κουρουμπλή.

Ο κ. Βενιζέλος εκτιμά εξάλλου ότι το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων (σ.σ. δεν αναφέρεται στο διαβιβαστικό έγγραφο της Εισαγγελίας) περιελήφθη στην πρόταση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ μόνο και μόνο για τη δημιουργία εντυπώσεων και μόνο και μόνο για να πει τελικά η Βουλή ότι αναπέμπει στη δικαιοσύνη την υπόθεση, καθώς το ξέπλυμα έχει διαρκή χαρακτήρα και ανήκει στη δικαιοδοσία της τακτικής δικαιοσύνης.

Με βάση, συνεπώς, τα παραπάνω η συζήτηση περί της αρμοδιότητας είναι ήδη υπονομευμένη, αναφέρει στην επιστολή του ο κ. Βενιζέλος.

«Μεθοδεύεται αναπομπή της δικογραφίας»

Ως προς το αδίκημα της δωροληψίας, και τη διάκριση του εάν αυτό έχει συντελεστεί κατά την άσκηση ή επ΄ ευκαιρία των υπουργικών καθηκόντων, ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, επισημαίνει ότι σύμφωνα με το συλλογισμό των ΣΥΡΙΖΑ -ΑΝΕΛ, αν θεωρηθεί ότι ισχύει το πρώτο, έχει ήδη εξαλειφθεί το αξιόποινο κατά τρόπο παρόμοιο με το φερόμενο αδίκημα της απιστίας. Αν θεωρηθεί ότι ισχύει το δεύτερο, η δικογραφία θα αναδιαβιβαστεί στη Δικαιοσύνη. Αυτή όμως είναι μια διάκριση που συνιστά ερμηνευτική επινόηση, αντίθετη με την κοινοβουλευτική πρακτική και την πάγια νομολογία, όπως σημειώνει ο κ. Βενιζέλος.

«Σύμφωνα συνεπώς με την πρόταση της πλειοψηφίας και στη μια και στην άλλη περίπτωση η Επιτροπή σας δεν πρόκειται να ασχοληθεί με την ουσία.

Δεν πρόκειται να εξετάσει επωνύμως ή έστω ανωνύμως τους τρεις μάρτυρες, να εξετάσει τον Κ. Φρουζή και τις διοικήσεις τις Novartis, να καλέσει άλλους μάρτυρες, να συγκεντρώσει έγγραφα και γενικά να διερευνήσει την υπόθεση σε επίπεδο πραγματικής προκαταρκτικής εξέτασης» εκτιμά ο κ. Βενιζέλος και υπογραμμίζει ότι αν η δικογραφία αναδιαβιβαστεί στην τακτική δικαιοσύνη, «αυτό θα συμβεί σε αντίθεση προς την ήδη εκφρασμένη και πάγια θέση της Δικαιοσύνης που έκρινε ότι δεν έχει αρμοδιότητα και γιαυτό διαβίβασε τη δικογραφία στη Βουλή».

«Όχι στην πολιτική σκευωρία»

Ο Ε. Βενιζέλος υπογραμμίζει επίσης ότι «η πολιτική σκευωρία, που οφείλει να αντικρούσει η Επιτροπή, συνίσταται πλέον στο ότι επιδιώκεται να οργανωθεί η διαδικασία έτσι ώστε να μην ασχοληθεί με τη ουσία λόγω εξάλειψης του αδικήματος της απιστίας και δήθεν αναρμοδιότητάς της για το αδίκημα της δωροληψίας, η δε Δικαιοσύνη να μην ασχοληθεί με την ουσία λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας για τα αδικήματα των άρθρων 235 και 159 ΠΚ», διότι και η εισαγγελική αρχή γνωρίζει πως «είτε τα φερόμενα ως αδικήματα των άρθρων 235 και 159 έχουν τελεσθεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπουργού όποτε είναι αρμόδια η Βουλή, είτε δεν υπάρχει καν αδίκημα».

Διαβάστε επίσης