Χωρίς τον Σόιμπλε, κι όποιος θέλει ας είναι…

Το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών δεν ενθουσίασε κανέναν από την ελληνική πολιτική ηγεσία. Όλοι μα όλοι γνώριζαν ότι η Άνγκελα Μέρκελ θα ήταν η νικήτρια των εκλογών, αλλά σε καμία περίπτωση δεν υπολόγιζαν ότι θα ενίσχυε τις δυνάμεις της διεκδικώντας ακόμη και την αυτοδυναμία.

Τόσο σε Μαξίμου και Χαριλάου Τρικούπη, όσο και στην Κουμουνδούρου αναμένουν με σχετική αγωνία τις εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών για τη σύνθεση της κυβέρνησης και την επόμενη ημέρα ενός μεγάλου συνασπισμού. Πάντως, στην ελληνική πολιτική σκηνή δεν αναμένουν μεγάλες αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των Γερμανών, καθώς τον πρώτο και τελευταίο λόγο στην άσκηση της πολιτικής θα έχει η μεγάλη νικήτρια των εκλογών, η Α. Μέρκελ, η οποία είναι πλέον ο κυρίαρχος του γερμανικού πολιτικού τοπίου.

«Εμείς κοιτάζουμε τη δουλειά μας», είναι το μήνυμα που έχει αποστείλει ο πρωθυπουργός σε όλο το Υπουργικό Συμβούλιο. Όμως στο Μαξίμου έχουν ξεκινήσει από το πρωί της Δευτέρας ασκήσεις επί χάρτου, εκτιμώντας τη διαμορφωμένη κατάσταση. Το καλό, όπως λένε συνεργάτες του πρωθυπουργού, είναι αφενός μεν πως η Μέρκελ αποτάθηκε στους Σοσιαλδημοκράτες για κυβερνητική συνεργασία και αφετέρου ότι παρά τα όσα είπε ο Στάινμπρουκ το βράδυ της Κυριακής (σ.σ.: «να παραμείνουμε στην αντιπολίτευση»), οι Σοσιαλδημοκράτες μετέχουν των διαπραγματεύσεων. Αυτό για το Μαξίμου είναι η καλύτερη δυνατή εξέλιξη, ειδικά εάν επιμείνουν οι Σοσιαλδημοκράτες στο να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη και να χαλαρώσει η λιτότητα.

Στην περίπτωση που ευοδωθεί το πολιτικό φλερτ και ο μεγάλο κυβερνητικός συνασπισμός έλθει «εις γάμου κοινωνία», τότε πρέπει να θεωρείται βέβαιο πως ο Βόλφρανγκ Σόιμπλε δεν θα είναι υπουργός Οικονομικών, παρά το γεγονός ότι οι Γερμανοί τον θεωρούν ως τον ιδανικό άνθρωπο για τη θέση του «τσάρου» και απολαμβάνει υψηλή δημοφιλία. Σε αυτή την περίπτωση «θα φύγει από τη μέση ένας πολύ σκληρός άνθρωπος με δογματική εμμονή στη λιτότητα και την τιμωρία όσων δεν συμμορφώνονται», λένε κορυφαία υπουργικά στελέχη, που θα ένιωθαν πολύ καλύτερα με το ενδεχόμενο να αναλάμβανε ο Πεέρ Στάινμπρουκ υπουργός Οικονομικών, όπως είχε γίνει στην πρώτη περίοδο κυβερνητικής συνεργασίας των Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών το 2005. Όμως αυτό το ενδεχόμενο μάλλον πρέπει να ξεχαστεί, καθώς τόσο ο υποψήφιος για την καγκελαρία Στάινμπρουκ, όσο και ο πρόεδρος του κόμματος Ζίγκμαρ Γκάμπριελ δεν πρόκειται να αναλάβουν υπουργικούς θώκους.

Βέβαια, οι Χριστιανοδημοκράτες προωθούν για νέο «τσάρο» τον Γιόργκ Άσμουνσεν, ο οποίος κι αυτός έχει τις ίδιες σκληρές θέσεις, όμως όλοι παραδέχονται ότι «αυτός μπορεί να συζητηθεί». Βέβαια, όλα θα εξαρτηθούν από το εάν η Μέρκελ θέλει να κρατήσει υπό την απόλυτη επιρροή της το υπουργείο Οικονομικών ή όχι.

Θετικά, επίσης, αποτιμάται η έξοδος από τη Βουλή των Φιλελεύθερων. Όχι μόνο για την ιδιαίτερα σκληρή στάση που είχε κρατήσει ο Ρέσλερ απέναντι στην Ελλάδα, αλλά και διότι μία επανάληψη της κυβερνητικής συνεργασίας Χριστιανοδημοκρατών-Φιλελευθέρων με διατήρηση του ισχυρού διδύμου Μέρκελ – Σόιμπλε, δεν θα άφηνε –λένε– καμία χαραμάδα «αλλαγής» στις αποφάσεις του Βερολίνου.

Περί λιτότητας
Ενώ είναι σε εξέλιξη το πόκερ για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού, οι Σοσιαλδημοκράτες διατυπώνουν όρους για συνεργασία με τη Μέρκελ. Ένας από αυτούς είναι να τερματιστεί η πολιτική άκρας λιτότητας στην Ευρώπη. Μάλιστα ο σοσιαλδημοκράτης πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, κάλεσε την καγκελάριο να λάβει σοβαρά υπόψη τα κοινωνικά προβλήματα των ανθρώπων στην Ευρώπη. Κυρίως στο πεδίο της αντιμετώπισης της υψηλής νεανικής ανεργίας στις χώρες της κρίσης θα πρέπει να αναληφθούν πρωτοβουλίες, τόνισε ο Μ. Σουλτς σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Der Spiegel».

Οι δηλώσεις του σοσιαλδημοκράτη πολιτικού ερμηνεύονται ως συγκεκριμένος όρος προς τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU/CSU) της καγκελαρίου Μέρκελ, προκειμένου το SPD να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση συνασπισμού. Αναφερόμενος στην πολιτική λιτότητας που εφαρμόζεται στην Ευρώπη, ο Μ. Σουλτς υπογραμμίζει ότι «αυτή την πολιτική δεν θα μπορέσει να τη συνεχίσει η Μέρκελ».

Υπέρ της συγκρότησης κυβερνητικού συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών τάσσεται έμμεσα και ο πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου, Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ. Ο Χριστιανοδημοκράτης πολιτικός καλεί τους Γερμανούς να αντλήσουν διδάγματα από το υψηλό ποσοστό που σημείωσε η «ευρωφοβική» Εναλλακτική Επιλογή για τη Γερμανία (AfD) στις εκλογές, υπογραμμίζοντας: «Η επιτυχία της AfD υποδηλώνει ότι έχουμε πρόβλημα στο να εξηγήσουμε στους ανθρώπους τα περί του ευρώ». Ο Γιουνκέρ αναμένει από μια κυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών «πιο λεπτούς τρόπους συμπεριφοράς» έναντι των Ευρωπαίων εταίρων από ό,τι στο παρελθόν.

Η αντίπαλος Κραφτ
Διχασμένο εμφανίζεται, στο μεταξύ, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας στο ζήτημα του Μεγάλου Συνασπισμού με τους Χριστιανοδημοκράτες. Η μεγαλύτερη περιφερειακή οργάνωση στους κόλπους του SPD, η οργάνωση της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για μια τέτοια συμμαχία, την οποία η Γερμανίδα καγκελάριος έχει ανάγκη προκειμένου να κυβερνήσει.

«Δεν είναι δουλειά του SPD να διατηρήσει το CDU στην εξουσία ώστε να συνεχίσει τη σημερινή του πολιτική», δήλωσε η Χανελόρε Κραφτ, πρωθυπουργός του κρατιδίου και μεγάλη αντίπαλος της Μέρκελ, καθώς ουδέποτε ακολούθησε την πολιτική της «σιδηράς» κυρίας στην οικονομική διακυβέρνηση του κρατιδίου της. Μάλιστα, δεν είναι λίγα τα στελέχη των Σοσιαλδημοκρατών που θεωρούν την Κραφτ ως την καταλληλότερη για να «ρίξουν» τη Μέρκελ από την εξουσία.

Σύμφωνα με δημοσίευμα των «Financial Times», την ώρα που αυξάνονται οι αντιδράσεις στους κόλπους των Σοσιαλδημοκρατών, οι παραιτήσεις της ηγεσίας των Πρασίνων ενδέχεται να διευκολύνουν τη συγκρότηση ενός κυβερνητικού συνασπισμού των Χριστιανοδημοκρατών με τους Πράσινους. Ένα σενάριο που προωθεί ο ίδιος ο Σόιμπλε. Πάντως, σε ό,τι αφορά αυτό το ενδεχόμενο, ο Χορστ Ζεεχόφερ, ηγέτης της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης στη Βαυαρία, έχει δηλώσει ότι το κόμμα του προτιμά σαφώς έναν Μεγάλο Συνασπισμό με τους Σοσιαλδημοκράτες και ότι η ηγεσία «δεν είναι έτοιμη για μια συμμαχία με τους Πράσινους».

Μια θετική ένδειξη για τον Μεγάλο Συνασπισμό είναι η επανεκλογή του Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ, ως επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του SPD. Αναπληρωτής καγκελάριος στον προηγούμενο κυβερνητικό συνασπισμό των δύο κομμάτων (2005-2009), ο Σταϊνμάγερ θα μπορούσε να διαπραγματευτεί μια τέτοια συμφωνία, παρόλο που δεν έχει εκφραστεί δημοσίως.

Διαβάστε επίσης