
Υποκλοπές: Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο Μαξίμου
Είτε ως ενορχηστρωτής ενός σκοτεινού παρακράτους είτε ως ο πρωθυπουργός που άφησε τη χώρα ανοχύρωτη σε ιδιώτες κατασκόπους, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει διέξοδο διαφυγής
Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)

Μια ευρωπαϊκή δημοκρατία δεν ξυπνάει ένα πρωί ανακαλύπτοντας τυχαία ότι έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο κέντρο μαζικών παρακολουθήσεων. Στην Ελλάδα 2.0 του Κυριάκου Μητσοτάκη, η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων –συμπεριλαμβανομένου του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ και του Αρχηγού ΓΕΣ–, κορυφαίοι υπουργοί της κυβέρνησης, πρώην πρωθυπουργοί, ευρωβουλευτές και ερευνητές δημοσιογράφοι βρέθηκαν παγιδευμένοι στον ιστό ενός ψηφιακού παρακράτους.
Το πραγματικό, όμως, και πιο βαθύ σκάνδαλο αυτής της υπόθεσης δεν είναι απλώς η τέλεση των υποκλοπών. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι οι θεσμοί, που υποτίθεται ότι λειτουργούν ως εγγυητές του δημοκρατικού πολιτεύματος, εργαλειοποιήθηκαν για τη συγκάλυψη. Η κυβέρνηση πανικόβλητη, επέλεξε να ομολογήσει την ενοχή της μέσα από πρωτοφανείς, φωτογραφικές νομοθετικές παρεμβάσεις. Η ηγεσία της Δικαιοσύνης, ύψωσε ασπίδα προστασίας γύρω από το πρωθυπουργικό περιβάλλον. Και όλα οδηγούν αναπόδραστα σε ένα και μόνο πρόσωπο: τον Πρωθυπουργό.
Η «νομοθετική» ομολογία ενοχής του Μητσοτάκη
Μία μόλις ημέρα μετά τις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, ο Μητσοτάκης εκδίδει το ΠΔ 81/2019, με το οποίο έτσι απλά η ΕΥΠ μεταφέρεται «ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων, και προσωπικού» στην απόλυτη και άμεση εποπτεία του.
Ο μηχανισμός στελεχώθηκε με μαεστρία. Η κυβέρνηση προχώρησε τον Αύγουστο του 2019 σε «φωτογραφική» νομοθετική ρύθμιση για να διορίσει αρχηγό της ΕΥΠ τον εκλεκτό της, Παναγιώτη Κοντολέοντα, ο οποίος στερούνταν των νόμιμων προσόντων. Ενώ ρόλο συνδετικού κρίκου μεταξύ των μυστικών υπηρεσιών και του Μεγάρου Μαξίμου ανέλαβε ο ανιψιός του Πρωθυπουργού Γρηγόρης Δημητριάδης.
Με βάση τα όσα έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας όλοι όσοι παρακολουθούνταν από την ΕΥΠ, παρακολουθούνταν για λόγους «εθνικής ασφάλειας». Το σύστημα εκμεταλλεύτηκε την έννοια αυτή, ώστε να προσδώσει ένα νόμιμο πρόσχημα στις επισυνδέσεις που έκανε.
Ωστόσο, με βάση το Συνταγματικό Δίκαιο και τη νομολογία του ΣτΕ και του ΕΔΔΑ, η «εθνική ασφάλεια» συνδέεται στενά με την προστασία της υπόστασης του κράτους και δεν μπορεί, για παράδειγμα, να χρησιμοποιηθεί για την απλή προστασία κυβερνητικών ή κομματικών συμφερόντων, ούτε για κοινά ποινικά αδικήματα.
Το μοναδικό ανάχωμα απέναντι σε αυτή την κυβερνητική αυθαιρεσία ήταν η ΑΔΑΕ. Σύμφωνα με το ισχύον (έως και 31-3-2021) νομικό πλαίσιο, η ΕΥΠ είχε νομική υποχρέωση να αποστέλλει το πλήρες κείμενο της διάταξης άρσης απορρήτου στην ΑΔΑΕ. Μετά τη λήξη του μέτρου, η ΑΔΑΕ είχε την αποκλειστική αρμοδιότητα να ενημερώνει εγγράφως τον θιγόμενο πολίτη ότι είχε τεθεί υπό παρακολούθηση, υπό τον όρο ότι δεν διακυβευόταν πλέον ο σκοπός της έρευνας. Όταν δηλαδή, η έρευνα της ΕΥΠ ή των διωκτικών αρχών είχε ολοκληρωθεί επιτυχώς ή είχε αρχειοθετηθεί.
Ακριβώς αυτός ο συνταγματικός ρόλος της ΑΔΑΕ προκάλεσε τον απόλυτο θεσμικό πανικό το καλοκαίρι του 2020. Στις 12 Αυγούστου 2020, ο ερευνητής δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης προσφεύγει στην ΑΔΑΕ ζητώντας να ελεγχθεί αν οι τηλεφωνικές του γραμμές (δύο κινητά και ένα σταθερό) τελούν υπό παρακολούθηση. Την ίδια ακριβώς ημέρα (!), η ΕΥΠ διακόπτει άρον άρον την παρακολούθησή του.
Στις 10 Μαρτίου 2021, η ΑΔΑΕ έχοντας επιβεβαιώσει την επισύνδεση, απευθύνει επίσημο ερώτημα προς την Εισαγγελέα της ΕΥΠ κ. Βλάχου, εκκινώντας τη διαδικασία ενημέρωσης του δημοσιογράφου.
Εάν η διαδικασία ολοκληρωνόταν, η ΑΔΑΕ θα παρείχε στον δημοσιογράφο ένα επίσημο έγγραφο, το οποίο θα αποδείκνυε περίτρανα ότι η υπηρεσία πληροφοριών του ίδιου του Πρωθυπουργού τον θεωρούσε επίσημα «απειλή για την εθνική ασφάλεια» και τον παρακολουθούσε!
Προκειμένου να αποτραπεί αυτή η αποκάλυψη, η κυβέρνηση κατέφυγε σε μια πρωτοφανή νομοθετική λαθροχειρία.
Στις 31 Μαρτίου 2021, με προφανή σκοπό να φιμώσει την ΑΔΑΕ προτού αυτή προλάβει να αποκαλύψει το σκάνδαλο, η κυβέρνηση κατέθεσε εσπευσμένα τροπολογία, που εντάχθηκε, όλως καταχρηστικά, σε ένα εντελώς άσχετο νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας με κατεπείγοντα μέτρα για τον COVID-19 (ν. 4790/2021), επιβάλλοντας την καθολική και απόλυτη απαγόρευση ενημέρωσης του πολίτη στην περίπτωση που η παρακολούθησή του είχε γίνει για λόγους εθνικής ασφάλειας.
Το οριστικό αποτύπωμα της ενοχής, ωστόσο, βρίσκεται στη ρητή διάταξη ότι η απαγόρευση αυτή θα είχε αναδρομική ισχύ. Ένα κράτος δικαίου δεν καταργεί και μάλιστα με αναδρομική ισχύ έναν νόμο που ισχύει επί 27 συναπτά έτη.
Μια τέτοια παρέμβαση –η οποία, με την 465/2024 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ κρίθηκε αντισυνταγματική– δεν συνιστά πολιτική επιλογή προστασίας του κράτους. Συνιστά τη νομική επιβεβαίωση της ενοχής της ίδιας της κυβέρνησης.
Η δικαστική «τύφλωση»
Το φθινόπωρο του 2023, η δικαστική διερεύνηση, που διενεργούνταν από εισαγγελείς του Πρωτοδικείου Αθηνών βρέθηκε σε ένα οριακό και εξαιρετικά επικίνδυνο, για το Μέγαρο Μαξίμου, σημείο. Οι δύο αρμόδιοι εισαγγελείς είχαν αρχίσει να αναζητούν ενδείξεις για τη στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της κατασκοπείας (Άρθρο 148 ΠΚ). Στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, απέστειλαν αίτημα στην ΑΔΑΕ, ζητώντας να διασταυρωθεί η λίστα των 92 επιβεβαιωμένων στόχων του Predator με τα επίσημα αρχεία της ΕΥΠ, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει ταύτιση των παρακολουθήσεων.
Πριν καν προλάβει η ΑΔΑΕ να απαντήσει, η κυβέρνηση προχώρησε σε μία ωμή παρέμβαση, αλλάζοντας μέσα στη νύχτα τη σύνθεση της ΑΔΑΕ.
Αμέσως μετά, αναλαμβάνει δράση η ίδια η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, η οποία αφαιρεί τη δικογραφία από τους πρωτοδίκες και τη μεταφέρει στο Ανώτατο Δικαστήριο, παραδίδοντάς την στον Αντεισαγγελέα Αχιλλέα Ζήση.
Το πόρισμα των 300 σελίδων που παραδόθηκε τον Ιούλιο του 2024, και το οποίο οδήγησε στην αρχειοθέτηση του κρατικού σκέλους της υπόθεσης, αποτελεί μνημείο νομικού παραλόγου και συγκάλυψης. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι οι επισυνδέσεις της ΕΥΠ ήταν «απολύτως νόμιμες» αποκλειστικά και μόνο επειδή έφεραν την τυπική υπογραφή της Εισαγγελέως Βασιλικής Βλάχου. Δεν ζητήθηκαν ποτέ οι φάκελοι τεκμηρίωσης για να διαπιστωθεί η βασιμότητα των λόγων «εθνικής ασφάλειας», ούτε βεβαίως εξετάστηκε η ίδια η κ. Βλάχου ως ύποπτη.
Ωστόσο, η απόλυτη δικαστική «τύφλωση» –και η πιο σκοτεινή πτυχή του πορίσματος– αφορά την πλήρη αρχειοθέτηση της έρευνας για το κακούργημα της κατασκοπείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος επικαλούμενο την έλλειψη «αποχρωσών ενδείξεων», με το σαθρό επιχείρημα ότι «δεν προέκυψε ότι οι υποκλαπείσες πληροφορίες παραδόθηκαν σε ξένο κράτος ή σε εχθρική δύναμη».
Πρόκειται για έναν συνειδητό, νομικό εμπαιγμό. Στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης και της ανάκρισης, ο στόχος είναι η συγκέντρωση ενδείξεων. Και μόνο το αναντίρρητο, τεχνικά επιβεβαιωμένο γεγονός ότι ένα πανίσχυρο, ξένο κατασκοπευτικό λογισμικό είχε εγκατασταθεί στα κινητά τηλέφωνα της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων (όπως του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ), πρώην πρωθυπουργών και του μισού υπουργικού συμβουλίου, συνιστά από μόνο του την πλέον αποχρώσα, απόλυτη και αναντίρρητη ένδειξη τέλεσης του αδικήματος της κατασκοπείας. Η παρουσία κατασκοπευτικού λογισμικού στον πυρήνα του κρατικού μηχανισμού είναι η ίδια η απόδειξη της υποκλοπής των κρατικών μυστικών.
Πώς όμως ο Άρειος Πάγος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δεδομένα «δεν παραδόθηκαν» σε ξένες δυνάμεις; Η απάντηση αποκαλύπτει την καρδιά της συγκάλυψης: διότι αρνήθηκε πεισματικά να τα αναζητήσει. Η κρίση της Δικαιοσύνης βασίστηκε στη μη διενέργεια από μέρους της ανακριτικών πράξεων!
Η ανώτατη δικαιοσύνη δεν προχώρησε ποτέ στο άνοιγμα των διακομιστών των μητρικών εταιρειών της Intellexa στο εξωτερικό, όπου αποθηκεύονταν αυτόματα τα δεδομένα που συνέλλεγε το Predator.
Δεν διατάχθηκε ποτέ ειδική ψηφιακή ανάλυση δικτύων, ώστε να ελεγχθούν οι IP διευθύνσεις και να διαπιστωθεί προς ποιες χώρες και ποιους εξωτερικούς σέρβερ γινόταν η εξαγωγή δεδομένων των μολυσμένων τηλεφώνων την ώρα της παρακολούθησης.
Ο αντεισαγγελέας που μετέβη στην ΕΥΠ περιορίστηκε σε έγγραφες βεβαιώσεις (!) των ίδιων των ελεγχόμενων υπηρεσιών, αρνούμενος να συνοδευτεί από ειδικούς πραγματογνώμονες για να κάνει ψηφιακό έλεγχο στους σέρβερ.
Είναι προφανές: όταν αρνείσαι να ελέγξεις τα ψηφιακά ίχνη και δεν ανοίγεις τους servers όπου καταλήγουν οι υποκλαπείσες συνομιλίες, είναι βέβαιο ότι «δεν θα προκύψουν στοιχεία παράδοσης σε ξένη δύναμη».
Μη έχοντας πράξει λοιπόν όσα όφειλε, η ηγεσία της Δικαιοσύνης έκλεισε την υπόθεση προτού οι ευθύνες φτάσουν, νομοτελώς, στο κατώφλι του Πρωθυπουργού.
Ο αυτοπαγίδευση του πρωθυπουργού
Αν η αρχειοθέτηση του σκανδάλου από τον Άρειο Πάγο το 2024 αποτέλεσε την πρώτη πράξη συγκάλυψης, η στάση της ανώτατης δικαιοσύνης και της κυβέρνησης το 2026 συνιστά τον απόλυτο θεσμικό αυτοεξευτελισμό.
Τον Φεβρουάριο του 2026, το Β’ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τους τέσσερις ιδιώτες (Ντίλιαν, Χάμου, Μπίτζιο, Λαβράνο) για το πλημμέλημα της παραβίασης του απορρήτου διαπιστώνοντας ρητά ότι οι επιχειρηματίες αυτοί ενεργούσαν «κατά συναυτουργία με τρίτα πρόσωπα» και ότι οι υποκλαπείσες πληροφορίες παραδίδονταν σε ένα κοινό κέντρο.
Παρ’ όλα αυτά, σε μια πρωτοφανή επίδειξη εμμονικής άρνησης, ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, αποφάσισε τον Απρίλιο του 2026 να μην ανασύρει το κρατικό σκέλος της υπόθεσης από το αρχείο. Υιοθέτησε εκ νέου τη γραμμή ότι η ΕΥΠ και το Predator ήταν ασύνδετες διαδικασίες, αρνούμενος να ερευνήσει ποια ήταν αυτά τα «τρίτα πρόσωπα» με τα οποία συνεργάζονταν οι καταδικασθέντες.
Την ίδια στιγμή, σε πολιτικό επίπεδο, η Κυβέρνηση έκλεισε και πάλι ερμητικά τα αυτιά της στις δημόσιες αποκαλύψεις του Ντίλιαν και απέρριψε εκβιαστικά το αίτημα για νέα εξεταστική επιτροπή, τρέμοντας προφανώς το τι θα βγει στο φως. Προφανώς οι εκλογές θα έχουν προηγηθεί του Εφετείου που έχει προσδιοριστεί για τον Δεκέμβριο του 2026!
Ας ακολουθήσουμε, όμως, τον παράλογο ειρμό της κυβέρνησης και του Αρείου Πάγου. Ας δεχτούμε ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως σχέση μεταξύ Predator και ΕΥΠ. Ας πιστέψουμε το αφήγημα ότι οι ιδιώτες της Intellexa δρούσαν εντελώς αυθαίρετα και αυτοτελώς.
Εάν συνέβη αυτό, τότε το συμπέρασμα είναι ακόμη πιο εφιαλτικό: η ΕΥΠ, η υπηρεσία που υπάγεται απευθείας στον Πρωθυπουργό, δεν πήρε χαμπάρι ότι κάποιοι ιδιώτες επιχειρηματίες εγκατέστησαν ένα υπερσύγχρονο κατασκοπευτικό λογισμικό και παρακολουθούσαν ανενόχλητοι τους αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων (όπως τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ), πρώην πρωθυπουργούς, ευρωβουλευτές και το μισό υπουργικό συμβούλιο! Μια ιδιωτική εταιρεία πραγματοποιούσε μαζική κατασκοπεία στην Ελλάδα, και η εθνική υπηρεσία πληροφοριών απλώς κοιμόταν!
Και εδώ εγείρεται το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: Εφόσον όλα ήταν καλώς καμωμένα, εφόσον η επίσημη παρακολούθηση (π.χ. του Νίκου Ανδρουλάκη) ήταν «νόμιμη» επειδή είχε εισαγγελική υπογραφή, και εφόσον η ΕΥΠ δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το παράνομο Predator, τότε γιατί επικράτησε τέτοιος πανικός τον Αύγουστο του 2022; Γιατί εξαναγκάστηκαν σε άμεση παραίτηση ο Διοικητής της ΕΥΠ, Παναγιώτης Κοντολέων, και ο πανίσχυρος Γενικός Γραμματέας του Πρωθυπουργού, Γρηγόρης Δημητριάδης; Τι ακριβώς αφορούσε η περίφημη «πολιτική ευθύνη» που δήθεν αναλήφθηκε; Δεν παραιτείται η ηγεσία του κρατικού μηχανισμού επειδή τέσσερις άσχετοι ιδιώτες υπέπεσαν σε ένα πλημμεληματάκι. Παραιτείται όταν πιαστεί επ’ αυτοφώρω.
Το πιο ηχηρό, όμως, ράπισμα στο κυβερνητικό αφήγημα προέρχεται από τα ίδια τα χείλη του Πρωθυπουργού. Στο τηλεοπτικό του διάγγελμα για την παρακολούθηση Ανδρουλάκη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης οχυρώθηκε και πάλι πίσω από τη θεωρία του «ανήξερου», δηλώνοντας εμφατικά: «Δεν το γνώριζα και, αν το γνώριζα, δεν θα το επέτρεπα ποτέ».
Πρόκειται για μια δήλωση που συντρίβει κάθε έννοια θεσμικής λογικής. Αρχικά, πώς γίνεται να μην γνωρίζει, όταν με το πρώτο του Προεδρικό Διάταγμα (ΠΔ 81/2019) πήρε την ΕΥΠ αποκλειστικά υπό την προσωπική του εποπτεία;
Το πραγματικό, όμως, λογικό άλμα βρίσκεται στο δεύτερο σκέλος της δήλωσής του. Εάν η ΕΥΠ, μέσω των αρμόδιων οργάνων της και με την υπογραφή εισαγγελέα, έκρινε επίσημα ότι ένας ευρωβουλευτής αποτελεί «απειλή για την εθνική ασφάλεια», με ποιο δικαίωμα θα παρενέβαινε ο Πρωθυπουργός για να το σταματήσει; Δικαιούται ο εκάστοτε Πρωθυπουργός να ακυρώνει κατά το δοκούν επιχειρήσεις εθνικής ασφάλειας απλώς και μόνο επειδή αφορούν πολιτικά πρόσωπα; Εάν ο κίνδυνος για την πατρίδα ήταν πραγματικός, προφανώς δεν θα εξαφανιζόταν επειδή το ζήτησε ο κ. Μητσοτάκης. Εάν, πάλι, θα μπορούσε να το «απαγορεύσει» τόσο εύκολα, αυτό συνιστά την απόλυτη ομολογία ότι η επίκληση της «εθνικής ασφάλειας» ήταν προσχηματική, ανύπαρκτη και εργαλειοποιημένη από το ίδιο του το γραφείο.
Είτε ήξερε και ενορχήστρωνε το παρακράτος, είτε δεν ήξερε και άφησε τη χώρα ξέφραγο αμπέλι σε ιδιώτες κατασκόπους, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι απολύτως εγκλωβισμένος στις ίδιες του τις λέξεις, στις ίδιες του τις νομοθετικές πράξεις, στις ίδιες του τις παραιτήσεις.
Το θέατρο του παραλόγου
Το ψηφιακό θρίλερ των υποκλοπών δεν αφήνει πλέον κανένα απολύτως περιθώριο για αυταπάτες. Από την πρώτη κιόλας ημέρα του 2019, όταν ο Πρωθυπουργός υπήγαγε την ΕΥΠ στην αποκλειστική του εποπτεία, μέχρι τις πανικόβλητες, αναδρομικές νομοθετικές παρεμβάσεις για τη φίμωση της ΑΔΑΕ, και την προκλητική σπουδή της ηγεσίας του Αρείου Πάγου να αρχειοθετήσει το αδίκημα της κατασκοπείας, το συμπέρασμα είναι ένα. Όλοι οι δρόμοι, όλες οι θεσμικές εκτροπές και όλες οι δήθεν «ανεξήγητες» κρατικές παραλείψεις δείχνουν επίμονα προς μία και μόνο κατεύθυνση: το Μέγαρο Μαξίμου.
Εδώ και επτά χρόνια, η ελληνική κοινωνία υποχρεώνεται να παρακολουθεί ως βουβός θεατής ένα ατελείωτο θέατρο του παραλόγου.
Καλούμαστε να πιστέψουμε ότι 4 ιδιώτες κατασκόπευαν ανενόχλητοι την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, πρώην Πρωθυπουργούς και το μισό υπουργικό συμβούλιο, την ώρα που ο κρατικός μηχανισμός ασφαλείας απλώς κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου.
Καλούμαστε να καταπιούμε αμάσητο το αφήγημα ότι ο πανίσχυρος Διοικητής της ΕΥΠ και ο ανιψιός του Πρωθυπουργού παραιτήθηκαν από «ευθιξία» για ενέργειες άσχετων επιχειρηματιών.
Καλούμαστε, τέλος, να δεχτούμε τον απόλυτο πολιτικό σουρεαλισμό: έναν Πρωθυπουργό που δηλώνει ευθαρσώς ότι, αν γνώριζε για μια επιχείρηση που η ίδια του η υπηρεσία βαφτίζει «εθνική ασφάλεια», θα την ακύρωνε κατά το δοκούν.
Το μέγεθος της υποκρισίας και της αντίφασης συνιστά βάναυση προσβολή στην ίδια τη νοημοσύνη των πολιτών. Όταν, όμως, μια κυβέρνηση νομοθετεί νύχτα και αναδρομικά την ατιμωρησία της, και όταν η Ανώτατη Δικαιοσύνη λειτουργεί συστηματικά ως νομική ασπίδα, αρνούμενη να αναζητήσει τον τελικό αποδέκτη των κρατικών μυστικών προκειμένου να μην φτάσουν οι ποινικές ευθύνες στο κατώφλι της Βουλής, τότε τα πράγματα είναι ξεκάθαρα.
Αυτό που ζούμε δεν είναι κράτος δικαίου.Δεν είναι ευνομούμενη πολιτεία. Είναι η πλήρης θεσμοθέτηση ενός ανεξέλεγκτου, ψηφιακού παρακράτους, το οποίο έχει ταμπουρωθεί στον πυρήνα της εκτελεστικής εξουσίας.
Αυτή η επταετία θα καταγραφεί στην ιστορία για την εκκωφαντική συνθηκολόγηση των θεσμών, αποτελώντας, αναντίρρητα, τη χειρότερη θεσμική κρίση, τη μεγαλύτερη υποβάθμιση του Κράτους Δικαίου και την πιο σκοτεινή συνταγματική εκτροπή που έχει ζήσει η χώρα στη μεταπολιτευτική της ιστορία.
(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος αρθρογράφος