Γλυκόξινη σάλτσα με… προβατίνα

Η προώθηση της ελληνικής κτηνοτροφίας με σύγχρονους όρους μάρκετινγκ είναι ο μόνος δρόμος για ν’ αλλάξει κάτι στην ελληνική ύπαιθρο και στην εθνική οικονομία

Πριν από μερικές ημέρες ανεβαίνοντας για την έκθεση «Ζωοτεχνία» στη Θεσσαλονίκη, πηγαίνοντας στο τρένο, έπεσα σ’ έναν Αλβανό ταξιτζή, «διαόλου κάλτσα». Μου ανέφερε διάφορα περιστατικά, από την πολιτική κατάσταση στην Αλβανία, την περίοδο του Χότζα.

Γράφει η Άννα Στεργίου(*)

Ανέφερε κι ένα περιστατικό, που δεν μπορώ να το διασταυρώσω δημοσιογραφικά, για τη σύγκρουση Χρουστσόφ – Χότζα για την εγκατάσταση πυραύλων, διότι ο… σύντροφος Νικίτα φάνηκε αντίθετος στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων. Ο Ενβέρ Χότζα αντέδρασε λέγοντας «λαός που δεν παράγει την τροφή του είναι καταδικασμένος». Από εκεί που είχε δρομολογήσει αλλαγές στην Αλβανία, η οποία βγήκε κατεστραμμένη, δημιουργώντας δρόμους, υποδομές και ταΐζοντας τον κόσμο και με οικονομία που δεν χρωστούσε ένα ευρώ, βρέθηκε να είναι το «κακό παιδί». Τ’ αποτελέσματα για το αλβανικό κράτος τα ξέρουμε όλοι. Σήμερα όμως με τη βοήθεια των ξένων η Αλβανία αναπτύσσει τον κτηνοτροφικό τομέα της.

Αν το ασφαλιστικό σύστημα ήταν ο βασικός παράγοντας αύξησης των ελλειμμάτων της ελληνικής οικονομίας, μέρος της δημοσιονομικής κρίσης οφείλεται στον κτηνοτροφικό τομέα. Κάθε χρόνο η Ελλάδα σωρεύει χρέη εξαιτίας των διατροφικών ελλειμμάτων σε γάλα (αγελαδινό) – κρέας (κυρίως χοίρειο/βόειο). Πολλά υποσχόμενοι τομείς με τις σύγχρονες συνθήκες εκτροφής αλλά επί δεκαετίες στον πάτο του πηγαδιού.

Την τελευταία πενταετία, εξαιτίας των τεράστιων προβλημάτων που αντιμετώπιζε η κτηνοτροφία, δόθηκε εκεί ιδιαίτερη βαρύτητα από τέσσερις διαδοχικές κυβερνήσεις, του Γ. Παπανδρέου, Λ. Παπαδήμου, Σαμαρά Βενιζέλου, Τσίπρα. Πιο πριν με κυβέρνηση Καραμανλή ο Αλ. Κοντός είχε προχωρήσει ένα αξιόλογο επιδοτούμενο πρόγραμμα και πολλοί μπήκαν στην εκτροφή αιγοπροβάτων, εγκαταλείποντας τις δενδροκαλλιέργειες, στις οποίες η χώρα μας είναι πλεονασματική κι εξαγωγική.

Η Ελλάδα αγοράζει σόγια για ζωοτροφή, αγοράζει κτηνοτροφική τεχνολογία, αγοράζει ζωικό κεφάλαιο σε συγκεκριμένα κτηνοτροφικά είδη, αγοράζει εμβόλια, αγοράζει ακόμη και κλωβούς. Η Ελλάδα μπορεί να μην είναι σε θέση να παράγει αυτοκίνητα, αλλά μπορεί να μειώσει τα ελλείμματα σε κτηνοτροφικά προϊόντα και ν’ αυξήσει τις εξαγωγές. Κι ενώ κατέχει πρωτιές στην αιγοπροβατοτροφία, η τιμή του γάλακτος έχει καταρρεύσει και τρομακτικές πιέσεις δέχονται οι παραγωγοί του αγελαδινού. Σε μία τεράστια αγορά, που λατρεύει τη φέτα, η τιμή είναι στο ναδίρ. Σε μία εγχώρια αγορά, που πια θα έχει 32 εκατομμύρια τουρίστες, η φέτα έχει εξαιρετικά χαμηλή τιμή.

 

Προσπάθεια για αλλαγή δυναμικής

Το τελευταίο διάστημα έχουν εντατικοποιηθεί οι προσπάθειες για ν’ αλλάξει η δυναμική στον χώρο του γάλακτος – κρέατος. Παραγωγοί, βιομηχανία, υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν πάμε πουθενά με τις ίδιες λογικές. Προσωπικές βλέψεις, μικροσυμφέροντα, άγνοια για το διεθνές περιβάλλον ή το λιανεμπόριο υπάρχουν. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει και η βούληση να προχωρήσουν τα πράγματα, από το τέλμα, παρ’ ότι η πρόσφατη ιστορία με το ΘΕΣγάλα, που δημιούργησε ευφορία, επανέφερε επιφυλάξεις και φοβίες, για την ένταξη σε αγροτικούς συνεταιρισμούς.

Η προώθηση της ελληνικής κτηνοτροφίας με σύγχρονους όρους μάρκετινγκ είναι ο μόνος δρόμος για ν’ αλλάξει κάτι στην ελληνική ύπαιθρο και στην εθνική οικονομία. Η Ελλάδα παράγει πρόβειο κρέας, για να ταΐσει όλον τον κόσμο και δεν το τρώει ο Έλληνας. Είναι τραγικό να γίνονται τόσες εκπομπές μαγειρικής στην ελληνική τηλεόραση και, αντί ν’ αξιοποιηθούν τα ντόπια κρέατα και τα υπέροχα φρούτα μας, να έχουμε πήξει στην εξωτική πάπια με τον ανανά. Αντί να φτιάξουμε ένα ωραίο πιάτο με πρόβειο ή γίδινο κρέας και γλυκόξινες σάλτσες από ροδάκινο, ακτινίδιο, κεράσι, προβάλλουμε το σούσι.

 

Κοινό πρόβλημα οι ελληνοποιήσεις και η νοθεία

Το μεγαλύτερο και κοινό πρόβλημα σε όλους τους κλάδους της ελληνικής βιομηχανίας γάλακτος – κρέατος είναι οι ελληνοποιήσεις και η νοθεία. Η αρχή έγινε με το σύστημα «Άρτεμις», που πιστώνεται στην άλλοτε υφυπουργό του ΠΑΣΟΚ, Μιλένα Αποστολάκη, και τώρα η κυβέρνηση φέρεται αποφασισμένη διά του δίδυμου ΑραχωβίτηΤελιγιορίδου να προχωρήσει παρακάτω. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η υπογραφή μνημονίου συνεργασίας με την Περιφέρεια Αττικής και η προσπάθεια για ρύθμιση στον τομέα του γάλακτος, αλλά και η συνεργασία ΕΦΕΤ με τον μακεδονικό παράγοντα.

Η κινητοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών στην Ελλάδα είναι η βάση, για ν’ αλλάξει η ζοφερή εικόνα στην εγχώρια αγορά. Από εκεί και πέρα, χιλιάδες ελληνικά εστιατόρια στο εξωτερικό μπορούν να είναι κοινωνοί της προσπάθειας και για τη φέτα και για το πρόβειο κρέας. Διψά η ξένη αγορά για πραγματικό ελληνικό γιαούρτι, κι εμείς τώρα θέτουμε τις βάσεις για ένα προϊόν που θα έπρεπε, μαζί με τη φέτα, να είναι η αιχμή του δόρατος.

Για να γίνουν όλα αυτά, πρέπει πρωτίστως οι πολιτικές που ακολουθούνται να μην είναι αποσπασματικές. Χρειάζεται, λοιπόν, ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός για την κτηνοτροφία, ο οποίος θα λάβει υπόψη τις ιδιαιτερότητες του κλάδου (γάλα / κρέας / αβγό / τυριά / μέλι / παραγωγή μετάξης) και θα δώσει και στον Έλληνα καταναλωτή τη δυνατότητα να επιλέξει.

Το έτερο στοιχείο, που συχνά ακούγεται αλλά ουδέποτε εφαρμόζεται, είναι να υπάρχουν ποιοτικές κατηγορίες και στη φέτα και στα κρεατοσκευάσματα, όπως συμβαίνει με το ελαιόλαδο. Δεν μπορεί ένας να ψήνει τη φέτα τρεις μήνες κι άλλος πέντε και να παίρνει την ίδια τιμή στην αγορά ή να μην έχει διαφορά η καμπίσια φέτα από τη φέτα του βουνού.

Η έκθεση «Ζωοτεχνία» είχε περί τους 1.000 εκθέτες. Δυστυχώς, πολλούς που είδαμε ήταν κατά κανόνα οι «συνήθεις ύποπτοι», δηλαδή άνθρωποι που πραγματικά ενδιαφέρονται για τον κλάδο κι είναι και καλοί παραγωγοί, με μεσαίες ή μεγάλες κι οργανωμένες ομάδες.

Οι κτηνοτρόφοι και κυρίως οι αιγοπροβατοτρόφοι μπορούν ν’ αλλάξουν το τοπίο, αν αλλάξουν όμως πρώτα τον εαυτό τους. Αν λάβουν υπόψη τους πως ο κλάδος έχει εξελιχθεί, αντί να λειτουργούν αποκλειστικά και μόνο από αυτά που έμαθαν από τον παππού τους. Κι αυτό δυστυχώς δεν είναι στοίχημα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Κι ίσως θα ήταν μια καλή ιδέα να ξεκινήσουμε την προώθηση του πρόβειου κρέατος από τον οίκο μας, δηλαδή τη Βουλή και τις ξένες αντιπροσωπείες.

 

(*)Η Άννα Στεργίου είναι κοινοβουλευτική συντάκτρια και συγγραφέας

Διαβάστε επίσης